Ο εκφυλισμός της υψηλής κοινωνίας


Δεν είναι οι μισθοί των Ελλήνων χαμηλοί: ψηλές είναι οι τιμές.

Η πιο λογική βάση στην ανθρώπινη σκέψη οδηγεί στην ευκολία. Ακόμα και αν εκείνη είναι λίγο περίπλοκη. Παραδείγματος χάρη, στις φιλανθρωπίες. Το πιο εύκολο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να δώσει ό,τι ποσό μπορεί να διαθέτει για να πάει στους φτωχούς. Είτε πρόκειται για το κορίτσι που έπεισε τους γονείς του να δίνουν 30 ευρώ το μήνα για το μικρό Σερζ από την Ακτή Ελεφαντοστού, είτε για τον Μπόνο και τους U2, που θα κάνουν μία φιλανθρωπική συναυλία στο Λονδίνο και θα φέρουν τον Μικ Τζάγκερ ή τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ για να τραγουδήσουν. Αυτά τα έσοδα, που διατίθενται για φιλανθρωπικούς σκοπούς, δεν μπορεί, θα πάνε στους φιλανθρωπικούς σκοπούς. Αλλά όπως το κρέας, όταν μεταφέρεται με το καράβι για ένα μεγάλο ταξίδι ή όποια άλλα προϊόντα είναι ευάλωτα απέναντι στον καιρό, έτσι και τα χρήματα μεταφέρονται «χαλασμένα» στα υπερατλαντικά ταξίδια τους.

Έτσι, όταν άρχισαν να μειώνονται οι μισθοί, το πρόβλημά μας ήταν η μείωσή τους. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ότι οι τιμές παραμένουν υψηλές. Όπως, ακριβώς, οι φιλανθρωπικές συναυλίες δεν αλλάζουν τον κόσμο. Δεν έχει ακουστεί, παραδείγματος χάρη, ότι στον παγκόσμιο δείκτη ανταγωνιστικότητας κάποια αφρικανική χώρα έχει ανέβει αισθητά επίπεδο. Στην πρόσφατη λίστα, η Ναμίμπια πέρασε την Ελλάδα, αλλά η Ναμίμπια δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι για αυτό: η Ελλάδα ήταν εκείνη η οποία κατέβηκε.

Αυτά που μαθαίνουμε από μικρά παιδιά έχουν τόση δύναμη, που μας φαίνεται πρωτόγνωρο ότι κάτι από τις γνώσεις μας σε ό,τι αφορά τη δομή της λειτουργίας γίνεται να δουλεύει με άλλο τρόπο. Όταν γίνει, όμως, εστιάζουμε σε αυτό που μας φαίνεται πιο εύκολο. Στη μείωση μισθών εστιάζουμε στο γεγονός ότι κόπηκαν χρήματα. Είναι το λογικό. Όμως, αν ο κόσμος μας ήταν δίκαιος, πόσα χρήματα στα αλήθεια έπρεπε να παίρνουμε; Αυτή η ερώτηση δεν γίνεται να τοποθετηθεί σε ό,τι αφορά την εργασία και τα ωράρια, αλλά στη θέση που έχει η χώρα στον καπιταλιστικό πλανήτη. Φυσικά μπορούμε να συμφωνήσουμε για το γεγονός ότι δεν είναι σωστό το σύστημα ούτως ή άλλως, αλλά παρά τις προβλέψεις και τις προρρήσεις- δηλαδή τους ανθρώπους που κάνουν την πρόβλεψη υιοθετώντας παραλόγως το τουπέ που ενδεχομένως να είχε ένας προφήτης, αν και ένας αληθινός προφήτης αποκλείεται να είχε τουπέ- δεν φαίνεται ότι θα εξασθενήσει τις δεκαετίες που έρχονται. Στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως των λαθών που έχουν κάνει οι πολιτικοί, σε τι ποσό πρέπει να κυμαίνονται οι μισθοί;

Κατά πάσα πιθανότητα, δεν υπάρχει σωστή απάντηση για αυτό- και, εδώ που τα λέμε, οι σωστές απαντήσεις είναι σαν ένα μυθολογικό τέρας, που όλοι έχουν ακούσει για αυτό αλλά ουδείς το έχει δει. Όμως, αν πάρουμε για παράδειγμα την Αγγλία, στην οποία ο μέσος μισθός είναι, παραδείγματος χάρη, 1.600 λίρες, η Ελλάδα τι μισθό θα έπρεπε να δίνει στους ανθρώπους που εργάζονται στις υπηρεσίες της, στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, με βάση την παραγωγή έργου που θα συνεισφέρει στον πολιτισμό του τόπου;

