Ρώσος, Λιθουανοεβραίος, Γρίφος


Το στυλιστικά άρτιο νέο στην είδηση ότι ο Μπομπ Ντίλαν πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας είναι ότι τον καλούσαν από τη Σουηδική Ακαδημία στο τηλέφωνο και χτυπούσε μονότονα, χωρίς να διακοπεί από την ποθητή ανάσα.
Στην υποκουλτουρική πλευρά μου, που τη χαιρετίζω όποτε αναδύεται- και ασφαλώς το κάνει συχνά διότι πόσο να κρατηθεί η ανάσα στα ύδατα της Τέχνης η οποία δημιουργήθηκε για τους ολίγους;- θύμισε τον Αλέφαντο που παρακαλούσε να βγει ο Δούρος στο τηλέφωνο.

Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το πρόσωπο που βραβεύεται περνάει στη συνείδηση στο επόμενο επίπεδο. Το γεγονός ότι ζει ακόμα ο Μπομπ Ντίλαν μού γνωστοποιήθηκε το καλοκαίρι, όταν έψαχνα τραγούδια για να φτιάξω cd ώστε να μπορώ να σχεδιάσω ακουστικά την τετράτροχη θερινή πορεία. Μία φίλη μου έπαθε ακόμα χειρότερα: το έμαθε μόλις πριν από λίγες μέρες, όταν αποφασίστηκε ότι έπρεπε να πάρει το Νόμπελ. Κάτι που σχεδόν αποδεικνύει ότι ενώ ο θάνατος μίας διάσημης ύπαρξης είναι συγκλονιστικό γεγονός, στην πραγματικότητα δεν είσαι και 100% βέβαιος ότι ζει. Ακόμα και αν ακούς τα τραγούδια της, δεν αναλώνεσαι στο να ψάχνεις πληροφορίες αν ζει ή όχι. Μερικές φορές, όταν αναλογίζεσαι στο μέλλον ότι δεν ενεργούσες με αυτήν την απορία, νιώθεις κάποια αμηχανία για την αδιαφορία σου. Όταν παράγει, όμως, τραγούδια για τους μεταγενέστερους ή απλώς για το παρόν, ο ακροατής, που είναι και δέκτης κάποιων σκέψεών του, αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του ως οντότητας άυλης. Κατόπιν μπορεί να περάσει καιρός, ο κόσμος να μην έχει ακούσει νέα του και ξαφνικά να βρεθεί στο νοσοκομείο ή, όπως στην περίπτωση του Μπομπ Ντίλαν, να κερδίσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, μία κατάσταση την οποία δε δικαιούνται οι τεθνεώτες. Ή, απλώς, να πεθάνει, που σε εκείνη την περίπτωση ισχύει ότι πέθανε κάποιος που δεν ήξερες ή δεν ήσουν σίγουρος ότι ζούσε.

Μία γρήγορη εκτίμηση, που προκύπτει και από την περιμετρική γνώση για το παρελθόν του, αναφέρει ότι δεν θα πεταχθεί ως τη Στοκχόλμη για να πάρει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αλλά, πάλι, είναι 75 χρονών και η πορεία της ζωής του είναι πιο πλούσια και από το υλικό του χοντρού χρηματοκιβωτίου που χειραγωγεί συνειδήσεις στην κεντρική τράπεζα της Γενεύης. Το παιγνιώδες ποτέ δεν εξέλειψε από την πορεία του: ακόμα και οι πιο φανατικοί θαυμαστές της μουσικής του, που προφανώς έγιναν γκρούπις οι οποίοι ενδιαφερόντουσαν περισσότερο για το τι κάνει, με την αφορμή κάποιας νέας κυκλοφορίας ή πενταγραμμικής λειψυδρίας, δεν ήξεραν ότι για 6 χρόνια, από το 1986 έως το 1992, ήταν παντρεμένος με την Καρολίν Ντενίς: ο γάμος τους μαθεύτηκε το 2001, όταν κυκλοφόρησε μία από τις βιογραφίες του Ντίλαν (ο οποίος λέγεται Ρόμπερτ Άλεν Τσίμερμαν, γεννημένος από πατέρα με ρώσικες ρίζες και από μητέρα με λιθουανοεβραϊκές), που επέλεξε το επώνυμό του προς τιμή του ποιητή Ντίλαν Τόμας.

