Το σάουντρακ της «Υπεραιχμής»


Στα 25 του, ο Τόμας Πίντσον έγραψε το πρώτο βιβλίο του. Ήταν το «V.». Από τις πρώτες λέξεις, φαινόταν ότι πρόκειται να γίνει ένας από τους κορυφαίους μυθιστοριογράφους που είδαν το φως του Ήλιου από τον πλανήτη Γη.


Το πιο εντυπωσιακό μέρος της ιστορίας αυτού του απίθανου τύπου είναι ότι δεν ξέρεις αν όντως υπάρχει.

Ο Τόμας Πίντσον δεν είναι ένας κοινός μυθιστοριογράφος. Είναι σαν τον Τομ Ρόμπινς χωρίς τα ναρκωτικά και την τόση αισιοδοξία. Αν ο Ρόμπινς γέμιζε το κενό του στον κυνισμό, ίσως να ήταν Πίντσον.

Επίσης, έχει κάτι πρωτότυπο και μοναδικό, που δεν μπορείς να το βρεις σε άλλο συγγραφέα ο οποίος να έχει τουλάχιστον δύο βιβλία του τοποθετημένα σε λίστες κορυφαίων της εποχής του πανθομολογουμένως: είναι πληροφοριοδότης.

Ασφαλώς, ο άνωθεν προσδιορισμός δεν ισχύει με την έννοια της ρουφιανιάς: αλλά με βάση τη σύνθεση της λέξης. Δίνει πληροφορίες στα κείμενά του. Δεν περιγράφει απλώς τα μέρη στα οποία διαδραματίζονται οι ιστορίες του, αλλά πιάνει το zeitgeist της εποχής με την οποία ασχολείται και το φέρνει στον αναγνώστη. Αυτό είναι σπάνιο αγαθό για συγγραφέα και συνήθως, στις επιλογές των κλασικών βιβλίων, δεν το βρίσκεις.

Βεβαίως, ο λόγος είναι απλός: οι συγγραφείς είναι από τα πλέον αλαζονικά πλάσματα, άνθρωποι χωμένοι μέσα στη θύελλα των λέξεών τους, οι οποίες υπάρχουν ως αυτοσκοπός. Το μαστόρεμά τους και η φιλοτεχνία τους μπορεί να είναι καλλιτεχνία που να προσεγγίζει τη μαγεία, πάντως δημιουργούν στο συγγραφέα το σύνδρομο της ανωτερότητας και, λειτουργώντας με αυτόν το γνώμονα, πολύ δύσκολα αποδέχεται την ήττα του. Μία λάθος λέξη μπορεί να αποτελεί το λόγο βαθιάς θλίψης, κάτι που είναι παιδιάστικο, όπως άλλωστε η προσωπικότητα των συγγραφέων, ακόμα και των αρτιότερων του είδους, όταν εντρυφούν στα πιο σοβαρά ζητήματα αλλά μαστίζονται με ένα ορθογραφικό ατύχημα ή την επιχειρηματολογία του «αντίπαλου δέους», που με δυσαρέσκεια βλέπουν να υπερνικά τη δική τους.

Οι συγγραφείς δεν θεωρούν ότι υπάρχει λόγος να αναδείξουν την εποχή τους λεπτολογικά, εμβαθύνοντας στα υλικά συστατικά της. Ο Πίντσον έχει αποδείξει συναπτά ότι μπορείς να κρατάς την ουσία παραθέτοντας κάτι παραπάνω από το πνεύμα της εποχής, αρκεί να μπορείς, με κάποιο τρόπο, να μετατρέψεις όλη αυτή την παράθεση σε άθροισμα το οποίο επίσης είναι ένα φιλοσοφικό μάθημα. Ασφαλώς υπάρχει, ούτως ή άλλως, η φιλοσοφική αύρα, η οποία αναδεικνύεται μέσα από την υπόθεση. Ή σπέρνεται σε άτακτες στιγμές, διακόπτοντας τη ροή σε κάποια από τα πιο συναρπαστικά σημεία συνολικά της υπόθεσης. Πρόκειται για διαφήμιση. Για να καταλάβει κάποιος την εμβέλεια, υπάρχει ιστοσελίδα που ονομάζεται pynchonwiki και έχει όλους τους περίεργους όρους κάθε βιβλίου του, προσπαθώντας να τους εξηγήσει.  

Και υπάρχει το εξής καταπληκτικό με τον άνθρωπο που απογείωσε την ανθρώπινη πνευματική διέγερση με το «Ουράνιο τόξο της Βαρύτητας»*: δεν ξέρουμε ποιος είναι.