Το ρητορικό ερώτημα- που η αλήθεια είναι ότι με απασχόλησε στο ντιβάνι του... οδοντιάτρου, ενώ έχωνε βελόνες βαθιά σε δόντι για να αποτελειώσει το νεύρο του- διότι η επανάληψη είναι αναγκαία, δεν αφορά στην κατάσταση που βιώνει ο καθένας με τα επιπλέον έξοδα. Θα ήταν άτοπο, άλλωστε, και αυτό θεωρητικά γίνεται να εξηγηθεί.


Θέλω να πω, τα 5 λεπτά που κάνει το μετρό να εμφανιστεί έχουν βοηθήσει ώστε τα λεωφορεία στην Αθήνα να εμφανίζονται γρηγορότερα; Τα ταξί στους δρόμους βοηθούν ώστε το κυκλοφοριακό ζήτημα να μην γίνεται αποπνικτικό; Οι υπηρεσίες στο ΙΚΑ γίνεται να έχουν την αμεσότητα ώστε ο άνθρωπος που θα θελήσει να εξυπηρετηθεί να βρεθεί στο εκάστοτε κτίριο όσο χρόνο χρειάζεται για να μη χαλάσει η μέρα του; Το πρόγραμμα των σκουπιδιάρικων στην πόλη λειτουργεί με αρμονία;

Οι ερωτήσεις δεν δίνουν ακριβώς το στίγμα, αλλά το ελάχιστο που κάνουν είναι να δίνουν την επιβεβαίωση ότι ουσιαστικά οι αμοιβές είναι μέρος της αλυσίδας των καταστάσεων και της παραγωγής έστω κάποιων πραγμάτων. Ο σερβιτόρος στην τουριστική ταβέρνα είναι πολύ μοναχικός τύπος, διότι στην πραγματικότητα η τουριστική ταβέρνα είναι η μόνη που αναγνωρίζει ο ξένος, είναι η μόνη που θυμίζει Ελλάδα. Και αποκλείεται να είναι το ίδιο  Η κατοχύρωση του μέρους είναι μία άλλη κατάσταση· αν, παραδείγματος χάρη, βρεθείς στην Αβάνα, που όλο το χρόνο έχει από 22 έως 28 βαθμούς Κελσίου, θα αναφωνήσεις, «πω πω, σε τι μέρος ζουν οι άνθρωποι;», αλλά αυτό δεν θα συνδέεται με το γεγονός ότι το μέρος τούς ανήκεις. Το ίδιο ισχύει με τις ελληνικές παραλίες και όλα τα άλλα φυσικά αξιοθέατα που υπάρχουν σε αφθονία στη χώρα. Ο μουσακάς της τουριστικής ταβέρνας αποκλείεται να είναι το ίδιο νόστιμος με εκείνον που θα σου σερβίρουν στο ταβερνάκι του χωριού: αλλά ελάχιστοι φτάνουν ως εκεί.

Τώρα, το αυτονόητο είναι ότι οι αμοιβές που θεωρούνται θεμιτές προέρχονται από το παρελθόν. Είτε από τα χρήματα που λάμβαναν οι πρόγονοί μας είτε από τα χρήματα που λαμβάναμε κάποια στιγμή, αλλά όχι πια. Η μείωση αυτών των χρημάτων έχει ως αποτέλεσμα τη διαμαρτυρία. Παρ’ όλα αυτά, η απορία είναι η εξής: υπερβολική είναι αυτή εδώ η αντιμετώπιση ή εκείνη της δεκαετίας του ’90; Σε μία χώρα η οποία ούτως ή άλλως δεν παρήγαγε κάτι και της οποίας η μοναδική πρωτοτυπία στην αγορά δεν είναι κάτι άλλο από τη μαστίχα Χίου, πόσο λογικό είναι να ξοδεύονται αφειδώς χρήματα σε υπαλλήλους; Δηλαδή, αν ο πολιτισμός είναι το άθροισμα των ηθών, των τεχνών, του εμπορίου, της ποιότητας μίας εποχής, πώς οι προηγούμενες εποχές δικαιολογούσαν ότι έπρεπε να δίνονται παχυλοί μισθοί; Δεν λέω ότι δεν έπρεπε να δίνονται παχυλοί μισθοί, ούτε ότι έπρεπε. Το ζήτημα, στην προκειμένη, είναι να γίνει κατανοητό το «γιατί». Αν προέκυπτε ένας κόσμος στον οποίο δεν υπήρχε, έστω φαντασιακά, συμφέρον και οι ίδιοι άνθρωποι που εργάζονταν το 1995, φερ’ ειπείν, βρίσκονταν στις ίδιες θέσεις, χωρίς ρουσφέτια, χωρίς μπατζανάκηδες, θα έπαιρναν τα ίδια χρήματα με τα οποία όντως πληρώνονταν το 1995;