Και έχει κάνει τα πάντα. Σοβαρά, έχει κάνει τα πάντα: έχει σκηνοθετήσει ταινία αφιερωμένη στην πρώτη γυναίκα του, τη Σάρα Ντίλαν, στην οποία έπαιξαν μαζί με την Τζόαν Μπαέζ, έχει εκδώσει 6 βιβλία με ζωγραφιές και πίνακες, ενώ σε ό,τι αφορά τη μουσική έχει πουλήσει πάνω από 100 εκατομμύρια δίσκους και ξέρω μόνο έναν που να έχει κερδίσει το Όσκαρ (για το τραγούδι «Things have changed», που ερμήνευσε στην ταινία «Wonder boys», το 2000- και μάλιστα είχε πάει στην τελετή για να το τραγουδήσει ξανά), το Νόμπελ και το Πούλιτζερ, έστω κι αν το τελευταίο βραβείο ήταν ξεκάθαρα για συνολική προσφορά. Αναγνωρίζω μόνο έναν, τον Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, που έχει κερδίσει Νόμπελ και Όσκαρ Δεν υπάρχει κομμάτι της σύγχρονης τέχνης που ο Ντίλαν να μην έχει ανακατευτεί, κι αν συντίθεται υπερβολή με αυτό δεν πειράζει: η επιρροή που άσκησε στον κόσμο, ειδικά στα κατώτερα στρώματα, υπήρξε πραγματικά αξιομνημόνευτη. Στη λίστα των 500 τραγουδιών του «Rolling Stone» μπορεί να τον βρει κάποιος 13 φορές, 14 αν βάλει και την εκτέλεση του «Mr Tambourine Man» από τους Byrds. Το «Like a Rolling Stone», έστω και με πρέζα οίησης από την πλευρά του περιοδικού, ήταν το νούμερο ένα στη λίστα. Σύμφωνα, μάλιστα, με μία ανάλυση του τραγουδιού «American Pie» του Ντον ΜακΛίν, ο Ντίλαν είναι ο Τζέστερ- κυρίως λόγω των δικών του αστείων για τζόκερ και κλόουν- που ο τραγουδοποιός επιστράτευσε στο απίθανο χρονογράφημα για να σώσει τη μουσική, μέσα από τα τραγούδια που έγραψε και ερμήνευσε και τις συνθήκες. 


Η αφορμή για το κείμενο είναι το Νόμπελ, είναι αρκετά σαγηνευτικό το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του αν και τη μέρα της ανακοίνωσης έδωσε συναυλία στο Λας Βέγκας, αλλά η πραγματική αιτία είναι ένα σχόλιο από τον Μανώλη σε μέσο διαδικτυακής κοινότητας, κοινωνικής δικτύωσης ή διαδινότητας κοικτυακής. Ένα σχόλιο το οποίο προέκυψε από μία τοποθέτηση για τον Διονύση Σαββόπουλο, η οποία είναι αντίσταση κατά της συνολικής κατακραυγής για τον τρόπο που ο ίδιος άλλαξε κάπως την πολιτική ρότα του.

Εκ του αέναου ερωτήματος της κότας και του αυγού, τέθηκε το κλασικό δίλημμα για τον Σαββόπουλο, που αφορούσε στο καθαρό παρελθόν του και σε ένα μέλλον που ο ίδιος, με απόψεις που δεν συνάδουν με τη «δράση» του, το έχει καταστήσει αυστηρό. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο Βασίλης Ραφαηλίδης επέδειξε, κιόλας, τη εμφανή έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του τραγουδοποιού. Ο σπουδαίος αιρετικός τον χαρακτήρισε πουριτανό: μερικές φορές τα πράγματα είναι πολύ απλά, αλλά οι άνθρωποι είναι εκείνοι που σπανίζουν. Εκείνοι που δεν είναι μόνο η λογική τους και το προσωπικό ήθος τους που τους υπαγορεύει και τους αθροίζει το βάρος της γνώμης, αλλά που μέσα από τις πράξεις τους απαρνούνται τον ίδιο τον πουριτανισμό, άρα, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, το συμφέρον. Ο Σαββόπουλος, φθάνοντας στο βάθος με τις ανά φορά υπάρχουσες συνθήκες, αντιστάθηκε σθεναρά στο παρελθόν του, αλλά αυτή είναι μία προσωπική μάχη: από μία ηλικία και έπειτα μπορείς να καταχράσαι τη δημιουργικότητα του παρελθόντος για να γίνεις μουσείο ή μαυσωλείο, εξαρτάται πώς το βλέπει κάποιος. Ωστόσο, το ταλέντο, η διάθεση για δημιουργικότητα, η ζαβολιά στους στίχους και τη μουσική είναι στοιχεία του τα οποία γεμίζουν τα πνευμόνια του ακροατή. Υπάρχει ο ρομαντισμός του μουσικού που γρατζούνιζε την κιθάρα στην αιώρα και η μεθοδικότητα του επιστήμονα του πενταγράμμου. 

