Η αδικία με δεύτερη ματιά


Στην αθλητική δημοσιογραφία καλύτερα από όλους πληρώνονται οι δεινοί ποδοσφαιρικοί ρεπόρτερ. Οι μπασκετικοί ρεπόρτερ επίσης, αν είναι δυνατοί για χρόνια και έχουν θέαμα, δεν ακούνε γκρίνια από τον τραπεζικό λογαριασμό τους.

Ή, τουλάχιστον, αυτό συμβαίνει σε αναλογία με την εποχή και τα χρήματα που υπάρχουν στην εκάστοτε περίπτωση. Από το 1997 έως το 2004 πολλοί δημοσιογράφοι έβγαλαν χρήματα επειδή μπόρεσαν και βολεύτηκαν σε γραφεία Τύπου  που αφορούσαν σε όλα τα σπορ. Όχι απαραιτήτως με μπάρμπα από την Κορώνη, αλλά με φίλους, φίλους φίλων και με την αξία τους. Υπήρχαν πολλοί που ήταν άξιοι δημοσιογράφοι και που είχαν διανύσει πορεία δεκαετιών στο ρεπορτάζ, άρα ήταν η ώρα να αναλάβουν τέτοιο πόστο. Το θέμα σε αυτήν την περίπτωση ήταν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των γραφείων άρχισε να λειτουργεί το 2002 και μέχρι τότε συντηρούνταν με δελτία τα οποία ήταν η επιτομή της δουλειάς του ποδαριού. Όποτε ακούω ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες κατέστρεψαν την Ελλάδα, θυμώνω αρκετά. Αυτό που από τους Ολυμπιακούς την κατέστρεψε ήταν ότι οι διοργανωτές μπορούσαν να φτιάξουν τη διοργάνωση στο κόστος και έδωσαν υπερπολλαπλάσια χρήματα. Γίνεται σε όλες τις χώρες του κόσμου και σε όλες τις ολυμπιακές επιτροπές, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι αν ο θεσμός πέφτει σε αδηφάγους- οι οποίοι είναι καλή περίπτωση να είναι όλοι, όταν ρέει το χρήμα και όταν είναι άγραφος νόμος να συμβαίνει- δε φταίει η ίδια η διοργάνωση, αλλά οι άνθρωποι που διαχειρίζονται τα οικονομικά της. Όταν κάποιος λέει ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες κατέστρεψαν την Ελλάδα είναι σαν να παραδέχεται ότι, εφόσον βρισκόταν στη θέση εκείνων που τους διοργάνωναν, θα ξόδευε ακριβώς τα ίδια χρήματα, κάτι που σημαίνει, μέσω της επαγωγικής μεθόδου, ότι η διαφθορά κατέστρεψε την Ελλάδα, απλώς εμφανίστηκε με τη μορφή των Ολυμπιακών. Αρκετά με αυτό το αστείο με τη διοργάνωση.

Οι Ολυμπιακοί γίνονται μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια. Είχα διαβάσει μία καταπληκτική ιδέα: να γίνονται στην Πελοπόννησο κάθε φορά. Να υπάρχουν εγκαταστάσεις και ολυμπιακά χωριά σε κάθε πόλη, τα οποία θα συντηρούνταν για να γίνεται η διοργάνωση. Αυτή η ιδέα, βεβαίως, έπεσε στο τραπέζι παλαιότερα, ωστόσο θα ήταν θαυμάσιο να συμβεί. Μία ολόκληρη χερσόνησος, από την Κόρινθο ως το Ταίναρο, να ζει αποκλειστικά στο ρυθμό των Ολυμπιακών Αγώνων. Θα ήταν μαγευτικό, θα ήταν θαυμάσιο σε ό,τι αφορά τις θέσεις εργασίας και επιτέλους θα φτιαχνόταν και το τεράστιο κομμάτι της Εθνικής που είναι μία λωρίδα- και αναρωτιέσαι για ποιο λόγο πληρώνεις διόδια.