*Το «Ουράνιο τόξο της Βαρύτητας δημοσιεύθηκε το 1973: ο Πίντσον ήταν 36 χρονών και το βιβλίο συγκρινόταν μόνο με τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις. Ήταν το ακλόνητο φαβορί για να κερδίσει το βραβείο Πούλιτζερ, αλλά η επιτροπή του βραβείου απέρριψε την υποψηφιότητά του από το πάνελ που ασχολείται με τα βιβλία φαντασίας, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο που δε διαβάζεται, που είναι πομπώδες, υπερβολικά γραμμένο και άσεμνο. Είναι, δηλαδή, απλώς το τελευταίο. Αυτή η στιγμή ήταν κριτική: δεν υπήρξε υποψήφιος στην κατηγορία των βιβλίων φαντασίας ως το 1980 και, για να δημοσιεύσει ο Πίντσον το επόμενο βιβλίο του, τη «Βάινλαντ», έπρεπε να περάσουν 17 έτη και το χρονολόγιο να γράψει 1990.


Δεν ξέρουμε αν υπάρχει με αυτό το όνομα κάποιος συγγραφέας. Δεν έχουμε παρακολουθήσει την πορεία του, δεν γνωρίζουμε αν και πού ζει. Υπήρχε ένας Τόμας Πίντσον στο κολέγιο του Κορνέλ, παρ’ όλα αυτά δεν είναι βέβαιο ότι πρόκειται για τον ίδιο. Μία νοσηρή φήμη, παραδείγματος χάρη, θέλει τον Γιόζιπ Μπροζ Τίτο να μην είναι ο «αυθεντικός» Γιόζιπ Μπροζ Τίτο. Στις χώρες της πρώην ενωμένης Γιουγκοσλαβίας ακόμα λέγεται πως ένας εργάτης, όπως ήταν ο πρώτος «Τίτο», δεν μπορούσε να κάθεται στην κεφαλή του τραπεζιού στις συναντήσεις με τους ηγέτες της Ε.Ε. και μάλιστα, ακόμα πιο ψιθυριστά, λέγεται ότι ο… δεύτερος Τίτο ήταν Αυστριακός.

Είναι τέτοιος ο θρύλος για το πώς είναι ο Τόμι, αν είναι ένα άτομο ή περισσότερα, που κάποτε υπήρξε ένα κείμενο στο περιοδικό «Soho Weekly News» το οποίο ανέλυε την περίπτωση για να φθάσει στο συμπέρασμα ότι ο Πίντσον στην πραγματικότητα είναι ο… Τζέι Ντι Σάλιντζερ. Από τις λίγες φορές που βγήκε στο καβούκι του, έστειλε επιστολή και απάντησε: «Όχι άσχημα. Συνέχισε να προσπαθείς».

Υπάρχουν ανάλογες τέτοιες ιστορίες, οι οποίες διανθίστηκαν όταν το 2004 συμμετείχε στους «Σίμπσονς», φορώντας μία χαρτοσακούλα. Αυτό, όμως, είναι δευτερεύον, μπροστά στο πώς γράφει, ακόμα και διαβάζοντας την ελληνική μετάφραση. Η αλήθεια είναι ότι στην «Υπεραιχμή», το τελευταίο βιβλίο του που εκδόθηκε το 2013, όταν ήταν 76 χρονών, ο ενθουσιασμός για τη μετάφραση δεν ήταν τόσο έντονος, αλλά, όπως πάντως, πρόκειται για ένα σπουδαίο μυθιστορηματικό χρονογράφημα, ή χρονογραφημένο μυθιστόρημα, το οποίο αφορά στις εβδομάδες πριν και στις εβδομάδες μετά την 11/9 και είναι πλήρως εναρμονισμένο με την εποχή.

Δε μου αρέσει καθόλου να βγάζω σημειωματάριο ή να κυκλώνω λέξεις ή φράσεις σε ένα βιβλίο, θεωρητικά νιώθω ότι χαλάω μία ιεροτελεστία η οποία με απομακρύνει από τον κόσμο ακόμα και αν διαβάζω μέσα σε αυτόν. Αλλά σπανίως ανοίγω δεύτερη φορά το ίδιο βιβλίο. Οπότε έπρεπε να βγάλω ένα σημειωματάριο, το οποίο πιθανώς θα ανακατευτεί με άλλα, θα το ξεχάσω ή θα το χάσω, για να γράψω μερικές άχρηστες πληροφορίες οι οποίες, επίσης πιθανώς, λόγω του όγκου άχρηστης γραφής, να γίνουν κάποια στιγμή, σε ένα τσακίρ κέφι, χρήσιμες: μερικές λέξεις στα ρώσικα, μία ωραία ιστορία που ούτε διανοούμουν ότι θα γινόταν να υπάρχει, κάτι άλλο, που τώρα είναι αρκετά δύσκολο να περιγραφεί.