Πολύ αμφιβάλλω.


Η Ελλάδα έχει κατακρεουργηθεί από πολιτικούς που παίρνουν επιπόλαιες αποφάσεις, από παπάδες που έχουν χωράφια, από ταξιτζήδες που δεν βγάζουν φλας, από δικηγόρους που αναλαμβάνουν με θράσος αιμοσταγείς δολοφόνους, για να κάνουν το τετράκις ισόβια δις ισόβια, από δημόσιους υπαλλήλους που, επειδή πληρώνονται, προτιμούν να τους πρήζουν από το να κάνουν το αυτονόητο. Τους γιατρούς δεν μπορώ να τους βάλω μέσα διότι το μαύρο χρήμα κινεί την αγορά: όταν διαβάζεις σαν ρομπότ 25 χρόνια από τη ζωή σου και πετυχαίνεις την Κολωνακιώτισσα που βιάζεται να κάνει πρώτη την επέμβαση, τότε αν, λέω αν, σου προτείνει ένα επιπλέον ποσό για να πάρει προτεραιότητα, η ηθική δύναμή σου δεν πειράζει να κάνει τα στραβά μάτια. Εδώ το θέμα είναι ότι το λες στον άλλο το μαλάκα και πάει να κάνει το ίδιο στον εργάτη από το Μενίδι. Και μάλιστα του το προτείνει. Όποιος πει ότι η πράξη είναι το ίδιο αξιόποινη, ας έρθει από το σπίτι για να τον κλείσω σε γυάλα. Όποιος παραδεχθεί ότι δεν είναι, τότε θα πρέπει να κρίνει όλες τις πράξεις με βάση τις συνθήκες τους και όχι να κανιβαλίζει ανάλογα με το κοινό αίσθημα.

Η Ελλάδα έχει κατακρεουργηθεί από τον χτισμένο «άνθρωπο του ΠΑΣΟΚ». Το χειρότερο ανθρώπινο είδος που έχει εμφανιστεί στη χώρα, ακόμα και από τους Χρυσαυγίτες.

Ο άνθρωπος του ΠΑΣΟΚ είναι ο λεγόμενος και «γαμάω». Είναι εκείνος που βγαίνει με την γκλίτσα από το χωριό του και βαφτίζει τον κυρ Μέντιο Porsche. Είναι ο Θανάσης με τ’ όνομα, ο καλύτερος στην αγορά. Είναι ο φαλακρός γαμίκος. Είναι εκείνος που, πρακτικά, δεν καλύπτεται με τη λαϊκή καταγωγή του και ψάχνει οτ κουτούρ από το Παρίσι. Εκείνος που νόμιζε επ’ άπειρον ότι θα υπάρχουν λεφτά- δεν τον αδικώ σε αυτό- και που μου έφερε το Chanel νούμερο 5 στην Ελλάδα. Ποιο σανέλ νούμερο 5 ρε βουκόλε, που το μόνο άρωμα που έχεις μυρίσει είναι η κουράδα της κατσίκας;

Για το πού βρισκόμαστε τώρα, εκείνο το ον μού μοιάζει ως ο νούμερο ένα φταίχτης.

