Ο δογματισμός των κουλτουριάρηδων


Τις προάλλες, στην προσωπική κριτική για μία παράσταση, μία κοπέλα έβαλε στην ίδια όψη τον χαρακτηρισμό «αριστούργημα» και τη φράση «δεν είναι για όλους».
Ήταν ό,τι έπρεπε για να γίνει η απόπειρα να συντεθεί κάτι από αυτό, κάτι που ίσως να βγει λίγο μελαγχολικό, αν και είναι δύσκολη η αναγνώριση από αυτό το χρονικό σημείο. Θα μπορούσε να τεθεί και το ζήτημα της βαρεμάρας στο τραπέζι, μια και το να καταπιάνεσαι με το ίδιο ζήτημα δεν έχει τρομερό ενδιαφέρον, παρ’ όλα αυτά ο εμπλουτισμός έχει πάντα την αξία του, ούτως ή άλλως το κατασπάραγμα των feed- του αληθινού εκδότη όποιας δημιουργικής προσπάθειας ανεβαίνει στο σερφ για να επισκεφτεί το διαδίκτυο και, θαρρώ, το διαδίκτυο του διαδικτύου- δεν αφήνει πολλά περισσότερα.

Σε ό,τι αφορά τις παλαιότερες εποχές, ο ρομαντισμός είναι εν πολλοίς ο καλύτερος γιατρός. Η τάση της εξιδανίκευσης δεν αποτελεί νέο τόπο, αλλά ανάγεται στους αρχαίους καιρούς, που δεν είμαστε κιόλας σίγουροι ότι υπήρξαν διότι δεν βιώθηκαν μέσα από τη σάρκα και το νου, ωσαύτως όντες τη στιγμή που συνέβαιναν. Έτσι, μετά από 12 χρόνια στο σχολείο, δεν δύναται να ξεκαθαριστεί αν ο Οδυσσέας ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αν και η πιο οικεία απάντηση που υπάρχει ήταν ότι είναι ιστορικό πρόσωπο και απλώς τον γνωρίζουμε από το μυθολογικό χαρακτήρα που έπλασε ο Όμηρος για αυτό. Αν, ωστόσο, σε κάποιον καρφωθεί στο μυαλό ότι δεν υπήρξε ο Ξέρξης, παραδείγματος χάρη, όσος και αν είναι ο παραλογισμός στην εν λόγω φράση, δεν μπορούμε να αντιτείνουμε ότι ο Ηρόδοτος δεν ήταν ένας από εκείνους τους συγγραφείς που κοροΐδεψε λίγο κόσμο για πολύ καιρό και μετά το θάνατό του ο λίγος κόσμος πολλαπλασιάστηκε. Ασφαλώς και δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλλουμε, παρ’ όλα αυτά η ισχύς του παραλογισμού είναι αναμφισβήτητη, στο βαθμό που σε κάνει να κατανοήσει το γαργαντουικό αδιέξοδο μπροστά στο οποίο βρίσκεσαι.

Αυτός ο ρομαντισμός δεν θα μπορούσε, αναμφισβήτητα, να μας οδηγήσει σε συναθροίσεις όπως είναι εκείνη του Συμποσίου του Πλάτωνος, που ούτως ή άλλως έχει μυθολογικά στοιχεία και πρόσωπα και ανατρεπτική χρονική αφήγηση, και θα ήταν νουνεχές να μην καταστεί υπερβολική η γοητεία της προγονικής μνήμης σε ό,τι αφορά τη διάρκειά της, αλλά στη σαγήνη που οι συναθροίσεις, ειδικά τις απαγορευμένες εποχές, εξέπεμπαν. Οι ποιητικές βραδιές, τα φιλολογικά επαναστατικά κινήματα στις μπουάτ. Τι χάλασε από τότε και το κρασί μας δεν έχει άξιους συμπότες; Υπάρχουν οι προφανείς αιτιολογήσεις, οι αποστάσεις που δημιουργεί ο ρυθμός και η τερατική ταχύτητα με την οποία βιώνονται οι καταστάσεις, οι οποίες συνθλίβονται μέσα στο θεσμό του ωραρίου και των απαιτήσεων, και η αναβάθμιση των έμφυλων ρόλων. Υπάρχουν και οι αιτίες, με τις αποστάσεις να τονώνουν την πεποίθηση ότι μπορείς να βιώνεις το δικό σου εύκρατο κλίμα ματαιοδοξίας χωρίς να έχεις ανάγκη ένα υπόβαθρο, ανθρώπους που να μιλάτε την ίδια γλώσσα και να διαφωνείτε. Και ασφαλώς υπάρχει η Δημοκρατία, η οποία με όλες τις ελλείψεις της εξάτμισε τις διαφορές μεταξύ των πνευματικών τάξεων, μαζί με τις διαφορές μεταξύ των κατώτερων τάξεων σε υλικό επίπεδο.