*Όσο για την ατάκα, «να στείλουμε τους πρόσφυγες σε βραχονησίδες να καλλιεργούν για να ζήσουν», θα ήθελα να της δώσω δεύτερη ευκαιρία με μία ανάλυση. Και να κριθεί ωσάν να ειπώθηκε χωρίς ειρωνεία ή ξιπασιά, αλλά ρεαλιστικά, κάτι που φρονώ ότι συνέβη.

Η αναφορά στον Σαββόπουλο δεν ήταν τυχαία, διότι  όταν ο Μπομπ Ντίλαν παράτησε τα κάντρι τραγούδια διαμαρτυρίας και πήγε προς την ηλεκτρονική μουσική τον αποκάλεσαν μέχρι και «Ιούδα». Μάλιστα, οι δυο τους μοιάζουν πολύ: μπορεί να είναι αληθινοί μουσικοί και στιχουργοί, να έχουν γράψει αξιομνημόνευτους στίχους, από το «του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη» στο «Καλοκαίρι» μέχρι το «Behind every beautiful thing there’s been some kind of pain» στο  «Not dark yet», αλλά ουσιαστικά δανείστηκαν τη μουσική τους από παραδοσιακά στοιχεία. Η στροφή τους από τη διαμαρτυρία σε τραγούδια πιο προσωπικά είναι ο κοινός παρονομαστής, παρ’ όλα αυτά μία ιστορία ενός ανθρώπου που αλλάζει χαρακτήρες συνεχίζοντας να παράγει ιδεατά τραγούδια δεν παύει να είναι διεγερτική, να ανάγεται στη μυθοπλασία και να συγκινεί.


Γνωρίζοντας μόνο εξ ονόματος τον Μπομπ Ντίλαν τα περισσότερα χρόνια της ζωής, το κριτήριο άρχισε κάπως να διαμορφώνεται στην τελευταία σκηνή της ταινίας «St Vincent», που παίζει ο Μπιλ Μάρεϊ, ο οποίος είναι ο μόνος που είναι συμπαθητικός από όποιον γνωρίζω χωρίς να κάνει κάτι για αυτό. Τις προάλλες διάβασα ένα θέμα σε μία ιστοσελίδα το οποίο περιείχε μία γκαλερί φωτογραφιών από τα τουρνουά γκολφ στα οποία έχει συμμετάσχει- και δεν μπορεί κάποιος να καταλάβει την απόλαυση με την οποία τα μάτια χόρτασαν από τις φωτογραφίες. Ο Μάρεϊ είχε αράξει στην αυλίτσα, με το απαγορευμένο τσιγάρο στο στόμα, προσπαθώντας να χειριστεί ένα λάστιχο και τραγουδούσε το «Shelter from the storm». Σε αυτήν τη σκηνή υπήρχε μία συνενοχή και όταν ο Ντίλαν τραγουδούσε με την Τζοάν Μπαέζ στην παρέλαση στην Ουάσινγκτον το 1963, μετά την ομιλία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στην οποία είπε «I have a dream», ο Μάρεϊ ήταν 13 χρονών. Σε Ό,τι αγάπησες από τα 10 έως τα 15 το συγχωρείς πιο εύκολα όταν εξοκείλει αργότερα, του χαρίζεις τις ζωές της γάτας και δεν το ξεχνάς. Θυμάσαι την ανωτερότητά του στον κόσμο, που το καθιστά περίπου Εδέμ: για το θαυμάσιο ηθοποιό ο Ντίλαν έμοιαζε ένα καθαγιασμένο μέρος, στο οποίο βρέθηκε και είχε πασαπόρτι να το επισκέπτεται όποτε του έκανε κέφι.

Αλλά, πάλι, δεν μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό, παρά μόνο να το συγκρίνεις με τους δικούς σου αγίους, τα πρόσωπα των οποίων κοίταζες στον ουρανό. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας θα έπρεπε να δοθεί σε συγγραφέα ή ποιητή, αφού ο κύκλος τους περνάει τρομακτική κρίση, για μία ώθηση περισσότερο από επιθυμητή αναγκαία, αλλά η Σουηδική Ακαδημία είχε διαφορετική γνώμη, τουλάχιστον για το 2016.

