Η πιο πρόστυχη αλητεία στους δρόμους της πόλης


Η οδήγηση, όση συγκέντρωση και αν χρειάζεται, μπορεί να γίνει μία πράξη χαλάρωσης.
Ένας ανοιχτός δρόμος και μία σειρά τραγουδιών που θα έχουν συνεννοηθεί με το πεντάγραμμο ώστε να βρίσκεσαι σε θέση να απολαμβάνεις, μαζί με τον μεταμφιεσμένο σε μέρος ορίζοντα, τη μοναξιά της κίνησης (στην οποία εσύ, πάντως, παραμένεις σχεδόν ακίνητος) μπορούν να αποτελέσουν ένα διάλειμμα από την πραγματικότητα, σχεδόν ισοϋψές με εκείνο που συμβαίνει όταν είσαι στο μπάνιο σου, ακόμα και αν ο προορισμός σου είναι η ίδια η καθημερινότητα και οι υποχρεώσεις της. Ακόμα και στο κέντρο της πόλης, όμως, η πνευματική προετοιμασία προτού βρεθείς σε αυτόν τον κυκεώνα δίτροχων και τετράτροχων αυτοκινήτων μπορεί να καταστήσει την οποία αναμονή, αν όχι σε ευχάριστη τουλάχιστον, σε ανεκτή.

Βεβαίως, ο εξωγενής παράγοντας δεν είναι αμελητέος. Αν δεν είσαι ο Άιρτον Σένα, που ο μηχανοκίνητος μύθος ανέφερε ότι πριν τους αγώνες του στη Formula 1 άκουγε κλασική μουσική στο άδειο σπίτι του, με αποτέλεσμα όταν οδηγούσε ο αριθμός των σφυγμών του να είναι εφάμιλλος εκείνου ανθρώπου που δεν βρίσκεται σε υψηλή δράση, τότε δεν γίνεται παρά να αγανακτείς με την οδηγική συμπεριφορά και, ασφαλώς, να δικαιολογείς τον εαυτό σου όταν προβαίνει σε τέτοιου είδους σφάλματα.

Μάλλον περισσότερο από συχνά αναζητάται στους δρόμους η μέρα απεργίας των ταξιτζήδων. Μπορούν να σταματούν οπουδήποτε και αυτό συμβαίνει καθημερινά, η αναλογία της δικής τους αναισθησίας, η οποία αποκαλείται ρουτίνα, και της ηλιθιότητας του πελάτη, που περιμένει οπουδήποτε τον βολεύει, είναι πολύ μικρή ώστε να δικαιολογεί οτιδήποτε.

Οι μεγάλες πόλεις είναι μέρη των αυτοκινήτων. Στους «Υπέροχους Άμπερσονς», το 1942, ο Όρσον Γουέλς συμπύκνωσε όλο το ψυχαγωγικό μεγαλείο του κάνοντας μία ταινία που δείχνει την παρακμή μίας οικογένειας από τη στιγμή που φθάνει το αυτοκίνητο στο μέρος τους. Είναι ένα μέσο το οποίο, μικραίνοντας τις αποστάσεις, δημιούργησε την ανάπτυξη ή, εν πάση περιπτώσει, την τάση για ανάπτυξη. Το αυτοκίνητο «ζήτησε» να μειωθούν οι αποστάσεις και, άρα, δημιούργησε την απαίτηση να υπάρχουν τα απαραίτητα (και τα μη και ελάχιστα απαραίτητα που έγιναν απαραίτητα) υλικά αγαθά για όπου θα του έκανε κέφι να σταματήσει. Δηλαδή παντού. Είναι πολύ λογικό να φτάσει κάποιος στο συμπέρασμα ότι πόλεις χωρίς αυτοκίνητα (ή αυτοκίνηση) δεν θα υπήρχαν.

Οι καθημερινές προσβολές στο δρόμο, οι ασέβειες και οι συνήθεις ταπεινώσεις μπορεί να προέρχονται από την ανθρώπινη κακία, αλλά όχι από εκείνη την έννοια με την οποία είναι καθιερωμένο να χαρακτηρίζουμε έναν άνθρωπο. Δεν υπάρχει διαφορά σε αυτή με το αντίθετό της: την επιβολή της μάζας, σύννομα, μέσω περιστατικών βίας. Οι συμμορίες, οποιοδήποτε διαμαρτυρόμενο σύνολο έχει έναν κοινό παρονομαστή μέσα από τον οποίο μπορεί να εξεγείρεται, καθίσταται απρόσωπο και άηθες. Με τον ίδιο τρόπο, οποιαδήποτε οντότητα βρίσκεται σε ένα σύνολο το οποίο υπακούει στο ίδιο καθεστώς κίνησης, ενεργώντας για παρόμοιο σκοπό, είναι επίσης απρόσωπο. Υποθέτω ότι αν κοίταζες από μία γωνία από ψηλά θα παρατηρούσες ό,τι ο άνθρωπος παρατηρεί σε μία φωλιά μυρμηγκιών και ίσως να αναρωτιόσουν αν γνωρίζονται μεταξύ τους. Δεν είναι τυχαίο που, όταν κινείσαι στις υπηρεσίες της καθημερινότητας και συναντήσεις έναν γνωστό σου στο δρόμο μπορεί να επιβραδύνεις την κίνησή σου, αλλά δεν τη σταματάς. Όλο το υπόβαθρο, που πρόκειται να οδηγήσει σε ατέλειωτη γραφειοκρατία ή δύσοσμη δημόσια υπηρεσία (που δεν συναντάς συχνά, πρέπει να το δώσουμε αυτό, αλλά είσαι προετοιμασμένος), αφορά στην ίδια κίνηση και μετατρέπει τα αγράφως αθέμιτα σε θεμιτά, ιδίως στους τέσσερις και στους δύο τροχούς. Κι αν κάτι συμβαίνει μαζικά, δεν είναι αλητεία αλλά στατιστική.

