Το «κ» του λαού


Για τις χειραψίες, λένε, σου δείχνουν αν κάποιος άνθρωπος έχει πολύ χρόνο. Μοιάζει γιάπικο και τεχνοκρατικό και πάνω στην άψη της μέρας δεν μπαίνεις καν στον κόπο να καταλάβεις, εκτός αν κάνεις κάποια έρευνα.
Από τις χειραψίες, είναι βέβαιο, μπορείς να καταλάβεις κάποια πράγματα. Η γωνία από την οποία θα τείνει το χέρι ο χειραπτών (σικ) ενδεχομένως να αναδεικνύει το εργασιακό status quo του και τον πρωτογενή σεβασμό που τρέφει σε κάποιον που γνωρίζει, άρα σε όλους που γνωρίζει, ή ακόμα και αν έχει ακούσει κάτι για σένα. Ανεξαρτήτως, τελικά, αν είναι σωστά ή λάθος.  Το θέμα, αν μπεις σε αυτό το τριπάκι, είναι να ξέρεις ότι πρόκειται για μπελά.

Με τις λέξεις και την προφορά τους, ακόμα περισσότερο με τη συνείδηση για το πώς προφέρονται, μπορεί να συμβαίνει το ίδιο. Υπάρχουν, στην αλφάβητο, γράμματα που είναι του λαού. Όχι, όμως, πρωτογενώς. Το ακατέργαστο γράμμα είναι αυτό που αναφέρει ο προσδιορισμός. Μπορεί να είναι ευγενές ή αγενές, συμπαθητικό ή αντιπαθητικό, εκφοβιστικό ή να παροτρύνει. Αλλά όταν πια έχει κατεργαστεί και ενδεχομένως έχει αλλοιωθεί, ένα γράμμα μπορεί να γίνει λαϊκό. Ο λόγος ασφαλώς γίνεται για τα σύμφωνα, τα οποία αναγκαστικά αρθρώνονται. Ο λαός είναι απελπισμένος ή κουρασμένος ή ουδόλως πεπαιδευμένος. Ό,τι τον απασχολεί, καθημερινά, πρωτίστως είναι να τρώει. Τα γράμματα δεν έχουν σημασία, σημασία έχει πως οτιδήποτε αποτελεί περιττό στοιχείο στην πραγματικότητά του, πρέπει να είναι πανεύκολο.

Τα λαϊκά γράμματα, άρα, προκύπτουν εις βάρος κάποιων άλλων. Το «τ» είναι το λαϊκό «θ». Το «χ» είναι το λαϊκό «κ». Σε όλες τις περιπτώσεις που δεν υπάρχει σαφήνεια για το πώς πρέπει να προφέρεται μία λέξη, είναι πιθανότερο ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων θα αποδεχθεί την αυθεντική λαλιά, το πώς προφέρεται καλύτερα στη γλώσσα. Το «τ» ως «θ», ας πούμε, τις περισσότερες φορές δεν κουράζει, διότι προκύπτει μετά το «χ». Ένα άλλο από το λαϊκό «κ» «χ», το οποίο μοιάζει αριστοκρατικό. Είναι εκεί για να υποδεχθεί το «θ». Και σε αυτήν την περίπτωση, το έργο του εργάτη στη βιοτεχνία, του αγρότη στο κτήμα, του σκουπιδιάρη τη βροχερή νύχτα, γίνεται δύσκολο. Άρα το «χ» δεν είναι εκεί για να υποδεχθεί το «θ», αλλά για να το υποδεχτεί.

