Το πιο πολύτιμο κόσμημα της ψυχαγωγίας


Πώς έγινε, η μνήμη δεν είναι εύκολο να το επαναφέρει. Ήμαστε στο αμάξι, δύο μαντραχαλαίοι, 66 χρονών στο σύνολο, και τραγουδούσαμε το «Someone like you». Μιλάμε για μαντραχαλαίους: τρίχες παντού, στήθος, κοιλιά, πλάτη και, μερικές φορές, κοιλιά παντού.
Το αστείο μας κάποτε ήταν «ο χοντρός και ο χοντρός», μία παράφραση του γνωστού ζευγαριού με τους Σταν Λόρελ και Όλιβερ Χάρντι.

Ο Σουίτερς στους «Αγριεμένους Ανάπηρους» του Ρόμπινς άκουγε Κόουλ Πόρτερ και Ίρβιν Μπερλίν και ζούσε στον κόσμο της ντροπής. Χόρευε με κλακέτες στο σπίτι μόνος του. Θα μπορούσαμε να έχουμε περάσει αυτό το στάδιο της αμηχανίας αν δεν ήταν τόσο γελοίο πώς και πόσο γρήγορα μεταβήκαμε από τα βυζγιά και τον κώλο της αλληνής στην Αντέλ. Στο «Someone like you». Το οποίο συνήθως, όποτε η Αντέλ το λέει λάιβ, κλαίει.

Αυτό το τραγούδι το έμαθα ήσυχα, το άκουσα για πρώτη φορά σε ένα σπίτι, στο ημίφως, μου μεταδόθηκε ανεπιφύλακτα και χωρίς άλλους ήχους να παρεμβάλλονται, κάνοντας το μυαλό να ανησυχεί για τις κατευθυντήριες γραμμές που θα πάρει το αυτί. Θυμάμαι πολλά άχρηστα πράγματα, αντιθέτως για χρόνια δεν ήξερα πού σπούδαζε η μεγάλη αδελφή μου, αλλά νομίζω ότι η συγκεκριμένη κατάσταση δεν ανήκει σε αυτά. Οι πρώτοι 8 μήνες του 2012 ήταν καλοί μήνες και ανάμεσα σε αυτούς η Αντέλ ήρθε να προστεθεί. Και στους διαρκείς μετασχηματισμούς ο ακροατής αποφαίνεται ότι είναι το πιο λαμπερό κόσμημα της ψυχαγωγίας στις μέρες μας.

Τώρα, είναι δυνατόν αυτό; Το επίρρημα σχεδόν δεν ταιριάζει στο σκίρτημα που μου προκάλεσε η εκτέλεση του «Redemption Song» του Μπομπ Ντίλαν για το Playing for Change, με το γιο του, Στίβεν Μάρλεϊ, να τραγουδάει το δεύτερο κουπλέ, που είναι και από τα πιο δυνατά στην ιστορία της μουσικής. Η μουσική είναι δύναμη και πάθος, φέρνει ιστορίες από τα βάθη της θάλασσας και από τη σκλαβιά των ανθρώπων: η Αντέλ δεν μοιάζει να χωράει σε αυτά.

Και τότε πώς;

Η Αντέλ δεν τραγουδάει για βαθιά νοήματα, για το δρόμο της ξενιτιάς, για τον πόλεμο και τους νεκρούς, δεν τραγουδάει για να ξυπνήσει τους ανθρώπους από τον τρόπον τινά λήθαργό τους. Δεν θα ήταν δυνατόν να τραγουδήσει κάτι τέτοιο. Με τα παραπανίσια κιλά της, πολλά ή λιγότερα, από την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε ήταν σαν να ξύπνησε στους ανθρώπους ένστικτα προστασίας και να επιδόθηκαν, ειδικά στο χώρο της, να την προφυλάξουν ειλικρινά από τη λαιμαργία των ΜΜΕ. Τα ΜΜΕ βρίσκονται στη θέση της μετάδοσης και για αυτό υπάρχουν διάσημοι: ό,τι δημιούργησε τις διασημότητες και, τελικά, την απέχθειά τους, είναι τα Μέσα που επικοινωνούν με τον κόσμο τις παράδοξες δυνατότητες οποιουδήποτε. Οπότε, αυτό που συμβαίνει τώρα, με την αρκετά λογική έχθρα, δεν είναι κάτι άλλο παρά μία στροφή προς το δημιουργό. Τα Μέσα Επικοινωνίας, εξάλλου, δημιουργήθηκαν μέσα από την Ιστορία: είναι απλώς η διαίρεση των γεγονότων που καλύπτουν μία ολόκληρη εποχή σε υπογεγονότα ταχέως μεταδιδόμενα.