Αυτή η μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια τους κάνει, εκτός των υπόλοιπων λόγων, την κορυφαία εκδήλωση του πλανήτη. Πρέπει να αθροίσεις όλες τις εκδηλώσεις που έχουν γίνει ποτέ στην Ιστορία, να προσθέσεις το Τζακ Ποτ του Τζόκερ και τους άνδρες τους οποίους έχει θρέψει η Ματούλα στο χωριό για να βγάλεις το αποτέλεσμα. Σε αυτή την εκδήλωση παίζονται 28 αγωνίσματα, τα οποία δεν έχουν σχέση με την καθημερινότητά μας. Εκτός κι αν τίθεται θέμα εργασίας.


Από αρκετά νωρίς στο ρεπορτάζ του υγρού στίβου απομυθοποίησα το γεγονός ότι θα μπορούσα να αλλάξω την αντίληψη του κόσμου για το πόλο. Ήταν μία δονκιχωτική ιδέα: όσο κι αν ήθελα, δεν μπορούσα να πείσω ότι αυτό το άθλημα είναι κάτι που αξίζει να ασχολείσαι καθημερινώς. Και δεν είναι βέβαιο ότι το ήθελα κιόλας. Βρίσκεται στην ασκίαστη πλευρά του καθημερινού αθλητισμού, δεν έχει τριβή και ακόμα και αν θέλεις να βάλεις μπελάδες στο κεφάλι σου, η οικογενειοκρατία και τα συμφέροντα είναι μηδαμινά μπροστά σε ό,τι βρίσκεις στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, αν έχεις το ρεπορτάζ μίας μεγάλης ομάδας ή είσαι διευθυντής εφημερίδας. Η φθορά είναι σαφώς αναπόφευκτη, διότι ο μικρότερος πληθυσμός το καθιστά χωριό, οι φήμες σπέρνονται ταχύτατα και από τις συναπτές διαστρεβλώσεις δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποια είναι η αλήθεια, αλλά αντέχεις τόσο τον προπονητή που επιδίδεται στο σπορ της συνωμοσιολαγνείας, εκείνον που έχει τη μύτη πάνω από τα φρύδια του, τον πρόεδρο που νομίζει ότι το παιχνίδι είναι τσιφλίκι του. Θα μπορούσες, βέβαια, να βγάζεις κάποια εξτραδάκια αποθεώνοντας παίκτες που μπορεί και να μην έπαιζαν καν στα ματς από τα οποία φιλοτεχνούσες την αγιογραφία τους. Έχει γίνει και αυτό και μόνο το ελάχιστο μέρος της πιάτσας που ασχολείται με το πόλο μπορούσε να το καταλάβει.

Τι συνέβαινε με την υδατοσφαίριση και την κολύμβηση; Ήταν δουλειά. Ο λόγος που βρέθηκα να ασχολούμαι με τον υγρό στίβο- και μάλιστα σε επίπεδο ρεπορτάζ συλλόγου- ήταν βιοποριστικός. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσα να ασχοληθώ με το στίβο, με το βόλεϊ ή ό,τι άλλο κλήρωνε εκείνες τις πρώτες μέρες της νέας εφημερίδας. Ο συναισθηματικός δεσμός, η αγωνία για να μάθω πώς παίζεται το παιχνίδι, το γεγονός των βιωμάτων μερικών συγκλονιστικών στιγμών που θεωρώ καθοριστικές για τη ζωή μου, το θάμπωμα μπροστά στον υψηλό αθλητισμό και πρωταθλητισμό προήλθαν από το γεγονός ότι η συμφωνία που είχε συναφθεί περίκλειε την ενασχόληση με τα συγκεκριμένα σπορ- και όχι το αντίθετο. Κάποιο Γενάρη βρέθηκα στον Γέρακα, με το αυτοκίνητο να κουνιέται από τον αέρα και επίσης μία νύχτα Δεκέμβρη βρέθηκα στο αεροδρόμιο χωρίς προφανή λόγο, μόνο και μόνο για μία πρόκριση από τη Ρωσία με την οποία δεν ασχολήθηκε κάποιος. Στην πρώτη περίπτωση ο προπονητής απόρησε και αναρωτήθηκε για ποιο λόγο πήγα ως εκεί και στη δεύτερη υπήρξαν πολίστριες που έκοψαν ρόδα μυρωμένα, για να μη μιλήσουν στον ψυχοπαθή. Μία φορά έγραψα τόσα θέματα, που ο διευθυντής της εφημερίδας κοίταξε τον υπεύθυνό μου και μπροστά μου του φώναξε, «πες του ότι δεν είμαστε το waterpolo.gr». Οι τόνοι από ανακρίβειες και οι γκάφες πραγματικά αμίμητης κωμικότητας δεν εμπόδιζαν το έργο από το να εξελίσσεται. Ήταν άρνηση της πραγματικότητας και επίσης ήταν εργασία. Έπρεπε να γίνουν κάποια βασικά πράγματα και η συνοδεία εκείνων ήταν ακριβώς το ίδιο παραμύθι, η μύηση σε μία σπάνια αίρεση. Ζητιάνος της ωραίας κουβέντας, ανυπεράσπιστος μπροστά στην άγνοια, βρέθηκα να παίζω σε έργο επαναλαμβανόμενο.