Στην «Υπεραιχμή», που είναι μία ιστορία χάκερ, ντετέκτιβ και μία τζούρα σεξ και ατάκες αιχμηρές που θα μπορούσαν να έχουν θέση στο μυαλό οποιασδήποτε πνευματώδους φυσιογνωμίας που αντί να επιλέξει τη σοβαροφάνεια χαριεντίζεται- με τον κίνδυνο να χάσει τη σοβαρότητα- ο «Πίντσι» σκαρώνει μία ιστορία που, στο τέλος της, αφήνει κληροδότημα ένα ολόκληρο σάουντρακ. Κάτωθι παρατίθενται τα τραγούδια- μαζί με αναφορές σε καλλιτέχνες- όπως αυτά αλιεύθηκαν στις σελίδες, χωρίς να γίνεται λόγος για τα κομμάτια που προκύπτουν από την αναφορά ενός στίχου σε ένα διάλογο, ή, πιο σύντομα, «τρώμε κάτι και συνεχίζουμε»:
«Oops, i did it again».
«Help me, Rhonda».
«Landside», Στίβι Νικς.
«Borderline», Μαντόνα.
«Theme song to Love Boat».
«Korobushka».
«Time is on our side».
«Don’t stop believing».
«That’s Amore».
«Una furtive lagrima».
«It’s cool at the Mall».
«It’s a beautiful day in this neighborhood».
«Nessun Dorma»*.
«Billy’s bounce».
«Βετσερίνκα ου Ντέτσλα».
«Ουλίτσνι Μπαγέτς».
«More than a feeling».
«Bohemian Rhapsody».
«Dancing Queen».
«Μασαπίκουα».
«Volare».
«September» (Earth, wind and fire).
«Africa».
«Are you with me, Dr.Wu».
«Cuando volveras».
«Green Acres theme».
«Middletown New York».
«Lyin’ Eyes».
«Whoomp (There it is)».
«Repossess man».
«That’s when i reach for my revolver».
«Canned heat».
«Cosmic girl».
«Bird dog».
«The Imperial March (The Darth Vader theme)».
«Ride the wild surf».
«The world is yours».
«1999».
«Erica Kane».
«Copacabana».
«What a fool believes».
«Closing Time».
«Time after time».
Sarcofago/Burzum/Mayhem
«Dancing in the street».
«Regulate».
«The Fez».
«Beyond the sea».
«Movin’ on up».
«Already gone».
«Rudolph the red-nosed reindeer».
«Theme from Godfather».
«Don Giovanni».
«Candle in the wind».
«Ty ne odin.
«Veter».
«Ride with me».
«Meanest girl in town».
«Can’t smile without you».
«Reunited».

*Η αναφορά στο «Nessun Dorma» γίνεται διαμέσου ενός διαλόγου τριών γενεών μίας εβραϊκής οικογένειας, φευγαλέου. Σε αυτόν, το κάθε ένα από τα μέλη της- ή σχεδόν το κάθε ένα- λέει τη γνώμη του για την καλύτερη εκτέλεση του συγκεκριμένου τραγουδιού, που είναι σπουδαίο, ακόμα και για ποδοσφαιρικούς λόγους. Αναφέρεται, λοιπόν, η εκτέλεση της Αρίθα Φράνκλιν, το 1998 στη Νέα Υόρκη. Η ιστορία έχει ως εξής: στα Grammy είχε κανονιστεί να τραγουδήσει ο Λουτσιάνο Παβαρότι, αλλά 20 λεπτά πριν την έναρξη των βραβείων ο γιατρός τού απαγόρευσε τη συμμετοχή. Οι διοργανωτές κινήθηκαν έξυπνα και έκλεισαν την Αρίθα Φράνκλιν, την οποία παρουσίασε ο Στινγκ. Όποιος έχει ακούσει κάποια ποικιλία εκτελέσεων από τη θεσπέσια άρια του Τζάκομο Πουτσίνι για την όπερα «Τουραντότ», αλλά δεν έχει ακούσει αυτή εδώ, ας προετοιμαστεί ψυχολογικά για κάτι μοναδικό στη μουσική ιστορία. 

