Ο Πίτερ Παν στο κατάρτι


Σε ρεαλιστικό χρόνο: (Ανοικτό στόμα. Ο Οζίλ πανηγυρίζει. Ανοικτό στόμα. Ριπλέι)
«Πωωωω, μαλάκα, τι έκανε ο Οζίλ. Κοίτα, κοίτα εδώ τι έκανε. Κοίτα ρε, απίστευτο. Ο Σπύρος δεν σήκωσε το κεφάλι από την οθόνη.

Μήπως τώρα;  


Είναι πολύ πιθανό η Άρσεναλ να μην πάρει κάτι φέτος. Μπορεί να έρθει ο Γενάρης ή ο Φλεβάρης και σε 9 μέρες, που θα έχει τρεις στόχους να διεκδικήσει, να κάνει ισάριθμες ήττες. Να γίνουν τα πάντα: ένα μπλακ άουτ, να μην μπαίνει η μπάλα στα δίχτυα, να γίνει ένα τραγικό αυτογκόλ, 0-2 με την Κάρντιφ στο «Emirates», μισή ντουζίνα τραυματισμοί. Όλες οι ομάδες, ειδικά εκείνες που είναι «στιγματισμένες» με την αποτυχία, έχουν τις τραγωδίες τους, οι οποίες γίνονται παρωδίες όταν περνούν τα χρόνια και συμβαίνουν συναπτά.

Στην περίπτωση της Άρσεναλ υπάρχει κάτι φαρσοειδές και κάτι ασυνήθιστο. Είναι η μόνη μεγάλη ευρωπαϊκή ομάδα που μοιάζει πλήρως εναρμονισμένη με την κίνηση της μπάλας, η οποία είναι άτακτη, όχι όπως εκείνη του αμερικανικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου (φτου, φτου, φτου) αλλά και πάλι. Ο κόσμος σοκαρίστηκε όταν έγινε εκείνο το 0-2 στο «Άνφιλντ» το 1989, που της έδωσε το πρωτάθλημα, στο ματς με τη Λίβερπουλ. Για να πω την αλήθεια, αν ερχόταν κάποιος και μου έλεγε, «θα ήθελες να το αλλάξεις; Θα ήθελες να μείνει 0-1 ή να γίνει 1-1, ο Τόμας να μη σκοράρει ποτέ αυτό το γκολ στην αντεπίθεση στις καθυστερήσεις και η Λίβερπουλ να πάρει το πρωτάθλημα;», το δίλημμα θα ήταν εφιαλτικό. Διότι ναι μεν θα ήταν ένα «she loves you» ή όποιον άλλο ρομαντικό δαίμονα απέδωσαν τα «Σκαθάρια» με τέτοιο τρόπο που ενεργοποιούσαν όλα τα πιθανά οιστρογόνα παγκοσμίως, αλλά θα χανόταν, κατά πάσα πιθανότητα, η ευκαιρία για το ενδεχομένως απόλυτο κειμήλιο στα χρονικά της ποδοσφαιρικής λογοτεχνίας (Γκαλεάνο, υποθέτω, εξαιρουμένου): το εκπληκτικό «Fever Pitch» του Νικ Χόρνμπι, το αναμφισβήτητα απόλυτο εγχειρίδιο της ψυχοσύνθεσης ενός οπαδού που τον περισσότερο καιρό υποφέρει για την ομάδα του. Μία θύελλα που ξεκινά από την πρώτη φράση και ολοκληρώνεται στην τελευταία γραμμή.


Ήδη η Άρσεναλ έχει το λογοτεχνικό πόντο, τουλάχιστον για εκείνους που το ποδόσφαιρο δεν είναι μία ευκαιριακή διασκέδαση, χωρίς να πρέπει, απαραιτήτως, να κατέχουν τη γνώση και την τεχνοτροπία. Δεν χρειάζονται, αν και ασφαλώς είναι μία καλή ευκαιρία να εντρυφήσεις σε αυτόν τον κόσμο που το φωτεινό και το σκοτεινό αποτελούν διώνυμο, γεννήθηκαν την ίδια στιγμή. Ο Αρσέν Βενγκέρ απλώς προσέθεσε τον αέρα, τα τελευταία 20 χρόνια, δημιουργώντας τη θεσπεσιότητα του αερικού.