Παρ’ όλα αυτά, ό,τι ήταν εκείνο που τράβηξε τους τραγουδιστές και όποιον άλλο προς την Αντέλ, ήταν εξαιρετικά γλυκό και συγκινητικό. Η μαγνητιστική παρουσία της δεν είχε σχέση με την ομορφιά όπως αναγνωρίζεται στις μέρες μας, ούτε με ένα είδος γοητείας μίας ντίβας που τυραννάει τους συνεργάτες της, αν και δεν είμαστε σίγουροι ότι δεν το έκανε. Στις αρχές, ειδικά, έμοιαζε με ένα κορίτσι που το σκεπάζει η βροχή και τουρτουρίζει από το κρύο και, με έναν τρόπο, έχοντας τις προοπτικές της σοπράνο, αυτός ο συνδυασμός δεν ήταν παρά μία σίγουρη συνταγή για να δημιουργήσει σε κάποιον την αίσθηση ότι οι πράξεις του, όχι μόνο θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο ώστε ο εύθραυστος εσωτερικός κόσμος της να μη διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθησαν- όλοι γνωρίζουμε ότι, όσα κιλά κι αν βάλουμε, το γεγονός ότι είμαστε χοντροί μας πειράζει πολύ περισσότερο όταν αποδίδεται σε λέξεις- αλλά και να κερδίσουν μία θέση στην πορεία της ως ευεργέτες.

Δεν υπάρχει προφανής λόγος για αυτό το κείμενο, εκτός από το γεγονός ότι, όπως συνέβη και στο παρελθόν, η Αντέλ τραγούδησε το «Make you feel my love» του Μπομπ Ντίλαν- ο οποίος έχει γράψει ατέλειωτα τραγούδια (και είναι τρομακτικό σε ποιο ποσοστό αυτά είναι αριστουργήματα- για να το αφιερώσει στην Έιμι Γουάινχαουζ στη Βοστώνη, στις 14 Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους, δηλαδή μία ημερομηνία που αν ζούσε αυτό το κορίτσι θα γινόταν 33 ετών. Στη «the coolest motherfucker», όπως την αποκάλεσε. 

Η Αντέλ είπε ότι χωρίς τη Γουάινχαουζ δε θα αγόρασε ποτέ την πρώτη ροζ ηλεκτρική κιθάρα της και δεν θα έγραφε ποτέ τα τραγούδια της: πιθανότατα κάνει λάθος, διότι αν δεν υπάρχει ο ένας δρόμος δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένας δρόμος, πάντως είναι γλυκός και συγκινητικός.

Κοιτάζοντάς τη να ερμηνεύει το άκρως ερωτικό κομμάτι, τη φανταζόμουν λίγο σαν τον «Τελευταίο Αυτοκράτορα», ακόμα και τώρα, που μοιάζει να μην έχει ανάγκη κανένα και που βρίσκεται στη σκηνή και για κάποια δευτερόλεπτα, διάσπαρτα, σου δίνει την εντύπωση ότι δεν ξέρει γιατί είναι εκεί, ούτε τι πρέπει να κάνει. Η Αντέλ, που όταν ανοίγει το στόμα της για να κάνει ένα αστείο μοιάζει με νευρική Αγγλίδα κυράτσα, κουβαλάει μαζί της την ενέργειά της και μοιάζει σαν να μην έχει σκοπό να σε κάνει χαρούμενο ή να σε συγκινήσει, σαν να μην επιζητεί αυτήν την αισθηματική δόξα που στην καλλιτεχνία πρέπει να υπάρχει ως συζήτηση για το πόσο άδολο είναι το κυνηγητό της. Μέσα σε αυτό το πλάτος και το ύψος που ανήκει, βλέπεις μία Μονσερά Καμπαγέ στην προπαιδική ηλικία, την πρώτη αληθινή ποπ σοπράνο όλων των εποχών, ένα κοριτσάκι που μόλις ανακάλυψε τη θάλασσα και πλατσουρίζει και απλώς είσαι εκεί ξαπλωμένος, κοιτάζοντάς το και ευχόμενος να μην το φοβίσει τίποτα ποτέ, να μην το διαφθείρει η βαρύτητα και η επιθυμία των ανθρώπων να κρατήσουν την αθωότητά του δίνοντάς του συμβουλές για τη σκληρότητα του κόσμου, συμβουλές δήθεν καλοσυνάτες που όμως έχουν ένα συγκεκριμένο στόχο, έστω και παίρνοντας λανθάνουσα διαδρομή: να το κάνουν να μεγαλώσει. Διαισθάνεσαι ότι η συγκεκριμένη πίεση, όμως, τους κάνει να μην αντιλαμβάνονται ότι ο κυκεώνας των λόγων για την πονηριά, την κυνικότητα, την έλλειψη αξιοκρατίας- καταστάσεις τις οποίες όσοι συμβουλεύουν έχουν ήδη ενσωματώσει στη ζωή τους για αυτό δύνανται να μιλήσουν για αυτές- το κάνουν να μεγαλώνει πριν της ώρας τους.

Πρέπει να έχουν περάσει 8 χρόνια από τότε που η Αντέλ έπιασε τον κόσμο εξ απήνης και είναι πολύ όμορφο να τη βλέπεις ακόμα αλώβητη, με έναν άντρα που δεν θέλει να την παντρευτεί αν και έχει την κόρη του: είναι μία δίκαιη εξέλιξη που συνεπάγεται πρόοδο για μία περσόνα και μία ερμηνεύτρια που λάμπει σαν κόσμημα 42 καρατίων, όπως την πρώτη μέρα που σόκαρε με τη βαθιά φωνή του, η οποία στραγγαλιζόταν από τα συναισθήματα αλλά και πάλι έβγαινε ατόφια, όλο τον πλανήτη. 
Το πιο πολύτιμο κόσμημα της ψυχαγωγίας Το πιο πολύτιμο κόσμημα της ψυχαγωγίας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:51 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.