Όταν τελείωσε η δουλειά, προσπαθήσαμε να κάνουμε εργασία μας την υδατοσφαίριση. Δηλαδή, με όχημα την ενασχόληση (και το φορτίο στη συναισθηματική μεταφορική του καθενός από εμάς) να βρούμε τον τρόπο να βγάλουμε χρήματα από αυτό. Υπήρξαν κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες, αλλά η δομή ήταν άγαρμπη. Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε γρήγορα και, παρ’ όλα αυτά, τη μία σεζόν ανεργίας, η υδατοσφαίριση προσέφερε ψυχαγωγία απερίγραπτη. Έμειναν κάποια θαυμάσια κείμενα, που, με βεβαιότητα το λέω, δεν πρόκειται να επαναληφθούν.

Και αυτό συνεχίστηκε έως ότου βρήκα δουλειά. Κανονική, από αυτές που πας στην τράπεζα και σηκώνεις φράγκα για να κανονίζεις τις υποθέσεις σου. Ξαφνικά, έπαψα να ασχολούμαι με το πρωτάθλημα, αν και αυτός ήταν ο σκοπός μου και στα κολυμβητήρια βρέθηκα μόνο μία φορά για ρεπορτάζ. Βεβαίως, προσπάθησα να είμαι εκεί, όσο αυτό ήταν εφικτό, στις σπουδαίες διοργανώσεις. Επισκέφθηκα λιγότερες από μισή ντουζίνα φορές τα κολυμβητήρια. Στο τέλος, δύο φορές έφθασα σε απόσταση αναπνοής από την Εθνική για να πάω να δω παιχνίδια και δύο φορές το μετάνιωσα και βρέθηκα να πίνω καφέ στο κέντρο της πόλης τα υπέροχα ανοιξιάτικα απογεύματα του Σαββάτου. Την τρίτη, δε, δεν υπήρξε καν δίλημμα.