Κοιτάξτε, η υψηλή κοινωνία είναι ζόρι, έτσι; Δεν μπορείς να απλώνεις τα βρωμοπόδαρά σου , χωρίς έστω να το σκέφτεσαι, λιγάκι. Ταξικό ζήτημα υπάρχει. Αν είσαι βοσκός στα Φαλάσαρνα, θέλεις η γκόμενά σου να είναι κάποια που να μπορεί να λέει και άλλες λέξεις εκτός από «μπεεε». Αν είσαι ο ιδιοκτήτης της ΜΕΒΓΑΛ, θέλεις η γκόμενά σου να έχει ένα κώλο που να μιλάει στο βελούδινο κάθισμα του σκάφους. Είναι λογικό. Αν είσαι όμως ο γιος του βοσκού στα Φαλάσαρνα, ο οποίος έπαιρνε τις επιχορηγησούλες του από το ΠΑΣΟΚ, τα έβαλε στο χρηματιστήριο πριν τα χάσει και σκάσεις στη μεγάλη πόλη απαιτώντας, φυσώντας το φράγκο με την αθλιότερη της αισθητικής κίνησης και απαιτώντας τον ωραίο κώλο, μπορεί να μην είσαι παράλογος αλλά, ας ειπωθεί έτσι, μοιάζει παρά τάξιν.


Να, ας πούμε, μία διδακτική ιστορία: ο Μαζαρίνος, ένας Γάλλος πρωθυπουργός στα μέσα του 17ου αιώνα, κατόρθωσε να διαλύσει τη γαλλική οικονομία. Ο υπουργός Οικονομικών του Λουδοβίκου ΙΔ, Ζαν-Μπαπτίστ Κολμπέρ, διαπίστωσε ότι οι εύποροι Γάλλοι ήθελαν να εξαιρούνται στην αγορά: δεν ήταν επιτρεπτό να φοράει την ίδια περούκα ο μουσικός της άρπας με τον αριστοκράτη από τέσσερις γενεές. Αυτή η μανία για τα εισαγόμενα προϊόντα τού έδωσε το πάτημα, από τη στιγμή που αυτά ήταν άχρηστα για το λαό, να αυξήσει τις τιμές τους. Δηλαδή να επιβάλλει πολλούς φόρους. Αλλιώς, πολλά τέλη. Από αυτές τις δύο λέξεις, άλλωστε, βγαίνει και η λέξη πολυτέλεια.

Οι μεταγενέστεροι, τώρα, με τις επιρροές του Κολμπέρ ανάγλυφες στο έργο τους, είδαν την κίνησή του ως θεωρία που γινόταν να εμπλουτίσουν: αντί να φέρνουν ακριβά εισαγόμενα προϊόντα, να φτιάξουν μία βιομηχανία παραγωγής η οποία θα δημιουργούσε τα ακριβά προϊόντα που ήθελαν οι πλούσιοι. Η διαφορά θα ήταν από μικρή ως μηδαμινή, αλλά θα πλασαρόταν ως πελώρια: το ίδιο κρασί θα έπιναν ο πλούσιος και ο φτωχός, από σταφύλια διαφορετικών περιοχών, αλλά θα έμοιαζε διαφορετικό. Θα μπορούσε να υπάρχει μία χρονιά, φερ’ ειπείν, που ένας εργάτης στο κάστρο θα έβαζε σε ποτήρι από το Λιμόζ (το οποίο θα έμοιαζε παρακατιανό) το κρασί και θα έλεγε στη γυναίκα του, «μακάρι του χρόνου να πίνουμε το κρασί του τάδε ευγενή», ενώ στην πραγματικότητα θα ήταν το ίδιο. Η τιμή, δηλαδή, θα καθόριζε την ψυχολογική κατάσταση, η οποία θα καθόριζε, με τη σειρά της, τη γεύση. Το φτηνό ύφασμα, ίδιο με το ακριβό ύφασμα, θα ήταν πειστικά φθηνό και πάει λέγοντας. Ασφαλώς και θα υπήρχαν κάποιες διαφορές, αλλά αμελητέες. Ο Μαρξ, αργότερα, θα ευτέλιζε το οικονομικό μέγεθος του ακριβού πράγματος, ξεχνώντας ότι το ακριβό δημιουργεί τέρψη: ψωνίζεις για να διαχωρίσεις τον εαυτό σου από τον άλλο, που δεν μπορεί να έχει αυτό που έχεις εσύ.

