Ο ήχος μίας γενιάς


Κάθε γενιά έχει να κοκορεύεται για τα σήματα-κατατεθέν της. Μπορεί να είναι μία μετωπική σύγκρουση, ένα δικτατορικό καθεστώς, Αυτά είναι συνήθως που τη διαχωρίζουν.
Είναι σπάνιο το ενδεχόμενο να μη συμβαίνει κάτι σε μία γενιά, κάτι που τα μέλη της θα θυμούνται και το οποίο θα μνημονεύουν με τον ίδιο τρόπο που οι άντρες αξιοποιούν αρκετές στιγμές της μέσης ηλικίας τους, αλλά και πιο πριν, για να συζητούν για το στρατό σε μία κοινή παγκόσμια γλώσσα και περιόδους ειρήνης.

Ο αριθμητής στην κάθε στιγμή είναι η μουσική και οι στίχοι. Έχουν υπάρξει διαφωνίες για την προτίμηση, «μουσική ή στίχοι», αλλά, θεωρητικά πάντα, πορευόμαστε ως άνθρωποι μη σπουδαγμένοι πάνω σε αυτό το κομμάτι με τέτοια εγκαρδιότητα που μπορούμε να παραβλέψουμε ή, ακόμα καλύτερα, να μη μας ενδιαφέρει αυτό το ζήτημα.

Τι, στ’ αλήθεια, μπορεί να ενδιαφέρει την κάθε γενιά; Να βρει τη φωνή της, χωρίς να ψάχνει δεκανίκια από παλαιότερες εποχές. Ωστόσο, μία τέτοια απόπειρα πρόκειται να προσβληθεί από τα στοιχεία της οντότητας. Παρ’ όλα αυτά, τούτος είναι ο ορισμός του icon. Να μπορεί να αντανακλά σε μία ολόκληρη γενιά ή σε ένα γκρουπ ανθρώπων, προσφέροντάς τους συνολικά τη φωνή τους.

Τέτοια εγχειρήματα είναι, ούτως ή άλλως, δύσκολο να διενεργηθούν, αλλά πρέπει να είναι κοινά αποδεκτό ότι ό,τι υπήρξε το φωνητικό στάτους κβο του κάθε ανθρώπου πρέπει να δημιουργήθηκε στην εφηβεία ή, έστω, κοντά στην εφηβεία. Ειδικά σε καιρούς που δεν συμβαίνει κάτι αξιομνημόνευτο- ή συμβαίνουν πολλά, αλλά σε χαζούς ανθρώπους- ό,τι αντάμωσες και λάτρεψες στην εφηβεία σου είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συνεχίσεις να το αγαπάς για πάντα, με τρόπο που δεν πρόκειται να εμποδίζει την πρόοδό σου.

Δεν μπορούμε, λοιπόν, όσα τραγούδια των Beatles και να ακούσουμε, να πιάσουμε τον παλμό του zeitgeist στα μέσα της δεκαετίας του ’60 στη Βρετανία και είναι αδύνατον να γνωρίζουμε ακριβώς πώς ένιωθαν οι οπαδοί του Ντέιβιντ Μπόουι όταν τους ζητούσε, μέσα από τις εξεζητημένες μεταμφιέσεις του, να ασπαστούν τον εαυτό τους. Καλά καλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι ήθελε να πει ο Μάικλ Τζάκσον στους νέους της γενιάς του, είτε ως παιδί-φαινόμενο στους Jackson 5 είτε μεγαλύτερος όταν, πριν διαβρωθεί από το πείραγμα στον εαυτό του, βρώμαγε ταλέντο από την κορφή ως τα νύχια. Σε αντίθεση, παραδείγματος χάρη, με τους ήχους του «Ατλαντίς» από τα Ξύλινα Σπαθιά για όλους εκείνους που πιάσαμε την εφηβεία στο πρώτο μισό των 1990, ή τουλάχιστον για τον υπογράφοντα. Οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά ήταν η φωνή της δικής μου εφηβείας, οι αδελφοί Κατσιμίχα, ο Φοίβος Δεληβοριάς, τη στιγμή που για κάποιον θα μπορούσε να είναι ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Λεωνίδας έγραψε ένα θαυμάσιο κείμενο την επέτειο του θανάτου του. Το «Enter Sandman» των Metallica γινόταν με παράδοξο τρόπο κατανοητό, ο Άλις Κούπερ, ο ιστορικός «Αθήνα 98,4», ο «Μελωδία FM», που ήταν ο σταθμός που καθόρισε το έντεχνο τραγούδι: ήταν στις αρχές της εφηβείας όταν άκουσα τα «Μεταξωτά» της Μελίνας Κανά και τον πρώιμο Θανάση, από την «Αγία Νοσταλγία» έως το «Βραχνό Προφήτη», τραγούδια που είχαν, τελικά, τη δυναμική να αφορούν και σε νεότερους ανθρώπους και να γίνουν μουσική και στίχοι γαργαντουικής σημασίας, με ό,τι καλό και κακό, τελικά, έφερε αυτό μαζί του. Πρώτα την αίσθηση μίας αισιοδοξίας, τα μηνύματα για τους ταξικούς εχθρούς και την αδικία στον ενήλικο κόσμο, αλλά και ένα διάβημα για τους κουλτουριάρηδες, οι οποίοι, χωρίς να μπορούν να αναγνωρίσουν τις ρίζες τους, τους τόπους από τους οποίους μπορεί να προέρχονται, βάζουν τα τραγούδια του στην ασπίδα τους περί πνευματικότητας και, τελικά, τον κάνουν να εκπροσωπεί μία φυλή ανθρώπων που τουλάχιστον το δικό μου πληκτρολόγιο δεν θα ήθελε να είναι μέρος της.