Αυτός ο τελευταίος λόγος είναι εξαιρετικά σημαντικός. Η πνευματική τάξη δομείται, φτιάχνεται, δεν υπάρχει από τζάκι. Ακόμα και το τζάκι πρέπει να αποδείξει ότι ανήκει στην εύθραυστη ελίτ, η οποία στην κριτική σκέψη διακατέχεται από μαθηματική επιχειρηματολογία και ως φιλοσοφικό status quo οφείλει να είναι αρωγός των επιστημών, οι οποίες δεν έχει την ευχέρεια να είναι δογματικές. Τούτος, ο δογματισμός, είναι άλλωστε που διαχωρίζει την πνευματική τάξη από το άρμα των κουλτουριάρηδων, που έχουν καταλάβει και αποτελούν πληγή για τον κόσμο στις μέρες μας. Αν το τζάκι, δε, προσπαθεί να διατηρήσει τη θέση του παντί τρόπω στο πνευματικό καταστατικό, είναι σαφές ότι δύσκολα θα συνεχιστεί, όχι η παράδοση του τζακιού αλλά, το πνευματικό καταστατικό.  

Η Δημοκρατία παραμένει το ευγενέστερο και το πλέον ανθρωπιστικό των πολιτευμάτων, αλλά έχει συνδεθεί με λέξεις σε κατάληξη –ισμός, λέξης, δηλαδή, που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα επειδή η ελληνική γλώσσα τούς το επέτρεψε. Ακόμα και αν πολλές γνώμες είναι σκανδαλώδεις, περνώντας από την οργή στην ημιμάθεια αστραπιαία, η Δημοκρατία εξυπηρετεί το σκοπό της ελευθερίας του λόγου και της απόδοσης των «πιστεύω». Τώρα, επειδή μοιάζει με ανάγκη, αν δεν υπάρχουν «πιστεύω» πρέπει να δημιουργηθούν, πρώτον για να μη ματαιοπονούμε απέναντι στην ίδια τη ζωή και, δεύτερον, για να μπορούμε να στηριχθούμε απέναντι στα τσακίσματα του ανταγωνισμού. Δεν έγινε πια μέχρι να πεις κύμινο, πάντως ζούμε σε ένα κόσμο ακατάσχετων «πιστεύω», μία τεράστια έκθεση ιδεών άκρατων αντιφάσεων, ευηθών. Γινόμαστε εμείς και γίνονται οι άλλοι, αν και είναι αδύνατον να προσμετρηθεί. Ο άνθρωπος είναι, σε οποιαδήποτε κίνησή του, γονιμοποιημένο σπέρμα. Είναι μάλλον απίθανο να έχουμε γεννηθεί επειδή έπρεπε για οποιονδήποτε άλλο λόγο πλην βιολογικών. Και αυτό το «οι άλλοι» δείχνει λεπτή οίηση, η οποία, στο παράδειγμα του προλόγου, διανθίζεται με τη λέξη «αριστούργημα»*.