Η ωραία κατάσταση της ελληνικής γλώσσας είναι ότι, τη γνωρίζεις δεν τη γνωρίζεις, μπορεί να σου αρέσει. Δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα σε αυτό, μόνο ο φόβος να υπερτιμήσεις τις δυνατότητές σου και να γίνεις ρεζίλι (έχω φτιάξει κλαμπ). Η υπερτίμηση έγκειται στο ότι πάνω στη διαχείριση μπορεί να σου ξεφύγει μία λέξη η οποία, με τη δική σου σιγουριά να έχει κερδίσει την αμφιβολία λόγω της θριαμβευτικής αίσθησης ότι απαγγέλλεις αυτό που λες, δεν ταιριάζει με το υπόλοιπο κομμάτι και, ταυτοχρόνως, το καταραμένο τάιμινγκ φέρνει έναν άνθρωπο που αναγνωρίζει το λάθος αφήνοντας ένα πνιχτό γέλιο (ή κάτι που στα αυτιά σου μοιάζει με πνιχτό γέλιο) ή που με κάποιον τρόπο καταλαβαίνεις ότι τα έκανες θάλασσα. Δεν είναι η πρώτη φορά που η έκσταση την οποία βιώνεις γκρεμίζεται επειδή η χαλάρωση που επιφέρει λύνει τη γλώσσα.

Επίσης, η ελληνική είναι αριστούργημα σε ό,τι αφορά την αμφιβολία για τη ρίζα. Όταν ο Παναθηναϊκός έπαιζε με τη Χάιντουκ στα προκριματικά του Champions League το 1995, ο Αριστείδης Καμάρας (που έχει πετύχει το πιο σημαντικό ελληνικό διασυλλογικό γκολ στην ιστορία, το τρίτο στο δεύτερο ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1971) είχε πει ότι «χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι εδώ (σ.σ. στο Σπλιτ) για έναν επιπλέον λόγο: επειδή το όνομα της πόλης βγαίνει από το ελληνικό άνθος “ασπάλαθος”». Ίσως και να βγαίνει, πάντως με βεβαιότητα δεν μπορείς να το πεις. Τη δουλειά του ο Παναθηναϊκός την έκανε, αφού πήρε την ισοπαλία με σκορ 1-1, με το γκολ του Χουάν Χοσέ Μπορέλι, προκρίθηκε στους ομίλους του Champions League και έφτασε ως τα ημιτελικά του θεσμού.

Η αμφιβολία, λοιπόν, κάνει ξεχωριστή την ελληνική γλώσσα. Μπορούμε να υποπτευθούμε ότι δεν υπάρχει τύχη σε ό,τι αφορά τις λέξεις, τουλάχιστον στο 99,9% τους για το από πού προέρχονται. Αν ξεσκίσεις τα έπη του Ομήρου γλωσσικά, ο πλούτος που θα φανερωθεί είναι αρκετός για να λύσεις όλα τα γλωσσικά ζητήματά σου ακόμα και αν ζούσες τα μισά χρόνια του Μαθουσάλα.

Οι λέξεις δείχνουν και σε ποιο πεδίο πατάς. Η λέξη «χαρακτήρας», ας πούμε, μοιάζει να βρίσκεται στον τόπο που κινείται η μικρομεσαία τάξη. Τη χρησιμοποιούμε για να αναδείξουμε το φρόνημά μας και εκείνων που γνωρίζουμε. Τη χρησιμοποιούμε για να αναδείξουμε τα ινδάλματά μας, κυρίως στα σπορ. Ακόμα και αν πρόκειται για τερατικούς αθλητές, που φέρνουν την υποψία ότι είναι ρομπότ, τη χρησιμοποιούμε για να αναδείξουμε τη διαδικασία ανάνηψης. Ακόμα και αν πρόκειται περισσότερο για δουλειά, η οποία δεν κρύβει κάποια χαρά παρά ένα διαρκές βάσανο, με αυτή τη λέξη δηλώνουμε ότι ο άνθρωπος που τον διαθέτει έχει αντοχή συνδυασμένη με ψυχραιμία. Αδιαφορώντας για τραπεζικούς λογαριασμούς, για ανέσεις σε σπίτι και τεχνικά μέσα, για την τεχνητή αντοχή στη φθορά, χρησιμοποιούμε τη λέξη για να φέρουμε τον πρωταθλητή κοντύτερα σε εμάς.