Η γνωριμία μου με τον Τόμας Πίντσον (κάτι που είναι αδόκιμο, αλλά τουλάχιστον το 99% των κατοίκων της Γης δεν έχει γνωριστεί μαζί του) έγινε από το βιβλίο του Τομ Ρόμπινς «Αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα», που είχε παραθέσει όλα τα κείμενα που έχει γράψει σε εφημερίδες ή περιοδικά. Τον αποκάλεσε «μάστορα των ουσιαστικών» και ανέφερε το «Μέισον και Ντίξον». Όταν διάβασα την πρώτη πρότασή του ήταν μία αποτρόπαια και εμπειρία αποξένωσης, αφού συνεχιζόταν μέχρι τις περίπου 400 λέξεις, κάτι που ξεπερνά για λίγο τη δική μου μεγαλύτερη πρώτη πρόταση. Χρόνια μετά, θυμήθηκα το «Μέισον και Ντίξον» όταν η Χρύσα μού είπε μία ιστορία για το πώς διάβαζε με την αδελφή της για την εξεταστική. Υπήρχαν σημεία που τα προσπερνούσε αν και της φαίνονταν πλήρως ακατανόητα, ενώ η αδελφή της επέμενε, προσπαθώντας να «βγάλει» κάτι από αυτά, ίσως να πιάσει τη λογική τους. Σε κάποια φάση, όταν οι ερωτήσεις της μικρής είχαν χάσει τον αιφνιδιαστικό χαρακτήρα τους, η Χρύσα αναφώνησε: «Τι τα θες και τα σκαλίζεις;».


Αν υποθέσουμε ότι στο μυαλό μου δεν προκύπτουν περισσότερα κενά από εκείνα που βρίσκονται στο μέσο όρο των ανθρώπινων μυαλών, μία ενδιαφέρουσα στατιστική διαδικασία αλλά ενδεχομένως άκυρη, υπό την έννοια ότι το μυαλό εξελίσσεται, όπως όλα τα όντα και τα μέρη των όντων στον κόσμο, τότε από την πρώτη, κιόλας, εμπειρία, το «Μέισον και Ντίξον», θα έπρεπε να το διαβάζω ακόμα για να στοχεύσω στην πληρότητα της λογικής. Αλλά όχι και της αισθητικής των λέξεων, η οποία είναι το αυτονόητο δικαίωμα για να τραφεί το τέρας με τις επτά γλώσσες. Έπρεπε να παρθεί η απόφαση, διότι η κατανόηση είναι επικίνδυνο πλάσμα: μπορεί να σε βγάλει στο φως, αλλά ενδέχεται και να βαλτώσεις, επειδή σε κάποιες περιπτώσεις μοιάζει με ματαιότητα, από εκείνες που οδηγούν τους αιρετικούς στις λεωφόρους της παράνοιας. Σε κάποιες, σπάνιες, περιπτώσεις, η πνευματική οκνηρία συνίσταται, όχι μόνο επειδή σε γλιτώνει από επικίνδυνα μονοπάτια αλλά, διότι όταν βρίσκεται σε κατάσταση που πρέπει να παλέψεις με τον εαυτό σου απέναντι στο δυσνόητο, η επίσκεψη της «λύσης» δεν γίνεται την ώρα που την επιθυμείς. Βγάζοντας έξω την τύχη και την υπερβολική ευστροφία- εκείνη του τύπου «9 χρονών στο κολέγιο»- ανθρώπων που δεν θα επέλεγες για να κάνεις παρέα, συνήθως το ζουμί της γνώσης που επιθυμείς να ευλογήσει τα εγκεφαλικά κύτταρά σου δε σου κάνει παρά καθυστερημένη αρμένικη βίζιτα. Αν κατορθώσεις να το συνδυάσεις, δε, με τη στιγμή που επιθυμούσες να ανθίσει ο εγκέφαλος και να βρει τον τρόπο για να βγάλει το σωστό αποτέλεσμα στην εξίσωση, τότε το όφελος θα είναι χρήσιμο σε βάθος χρόνου.

Πλην σπάνιων περιπτώσεων, λοιπόν, εκείνων που νιώθω ότι αν ο κόπος είναι μεγάλος η κατανόηση δεν είναι ένα παράλληλο σύμπαν που απέχει χιλιάδες έτη φωτός μακριά, η μηχανική κίνηση μου επιτρέπει να γυρίσω τη σελίδα και να συνεχίσω με το βιβλίο, είτε αυτό αφορά στη γραμμή του Ισημερινού, είτε σε μία φυσική στρατιωτική ιστορία, είτε σε μία επικολυρική αφήγηση εκδίκησης του Τόμας Πίντσον. Όποιος Θεός κι αν είναι εκείνος που πιστεύει, να τον έχει καλά για πολλά χρόνια ακόμα, για να μην είναι η «Υπεραιχμή», στα αγγλικά «Bleeding Edge», το τυπογραφικό «αντίο» του. 
Το σάουντρακ της «Υπεραιχμής» Το σάουντρακ της «Υπεραιχμής» Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:12 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.