*Η καταγραφή δεν αφορά στη δομή του σχολίου. Αν, δηλαδή, η παράθεσή του έγινε για να αξιώσει δάφνες για το πνευματικό επίπεδο. Ήταν πιθανό να έγινε για πολιτικούς λόγους, όπως και να έχει, παρ’ όλα αυτά, η δομή του αποτελεί υπερβολή. Ή μάλλον, υπερβολή της υπερβολής, καθώς ατελείς καθώς είμαστε, κουβαλάμε την υπερβολή σαν κουδούνια το γαμήλιο τετράτροχο.  

Είναι το «Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους» (κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 18:30, στο θέατρο «Άβατον», για όποιον ενδιαφέρεται- το properman, πάντως, αναμένεται να πάει στην παράσταση) αριστούργημα; Δεν μπορώ να γνωρίζω, διότι δεν το έχω παρακολουθήσει. Επίσης, δεν θα μπορούσα να γνωρίζω αν το είχα παρακολουθήσει, διότι δεν έχω τη θεατρική πείρα που απαιτείται για τέτοιο ζήτημα. Θα το θεωρούσε ο Ροντήρης αριστούργημα; Ο Λόρενς Ολίβιε; Ο Κάρολος Κουν; Νομίζω ότι από αυτούς η απάντηση θα ήταν επαρκέστερη.

Ας γενικευθεί η ερώτηση: Είναι η Μόνα Λίζα αριστούργημα;

Σίγουρα είναι. Αλλά γιατί; Γενιές και γενιές ανθρώπων, που έχουν πάει στο Λούβρο με προτεραιότητα να δουν τη Μόνα Λίζα ή την Αφροδίτη της Μήλου, βρίσκονται σε αυταπόδεικτη διάδραση για την αξία του πίνακα και το ζωγράφο, άλλωστε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ήταν πανεπιστήμονας. Θα μπορούσε να πει ότι ήταν στόχος του να ζωγραφίσει κάτι που εκατοντάδες χρόνια μετά να μην έχουν καταλήξει οι άνθρωποι για ποιο λόγο πρόκειται για το μνημειώδες έργο σε αναλογία με τη διαφήμιση που έχει γίνει. Η Μόνα Λίζα μάς προκαλεί δέος, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή πρέπει. Έχουμε μάθει να μας προκαλεί δέος, είναι σύμφυτο. Αν δεν είχες ιδέα για την ιστορία πίσω από το μύθο και βρισκόσουν ενώπιον του πίνακα, θα έστεκες ενεός μπροστά της; Αν η «Καπέλα Σιξτίνα» του Μιχαήλ Άγγελου είναι αριστούργημα με την πρώτη θωριά, αν είναι ένας ύμνος στις γραμμές, τη συμμετρία και την απεικόνιση, η Τζοκόντα, η Λίζα Γκεραρντίνι, είναι ένας πίνακας που αν δεν είχε αφήσει οποιονδήποτε μύθο δεν είναι βέβαιο ότι θα ασχολούμαστε ενεργά μαζί του. Το μυστήριό του αποκαλύπτεται μέσα από την ιστορία του και πρέπει να έχεις σπουδάσει ζωγραφική, να έχεις διαβάσει για ζωγραφική, αλλά και να αναγνωρίζεις το zeitgeist, για να μπορείς να αποφανθείς ότι, όντως, πρόκειται για ένα μεγαλείο που απλώς υπερθεματίζει στο μύθο μίας ιδιοφυΐας. 