Είναι μία λέξη, ωστόσο, λαϊκή. Όχι μόνο εξ ιδιοσυγκρασίας ή με τον τρόπο που χρησιμοποιείται, αλλά από τη ρίζα της.

Κάποιος μπορεί να διαφωνήσει ελεύθερα, κάποιος άλλος να γνωρίζει ήδη την απάντηση, αλλά όταν το φτωχό μυαλό μου έψαξε να βρει από πού βγαίνει η λέξη χαρακτήρας, κατέληξε στο ότι είναι μία σύνθετη λέξη. Σε αυτή παίζει ρόλο, επειδή απεικονίζει τα κατώτερα στρώματα- διότι μέσα της φωλιάζει η τιμιότητα και το θεμιτό, είναι το ταβάνι εκείνης της κατάστασης στην οποία μπορεί να φτάσει η εργατική τάξη, όχι, δηλαδή, πολύ ψηλά- το πρώτο γράμμα. Το «χ», που είναι το λαϊκό «κ». 
Στο πέρασμα των χρόνων, υποθέτω, το γράμμα με το οποίο άρχιζε αυτή η λέξη αλλοιώθηκε. Το «κ», που την έκανε καρακτήρα (κάρακτερ προφέρεται στα λατινικά), βρέθηκε να υποσκελίζεται, επειδή η ευαισθησία των λόγιων τους έβγαζε ως τάξη έξω από τα ύδατά της, η χρήση της σπάνιζε. Ο καρακτήρας είναι κάτι: προκύπτει από το «κάρα», που σημαίνει κεφάλι, και το κτίριο, το οποίο γράφεται και κτήριο, όπως προάγει, άλλωστε, ο Μπαμπινιώτης. Είναι το κτίριο του κεφαλιού, δηλαδή η νοητική δομή μας. Η λέξη μετατράπηκε, διότι όταν δημιουργήθηκε, όταν ο πλάστης συνέδεσε τις δύο λέξεις εννοιολογικά και πρακτικά, αφορούσε σε ανθρώπους που δεν είχαν ιδιαίτερη φούρια για να βρουν από πού προέρχεται. Με το πέρασμα των χρόνων ο χαρακτήρας ταίριαζε με συγκεκριμένα σύνολα και οντότητες, χάνοντας την αξία που έδινε στη λογική. Από την άλλη μεριά, όμως, όπως και να το παρατηρήσεις, αυτό σημαίνει: με άξονα το κεφάλι, ο άνθρωπος προβαίνει στις πράξεις που χτίζουν την προσωπικότητά του και αντιστέκεται σθεναρά στους πειρασμούς που ενδεχομένως έχουν ως στόχο να πλήξουν την ηθική υπόστασή του. Ελαφρώς μυστηριώδες είναι αν ο «καρακτήρας» δημιουργήθηκε ώστε να εννοήσει τη δομή του κεφαλιού η οποία είναι αρκούντως ευέλικτη ώστε κατευθείαν να ενεργεί με βάση το συμφέρον της, ή το άχραντο και το άτρωτο, το άφθαρτο.

Όπως και να συνέβη, όμως, όταν η λέξη βρέθηκε να αφορά τους κάλλους στα εργατικά χέρια, δεν έχασε μόνο το πρώτο γράμμα της (μάλιστα, υπάρχουν άνθρωποι που την προφέρουν ως «χαραχτήρα»), αλλά και το νόημά της. Εκτός αν το νόημα ήταν να καταλήξει στο λαό και να του προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι το προσωπικό ήθος μπορεί να υπερβεί την πείνα. Τουλάχιστον σε ένα στάδιο που δεν αποκαλείται, εκείνη, λιμοκτονία.
Το «κ» του λαού Το «κ» του λαού Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:49 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.