Ποια είναι, λοιπόν, η πιο πρόστυχη αλητεία στην πόλη; Για να προσεγγιστεί αυτό, υπάρχει ένας απαράβατος κανόνας: η συμφωνία ότι η πράξη δεν προκύπτει κατά λάθος, αλλά εν πλήρη συνειδήσει. Για αυτόν το λόγο, ό,τι χειρότερο συμβαίνει στους δρόμους ανήκει στο παρκάρισμα. Μάλιστα, σε ένα συγκεκριμένο είδος παρκαρίσματος, εκείνο στο οποίο θα μπορούσαν ενδεχομένως να χωρέσουν δύο αυτοκίνητα.

Το παρκάρισμα, δεν κομίζω Γλαύκα εις Αθήνας, είναι από τις μάστιγες της εποχής. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να διαμένουν σε κατοικίες οι οποίες έχουν ελεύθερο γκαράζ. Είναι αυτονόητο, λοιπόν, ότι ένα πάρκινγκ αφαιρεί απευθείας μία θέση στον φρίλανσερ, εκείνο που κάθε απόγευμα (διότι πια ουδείς επιστρέφει το μεσημέρι στο σπίτι του από τη δουλειά) ή κάθε βράδυ τζογάρει για να βρει να παρκάρει. Και, τελικά, έρχεται αντιμέτωπος με αυτό το θέαμα: την υποψία δύο θέσεων που έχουν καταληφθεί από ένα αυτοκίνητο. Το οποίο ο οδηγός του το έχει βάλει με αυτόν τον τρόπο, που να δείχνει ότι το θέμα του ήταν να μην μπει κάποιο άλλο αυτοκίνητο μπροστά του ή πίσω του.

Τώρα, θα μπορούσε να είναι τυχαίο. Να το είχε βάλει από πριν. Η εικόνα, βεβαίως, δεν σου δίνει αυτήν την ιδέα.

Ένας τύπος που παρκάρει το αυτοκίνητό του κατ’ αυτόν τον τρόπο βαλτώνει στο μικρόκοσμο της απάθειάς του. Είναι ο ίδιος που καταφέρεται εναντίον των πολιτικών, διαπιστώνοντας ότι δεν έχουν κάνει κάτι για αυτό. Όμως, ακόμα και αν όλοι δεν κρινόμαστε για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε, δεν παύουμε να είμαστε μέρος ενός χροδιαγράμματος που διαμορφώνει τις καταστάσεις. Η λογική να βάλεις το αυτοκίνητό σου κατ’ αυτόν τον τρόπο ώστε να εξασφαλίσεις ότι δεν θα έχεις άλλο αμάξι κοντά πίσω ή μπροστά δεν γίνεται παρά να είναι μία καθαρά πρόστυχη πράξη, δείχνοντας το επίπεδο του ανθρωποειδούς στο οποίο ανήκεις και ότι, ξεκάθαρα, για την όποια κατάντια σου ουδείς σου φταίει. Δεν πρόκειται για μία πράξη επιβίωσης, αλλά για έλλειψη ανθρώπινων αξιών, όπως είναι η αλληλεγγύη. Ένιωσα μία αμηχανία χρησιμοποιώντας μία λέξη που είναι «σλόγκαν» της νυν κυβέρνησης, αλλά η «Carmina Burana» δεν είναι λιγότερο αριστούργημα επειδή έγινε το έμβλημα της πλέον διεφθαρμένης κυβέρνησης όλων των εποχών στην Ελλάδα.

Θα το κάνεις ενώ στη γειτονιά έχει λαϊκή, θα το κάνεις έτσι, για πλάκα, μπορεί και να βάλεις το μηχανάκι σου παράλληλα στο πεζοδρόμιο, το μηχανάκι που συνήθως τοποθετείται κάθετα σε αυτό ή πάνω σε αυτό. Είναι μία κίνηση που δείχνει την αδιαφορία του χαρακτήρα και, άρα, είναι ο πρώτος αριθμός στο άθροισμα πράξεων που αφήνουν την όποια κοινωνία βυθισμένη σε μία αναχρονιστική λήθη και, κυρίως, που δείχνουν ότι το ανθρώπινο είδος μπορεί να εξελίσσεται, να είναι το απαύγασμα παλιότερων οργανικών καταστάσεων, αλλά δεν προοδεύει. Όχι μόνο μόνο του, αλλά είναι ασφαλές ότι αν δεν είναι μόνο του δεν πρόκειται να το βρει ούτε μέσα στο σύνολο. 
Η πιο πρόστυχη αλητεία στους δρόμους της πόλης Η πιο πρόστυχη αλητεία στους δρόμους της πόλης Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:22 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.