Επειδή ακόμα δεν έχω τη φειδώ που πρέπει σε ό,τι αφορά τους χαρακτηρισμούς- ίσως και να πρόκειται για άμυνα του μυαλού για την ελάχιστη αντίληψη που αφορά στο τι είναι πραγματικά αριστούργημα- οι λέξεις που ανά τα χρόνια πληκτρολογούνται έχουν υπάρξει κατά κόρον υπερβολικές. Μπορεί να πρόκειται για άκρατο ενθουσιασμό ή για υπερβολή. Έχω πει «αριστούργημα» το «Σινεμά ο Παράδεισος» (δεν ήταν), τη Θάλεια στη Γ’ Λυκείου (δεν ήταν), το σπάσιμο του Νίκου Γκάλη απέναντι στους Σοβιετικούς (ήταν), το γκολ του Δημήτρη Σαραβάκου στο Γκέτεμποργκ (δεν ήταν), το παστίτσιο στο στρατό (δεν ήταν), το «2» του Παπαιωάννου (δεν ήταν, με αστερίσκο calibry bold), το στιαστό στην Πλάτσα (είναι), το «Έγραψες» που τραγουδούσε η Λένα Παπαδοπούλου (όχι, όχι, όχιιιιιιι). Έχω χρησιμοποιήσει ανάλογες φορές τη λέξη «ιδιοφυία», τη λέξη «αγάπη», για την κοινή χρήση της οποίας έχω πλέον εμπάθεια που εκδηλώνεται. Αριστουργήματα, στην ανθρωπότητα, από την αρχή της, είναι πραγματικά ελάχιστα. Ο νόμος του Μπέρτζες αναφέρει ότι από όλα το 90% είναι μαλακίες. Όχι μόνο από όλα όσα γίνονται σε κάθε διάσταση κάθε στιγμή, αλλά και από όλα όσα έχουν γίνει ποτέ. Δε λειτουργεί αθροιστικά ο νόμος, 10% συν 10% πριν από μία μέρα ή πριν από 10.000 χρόνια. Αυτό το 10% δεν είναι μαλακίες. Μέσα σε αυτό υπάρχει το αριστούργημα, αλλά σε ελάχιστο ποσοστό.

Είμαι σίγουρος ότι ο «Καμουζάς» είναι μία απίστευτη παράσταση, για εμάς και για τους άλλους, όποιοι κι αν είμαστε εμείς, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Αν η υπόθεση αφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα, δηλαδή την εποχή του Εμφυλίου, δεν υπάρχει λόγος να είναι λιγότερο ανθρωποκεντρική και άρα ενδιαφέρουσα. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει υψηλή τέχνη, η τέχνη αφορά σε όλους. Θα έπρεπε να τη συνοδεύει η σκέψη και ενδεχομένως η ντροπή αντί μίας αφ’ υψηλού κριτικής και αλίμονο αν ψάχνει μόνο για συμμάχους. Και η κριτική κρίνεται, με βάση το πόσο αμερόληπτη είναι. Και έχω συγκεκριμένο λόγο να καμαρώνω σαν σκεπάρνι σε ταξίδι τσιγγάνων, αλλά ό,τι και να είναι, ό,τι και να δει οποιοσδήποτε ότι είναι, δεν πρόκειται να τον διαχωρίσει από αυτό που είναι όντως η πραγματικότητα: μία πορεία στην οποία απλώς εύχεσαι να ανταμώσεις με την αρμονία και την αταξία που οδηγεί στη συμμετρία. Και είναι βέβαιο ότι όταν έρθει η ώρα να αντιμετωπίσεις ένα αληθινό αριστούργημα, η ανάσα θα κοπεί και οι αναστεναγμοί θα είναι τόσο βουβοί, ενώ νιώθεις να μικραίνεις, να μικραίνεις, να μικραίνεις, που δεν θα μπορείς να κοιμηθείς, να αρθρώσεις μία λέξη της προκοπής ή να καλυφθείς για μήνες. Θα αισθανθείς μία ανείπωτη ντροπή και αυτό δεν θα αφορά σε ταξικά ζητήματα ή σε αισθητικά, αλλά σε όλους, πριν μπουν στη μάχη της διάψευσής του, η οποία θα είναι ακριβώς αυτή του εμπλουτισμού του. Δηλαδή πριν αφήσουν το δόγμα ότι είναι αριστούργημα και το μετατρέψουν σε θεωρία, δηλαδή σε κάτι που επιδέχεται βελτίωσης, για να υμνήσουν έναν σκοπό του ανθρώπου, που αφού βρέθηκε μέσω της αναπαραγωγικής διαδικασίας και μάλλον τυχαία στον κόσμο πρέπει να υπηρετεί: την πρόοδο. 
Ο δογματισμός των κουλτουριάρηδων Ο δογματισμός των κουλτουριάρηδων Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:47 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.