Ένα από τους γρίφους του 20ου και του 21ου αιώνα τιμήθηκε κατά το δοκούν καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, για την προσφορά του στη λαϊκή μουσική. Ανακάτεψε τις ανησυχίες με τη μουσική παράδοση και με μία φωνή που γρατζουνούσε τα πατζούρια στα παράθυρα των μονοκατοικιών του Νάσβιλ, παράξενη, ενοχλητική, που σε κάποιες στιγμές θα ήθελες να σταματήσει να βγαίνει από τον ουρανίσκο και, πάλι, όταν σταματούσε, θα τρυπούσε τις εγκεφαλικές αρτηρίες όχι τόσο άγαρμπα όσο φανταζόσουν, ο Μπομπ Ντίλαν ξεκίνησε μία πορεία που έχει κρατήσει πάνω από 50 χρόνια. Από τότε ο Τόμας Μίχαν αναρωτιόταν, σε κείμενό του στο περιοδικό «Times», το 1965, αν, μετά το θάνατο του Γουίλιαμ Φόκνερ, τρία χρόνια πριν, «ο Ντίλαν είναι ο καλύτερος συγγραφέας στις ΗΠΑ σήμερα», μέχρι προσφάτως, που στο «New Yorker» ο Άλεξ Ρος τον συνδέει με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ προ Ράιχ, παραθέτοντας τη γνώμη του Φρίντριχ Νίτσε, «ο Βάγκνερ είναι ηθοποιός. Έγινε μουσικός, έγινε ποιητής λόγω του τυράννου μέσα του, της υποκριτικής ιδιοφυΐας του, που τον υποχρέωσε», ο Ντίλαν παραμένει μυστηριώδης και κινούμενη παραβολή. Μία πλάνη που διατίθεται προς ανάλυση και πάλι το έδαφος είναι τόσο πρόσφορο και δύσβατο από μέτρο σε μέτρο, που μόνο ένα πολύ δυνατό μυαλό μπορεί να φθάσει σε ένα αρκούντως ικανοποιητικό συμπέρασμα. 


Κι αν η διαρκής ακρόαση των τραγουδιών του για κάποιον που δεν μπορεί να βιώσει την εποχή στην ολότητά της ενέχει μία φρικτή κούραση, που σχεδόν σε αλλοιώνει, κι αν το μπαστάρδεμα από τις εκτελέσεις των τραγουδιών του από άλλους μουσικούς έχει κάνει τις ακροάσεις λίγο τραβεστί, ο Μπομπ Ντίλαν θα είναι πάντα εκείνος που κυλιόταν στο γρασίδι με τον Πολ, τον Τζορτζ, τον Τζον και τον Ρίνγκο, ένας μπίτνικ μακριά από τους μπίτνικς- αν και φίλος με τον Άλεν Γκίνσμπεργκ και θα έχει στην αιωνιότητα την Κέιτ Μπλάντσετ να τον έχει ερμηνεύσει την εποχή της διαμαρτυρίας της διαμαρτυρίας του στο αλληγορικά ψυχεδελικό «Im not there». Η Μπλάντσετ, η αγαπημένη ηθοποιός της φίλης μου της Χριστίνας, μπορεί να είναι μέσα στις 10 κορυφαίες όλων των εποχών, αλλά έχω τη βεβαιότητα, με τέσσερα εικοσιτετράωρα, πια, απόσταση από τη θέαση της ταινίας (που φυσικά δράστιδα και παρακινητής ήταν ένα πονηρό θηλυκό), ότι ήταν ένας αληθινός εαυτός του. Όπως ο Ντέιβιντ Μπόουι βρήκε το βαθύτερο «είναι» του όταν συνάντησε την Τίλντα Σουίντον, ο Ντίλαν πρέπει να τρόμαξε με την Μπλάντσετ και να βρήκε την απάντηση της αποστασιοποίησής του από τον εαυτό που επιθυμούσε να ξεσηκώσει τα μπλε κολάρα για να κάνουν επανάσταση. 
    
Με Νόμπελ ή χωρίς, το σερσέ λα φαμ οδήγησε σε μία γιγάντια χαμογελαστή κατάφαση, η οποία, μάλιστα, απάντησε στον προβληματισμό για τη γυναίκα που υπήρχε μέσα του και όχι για εκείνη που θα τον συνόδευε χωρίς αντιρρήσιες και πικρία στην αλλοπρόσαλλη ζωή του.
Ρώσος, Λιθουανοεβραίος, Γρίφος Ρώσος, Λιθουανοεβραίος, Γρίφος Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:54 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.