Η ιδέα ήταν συγκλονιστική και απέδωσε για τη Γαλλία: το θέμα ήταν ότι η διαφορά ανάμεσα στις τάξεις έφθινε. Στην Ελλάδα «ο άνθρωπος του ΠΑΣΟΚ», που προερχόταν από όχι υψηλά κοινωνικά στρώματα, έγινε ο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ». Αυτό παρατήρησε ο Αντρέας, για αυτό κιόλας μακροημέρευσε στην ελληνική πολιτική σκηνή. Εκεί κάπου χάλασε η μαγιά. Ο συνωστισμός των ανθρώπων να έχουν κάτι που δεν έχει ο άλλος οδήγησε σε μία κατάσταση τραβεστί: έτσι, ενώ θα έπρεπε να πέφτουν οι τιμές σε περιττά πράγματα, στις μπλούζες που αγοράζαμε με ευκολία πριν από 20 χρόνια παραδείγματος χάρη, ανοίγουν μαγαζιά που ρίχνουν τις τιμές σε μπλούζες οι οποίες δεν θα έχουν την ίδια ποιότητα με τη Lacoste, αλλά θα μπορείς να τις αγοράσεις πολύ φθηνότερα. Θα ξέρεις εσύ και ο φίλος σου, που φοράει την μπέρμπερι καμπαρντίνα, ότι το μπλουζάκι σου είναι από τα Ζάρα. Και όταν σου πει, «ωραίο μπλουζάκι», η ειρωνεία θα ξεχειλίζει. Αυτό στους άνδρες που ασχολούνται με ρούχα λογίζεται ως έλλειψη ανδρισμού και στις γυναίκες απλώς ως ζήλια. Έτσι, θα βαφτίσεις την επιθυμία σου να μην στην «ξαναπεί» ο άλλος ανάγκη. Θα κόψεις τα χέρια σου για να πάρεις την καμπαρντίνα. Και δεν θα έχεις 60 λεπτά για μία φραντζόλα ψωμί.

Είναι ένα κοινό πρόβλημα, το οποίο προέρχεται από τη μεγαλομανία: ωστόσο, προέρχεται και από το γεγονός ότι, ως ξενολάγνοι στη νοοτροπία, αποκλείουμε την πιθανότητα να σταματήσουν να έρχονται εισαγόμενα προϊόντα. Και αν μπορεί κάποιος να παραδεχθεί ότι, με βάση την προσφορά του στον πολιτισμό, το ποσό που παίρνει τώρα είναι πιο συμβατό και ταιριαστό από εκείνο που έπαιρνε τότε, η κατάσταση διογκώνεται. Αν ένα καλό σπίτι θέλει ενοίκιο 500 ευρώ το μήνα, τότε χρειάζεσαι συνολικό εισόδημα γύρω στα 1200 ευρώ για να τα βγάλεις πέρα. Αν έχεις εισόδημα 600 ευρώ, τότε μπορείς να δίνεις 200 ευρώ, παραδείγματος χάρη. Ο λόγος που δεν πέφτουν τα ενοίκια είναι επειδή τα προηγούμενα χρόνια έχουν δοθεί πολλά για σπίτια. Τώρα, αν παίρνεις 600, δεν θέλεις να μείνεις σε ποντικότρυπα και νιώθεις ότι πρέπει να μείνεις μόνος σου, με τα 400 που θα δώσεις βάζεις άλλο ένα λιθαράκι στον τρόπο που λειτουργεί η αγορά.

Η Ελλάδα πλήρωσε και θα πληρώνει για χρόνια τη φούσκα της: μόνο το Λας Βέγκας δεν παράγει τίποτα και κατορθώνει να ζει, αλλά είναι η μόνη πόλη χωρίς φόρους, που λέει ο λόγος. Το πιο δύσκολο κομμάτι, ωστόσο, είναι πώς θα πειστούμε ως σύνολο ότι οι μωροφιλοδοξίες που οδηγούν στην σπατάλη είναι ο πρώτος λόγος που διαιωνίζει τη σήψη. Υποθέτω, όταν αφήσουμε τους φταίχτες-λιθρίνια και εστιάσουμε στους φταίχτες-γαλάζια φάλαινα. Με ό,τι συνεπάγεται, αυτό, κοινωνικά και πολιτικά.

Στο ρόλο του properman

ο Λευτέρης Ελευθερίου
Ο εκφυλισμός της υψηλής κοινωνίας Ο εκφυλισμός της υψηλής κοινωνίας Reviewed by Proper Man on 8:56 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.