Όλες οι ομάδες, οι εκτεθειμένες στο κοινό με τέτοια ταχύτητα και ένταση που αναρωτιέσαι αν κάτι μένει κρυφό, έχουν τους δικούς τους χαρακτήρες οι οποίοι, συν τω χρόνω, γίνονται κωμικοί. Η Άρσεναλ έχει χάσει έναν τελικό Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1995 από τη Σαραγόσα με γκολ από τη σέντρα στο τελευταίο λεπτό της παράτασης, έχει κρατήσει στο δυναμικό της για όσο ήθελε έναν παίκτη που δεν μπορούσε να παίξει στα σπουδαία ευρωπαϊκά ματς του εξωτερικού για αποστάσεις που δεν μπορούσε να διανύσει το αυτοκίνητο, τον αισθητικά άρτιο Ντένις Μπέργκαμπ, ο οποίος ήταν μία γκαλερί ποδοσφαιρικής τέχνης από μόνος του, που μεγάλωσε με τους Ολλανδούς και γιγαντώθηκε με τους Γάλλους, που έμοιαζε με κολέγιο για πιτσιρίκια, με το χαμένο τετ α τετ του Τιερί Ανρί στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 2006 να συμπυκνώνει τέλεια μία θητεία που βρίσκεις μόνο στην εμπνευσμένη δραματουργία. Και έπειτα ήταν σχεδόν ομάδα Νέων, ένα συγκρότημα που όσο απομακρυνόταν μέσα στη σεζόν έχανε τη σχέση που είχε με το αποτέλεσμα, το χώρο και τον χρόνο.

Μισό, μισό. Αυτό που έκανε ο Μπέργκαμπ με τη Γιουβέντους, στο 3-1 του «Χάιμπουρι» τον Δεκέμβρη του 2001 το θυμάστε; 


Σοβαρά, την πάλευε καθόλου ο Μπέργκαμπ; 

Η Άρσεναλ είναι η ομάδα-ύμνος για το ποδόσφαιρο για τόσα πολλά χρόνια που σχεδόν το έχεις ξεχάσει. Από τον Αντρέι Αρσάβιν στον Τόμας Ροζίτσκι, από τον Σεσκ Φάμπρεγκας στον Τζάκι Γουίλσιρ, από τον Αλεξάντερ Χλεμπ στον Αλέξις Σάντσες, από τον Άαρον Ράμσεϊ στον Μεσούτ Οζίλ, το αριστούργημα του οποίου με τη Λουντογκόρετς έρχεται να μας υπενθυμίσει πόσο ωραίο είναι το ποδόσφαιρο, όχι μόνο με τον τρόπο που το παίζει ο Λιονέλ Μέσι, ο οποίος έχει «καταστρέψει» αξιακά την εποχή του, όταν οι ποδοσφαιριστές είναι εφοδιασμένη με τη βαθιά γνώση του παιχνιδιού, όταν καταλαβαίνουν τη διάσταση του χώρου και, ταυτοχρόνως, όταν κινούνται ορμέμφυτα.