Μπορώ να θαυμάζω και να χτυπιέμαι με το «Gimme Shelter», μπορώ ακόμα και να χτυπιέμαι, ειδικά με την φιλοτεχνημένη από πενταγραμμικά σμαράγδια εισαγωγή, να βλέπω εικόνες από το Βιετνάμ και τις πορείες, αλλά σίγουρα δεν υπάρχει έσωθεν η εντολή κατανόησης, η οποία προκύπτει από την εποχή την οποία βιώνεις και το μέρος, γενικώς την πληρότητα στις διαστάσεις, όπως έχουν αποφανθεί οι επιστήμονες. Το ίδιο συμβαίνει με το «I wanna hold your hand», το «Space Oddity»- ένα από τα κορυφαία τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ, μάλιστα τελευταία κυκλοφόρησε ένα βίντεο με ένα μωράκι που κλαίει και σταματάει απευθείας όποτε ξεκινάει το «Heroes» του Μπόουι- το «American Pie», που αν εισαχθείς στον κόσμο του βλέπεις την αρτιότητα του χρονογραφήματος, αλλά είναι σαν να κοιτάς την Αλίκη από την πύλη, την ώρα που μπαίνει στη Χώρα των Θαυμάτων, το «Rolling Stone», το «Love me tender». Όταν απορείς για ποιο λόγο σου αρέσει τόσο πολύ κάτι, ενώ δεν βλέπεις την εικόνα του ανθρώπου που θα ήθελες να το αφιερώσεις, συμβαίνει μάλλον εξαιτίας του χώρου και του χρόνου που δημιουργήθηκε, αλλά κατανοητό, έστω κι αν είναι ανεξήγητο μέσω των λέξεων, γίνεται μόνο αν είναι κτήμα των παιδοεφηβικών χρόνων, αν μεγάλωσες μαζί του.

Άνθρωποι, άλλωστε, δεν τολμούν να αφήσουν αυτήν την εποχή. Ο Γιάννης, γνωστός μου, που από τότε που τον θυμάμαι έχει τη συμπεριφορά ενός ποιητή-ροκ σταρ, κάποιου που φαινόταν ότι δεν έπαιρνε ρίσκα, όχι επειδή δεν ήταν παράτολμος αλλά, διότι δεν υπήρχε κάτι τόσο επικίνδυνο ώστε να το θεωρεί ρίσκο, ακολουθεί ακόμα τον Παύλο Παυλίδη, σαν γκρούπι από απόσταση. Είναι σαν να πρόκειται για τον ιεραπόστολό του, ένα μονομελές φαν κλαμπ, και απλώς τραβάει πιστούς για να ακολουθήσουν όλο το δρόμο, ποντάροντας στο δικό τους έντονο και διαρκή θαυμασμό (κάτι που μπορεί να αποδειχθεί μόνο μετά από hangover). Σε αυτό βρίσκω κάτι πολύ λεπτά παρωχημένο, σαν κάποιον που γραπώθηκε μέσα στη μέση του ωκεανού από μία σχεδία και δεν θέλει να την αποχωριστεί ακόμα και όταν εκείνη τον οδήγησε στην παραλία. Δεν βάζω Ξύλινα Σπαθιά ή Τρύπες στο youtube, αλλά όταν τους πετυχαίνω στο ραδιόφωνο ή σε κάποιο μαγαζί, από τις πρώτες νότες διεισδύω σε ένα χρονικό βυθό, ο τίτλος του «Ατλαντίς» είναι εξαιρετικά επιτυχημένος, ο «Διαμαντένιος ουρανός» είναι γεμάτος εικόνες από καταστάσεις που έχουν ήδη συμβεί, το «Χάρτινο Τσίρκο» θα μου θυμίζει για πάντα έναν άλλο ροκ σταρ που έχω γνωρίσει, ο οποίος, πιστός στο δόγμα «live fast, die young», σκοτώθηκε πριν προλάβει να μεγαλώσει και μαζί του πήρε τη δερματόσκονη του χαρίσματος, ακριβώς στο λυκαυγές του 21ου αιώνα, αφήνοντάς μας να το ανασύρουμε (το χάρισμα) μόνο από μνήμης.

Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, ψάχνω και δεν βρίσκω τη φωνή της γενιάς μου. Τη Μία και Μοναδική Φωνή, τον πυρήνα του κόσμου μου, εκείνο το κέντρο της ηχητικής πόλης που θα με έκανε να αισθάνομαι ότι ανήκα κάπου, ότι υπάρχει ένα καταφύγιο που τις έκτακτες στιγμές θα μπορούσα να επισκέπτομαι. Ίσως βρεθεί σε κάποιο τοίχο, σε μία στροφή, ανυποψίαστα κάποιο βράδυ Δευτέρας. Μπορεί να είναι ένα τραγούδι, όπως το «Ederlezi». Μέχρι τότε, το παρελθόν θα είναι θολό, όχι από την άποψη της διενέργειας των γεγονότων και του χρόνου που συνέβησαν, αλλά του πόσο πίσω γυρίζεις και αν εκεί που φτάνεις είναι όντως ο χωροχρόνος σου ή είσαι απλώς καταχρηστικός, ασπαζόμενος το πνεύμα μίας εποχής που δεν έχεις ζήσει. 
Ο ήχος μίας γενιάς Ο ήχος μίας γενιάς Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:59 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.