Δεν πρόκειται μόνο για αυτό που κάνει ο Οζίλ, που στην εξευγένισμένη Αγγλία του ’50 οι τοτινοί έφηβοι θα περίμεναν να γίνουν παππούδες για να το περιγράψουν στα εγγόνια τους: είναι όλη η ενορχήστρωση. Η κίνηση που κάνει από πίσω μας καθιστούν πίσω από τις τηλεοράσεις μεθυσμένους, σαν να βλέπουμε το κορμί του να μετακινείται χωρίς να έχει προφτάσει το περίγραμμά του να μαζευτεί στην προηγούμενη κίνηση. Και, από εκεί και ύστερα, είναι η συγκίνηση, πώς διαχειρίζεται την κατάσταση με το σκορ στο 2-2. Μετά το σομπρέρο στον τερματοφύλακα, την προσποίηση στον πρώτο αμυντικό και έπειτα την προσποίηση στον δεύτερο αμυντικό, η οποία του δίνει χρόνο και χώρο. Ο πρώτος αμυντικός, στην απέλπιδα προσπάθεια που κάνει για να σηκωθεί, έχει για εμπόδιο το δεύτερο αμυντικό. Είναι ψυχολογικό, αφού τον βλέπει και απελπίζεται, ενώ ο Πίτερ Παν βρίσκεται μακριά και χαιρετά από το κατάρτι.  Η κίνηση του Οζίλ δεν ενέχει επίδειξη ικανότητας, αν και αυτό απλώς θα μας καθιστούσε υπέρ το δέον χαρούμενους, αλλά είναι ό,τι πρέπει να συμβεί για να εξασφαλίσει ένα σουτ με ισορροπία, να διασφαλίσει το γκολ και να «κλειδώσει» τη νίκη. Και ταυτοχρόνως, όπως συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους τις ώρες της έμπνευσης που φέρνουν ένα μικρό ή μεγάλο αποτέλεσμα, αναρωτιέται αν είναι εκείνος που πέτυχε όλη αυτήν την εμπνευσμένη χορογραφία. Κάποτε, άλλωστε, ο σεσημασμένος για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Γουντι Άλεν, είχε πει ότι ένα χτύπημα του Μπέιμπ Ρουθ στο μπέιζμπολ τον είχε κάνει να πιστέψει για λίγο στο Θεό.

Είναι δύσκολο να ακολουθείς μία ομάδα του εξωτερικού, υπό την έννοια να παρακολουθείς όλα τα παιχνίδια της και να ταυτίζεσαι μαζί της με τη λεπτότητα που η ομάδα του εσωτερικού δεν στο επιτρέπει. Ίσως να ευχόσουν να μένεις στην πόλη: τα καλά χρόνια της Ντεπορτίβο Λα Κορούνια στη Γαλικία, την παρανοϊκή εποχή της Βέρντερ του Σάαφ στη Βρέμη, αντιστοίχως στη Βαλένθια τη διετία των τελικών του Champions League, την Πάρμα. Χάνεις τον παλμό, αυτό το ονειρικό στάδιο του να μιλάει η πόλη για την ομάδα. Στις μεγαλουπόλεις δύσκολα το βρίσκεις και η Άρσεναλ είναι ομάδα του Λονδίνου, όπως τελικά, από τον πρώτο γίγαντα Χέρμπερτ Τσάπμαν, έπρεπε να είναι για να είναι τόσο ταιριαστό το υπέροχο μυαλό, με τα θεματάκια του, που ακούει στο όνομα Αρσέν Βενγκέρ. Ο οποίος είναι τόσο ρομαντικός ως οικονομολόγος ώστε όλες οι αισθήσεις του να είναι ενεργοποιημένες προς χάρη του ποδοσφαίρου. Οι οπαδοί της Άρσεναλ στην Ελλάδα, που θα δουν το 90% των παιχνιδιών της και φέτος, οσμίζονται ότι μάλλον η ομάδα δεν θα κατακτήσει κάποιον τίτλο, αν και ελπίζουν, διότι η ελπίδα σβήνει, αλλά είναι σαν τον φοίνικα και επιτυγχάνει την ανάνηψη και μάλιστα σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα. Αλλά μαντεύω ότι ουδείς άλλος διασκεδάζει με τον τρόπο που το κάνουν εκείνοι όλη τη χρονιά. Όπως ο Αρσέν Βενγκέρ ελάχιστα ενδιαφέρονται για την υστεροφημία του, η ευχαρίστηση από τα γεωμετρικά σχήματα είναι, τις στιγμές της βαθιάς εξομολόγησης. Τα τρόπαια, στο τριγωνάκι των χαφ που θα φέρει το γκολ του Ζιρού, είναι απλώς μέταλλα. 
Ο Πίτερ Παν στο κατάρτι Ο Πίτερ Παν στο κατάρτι Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:58 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.