Δεν έχασε η βενετιά βελόνι. Θέλω να πω, όσο ωραία και αν είναι η υδατοσφαίριση, σε σημείο που να μην αποκλείω να βρεθώ σε μία κερκίδα, είναι ένα σπορ το οποίο βρίσκεται στις ασκίαστες όχθες του αθλητικού status quo της πραγματικότητας. Ότι η Εθνική είναι ο στρατάρχης των ομαδικών σπορ, ότι ήταν η μόνη που πήγε σε Ολυμπιακούς από τα ομαδικά δε θα κάνει παρά ανεπαίσθητη διαφορά. Από το 100% του συνόλου που είδε τα ματς των Ολυμπιακών, το 85% θα κάνει ό,τι έκανε και τον προηγούμενο χειμώνα, δηλαδή θα βλέπει κάποιο άλλο σπορ, θα χαζεύει την Μπάγερν στην τηλεόραση, θα θέτει εν αμφιβόλω την αισθητική του παρακολουθώντας Super League, θα περιμένει στη γωνία αν δεν παίξει καλά ο Σπανούλης, πάντως γουότερ πόλο δεν θα παρακολουθεί. Το άθλημα είναι καταδικασμένο να ζει στην απαξίωση των Φλεβάρηδων και αυτό είναι υπέροχο: είναι ένα παιχνίδι δύσκολο, το οποίο θέλει καθημερινή τριβή για να το κατανοήσεις. Και για αυτό δε γίνεται παρά να ασχολούνται μαζί του μόνο όσοι εργάζονται πάνω σε αυτό.
(Μακάρι να τελείωνε εδώ, μετά από αυτό το χαώδες παραλήρημα, το κείμενο· δυστυχώς, τούτη ήταν μόνο η εισαγωγή στο θέμα)

Όμως πόσοι εργάζονται πάνω σε αυτό και μόνο σε αυτό; Πόσοι ακολουθούν τα κύματά του. Δεν θα βρεις δημοσιογράφους που αμείβονται πολύ για να κάνουν πόλο. Θα βρεις δημοσιογράφους που αμείβονται για να κάνουν σπορ. Ό,τι έχει. Άνθρωποι που μπορεί να αγαπάνε την υδατοσφαίριση θα μπλέκουν με τα Diamond League του στίβου, με ένα live στη Β’ Εθνική, με το πρωτάθλημα χάντμπολ, στο οποίο πρέπει να κάνουν αναφορά στα αποτελέσματα. Πράγματα που πρέπει να γίνουν το Σαββατοκύριακο, πήξιμο απερίγραπτο, που ζαλίζει το κεφάλι και δημιουργεί αφόρητη υπερένταση. Θα είναι ένας ή δύο για όλα. Η υδατοσφαίριση θα βρεθεί στο πίσω μέρος του μυαλού και αυτό ισχύει για όποιο άθλημα γουσταρίζει να παρακολουθεί οποιοσδήποτε.


Όλα τα σπορ είναι εκπληκτικά. Τις προάλλες, στα γενέθλια των αφεντικών, γνώρισα μία κοπέλα που κάνει χόκεϊ επί χόρτου. Μία αθλήτρια κανονική, με το βλέμμα της αθλητικής πείνας, που λόγω της κοινωνικής ντροπής προσπαθούσε να κρύψει την καψούρα της για το σπορ που κάνει. Είναι το μοναδικό ολυμπιακό ομαδικό σπορ που ο τελικός των Γυναικών γίνεται την επομένη από εκείνο των Ανδρών. Προγραμμάτισα να καθίσω και να παρακολουθήσω το Μεγάλη Βρετανία-Ολλανδία, που κρίθηκε στα πέναλτι, τα οποία πέναλτι είναι ιδιόμορφα, διότι ο παίκτης παίρνει φόρα με το μπαστούνι του και φθάνει στην αντίπαλη περιοχή- αν το επιθυμεί μπορεί να σουτάρει από μακριά, αλλά οι πιθανότητες επιτυχίας είναι ελάχιστες- προσπαθώντας να παραβιάσει την εστία ενός τερματοφύλακα ο οποίος έχει το δικαίωμα να τον ακολουθήσει ως τις τουαλέτες. Απ’ό,τι κατάλαβα, η Βρετανία έκανε σούπερ έκπληξη με την επικράτησή της. Πριν είχα παρακολουθήσει ένα κομμάτι του τελικού του μπάντμιντον στο απλό Ανδρών, με έναν Κινέζο να νικάει ένα Μαλαισιανό, ο οποίος έχει φτάσει τρεις φορές σε τελικό Ολυμπιακών και έχει χάσει από άλλο Κινέζο. Είδα τον Μα Λονγκ να καταδυναστεύει την επιτραπέζια αντισφαίριση, είδα ελληνορωμαϊκή και τζούντο, καταδύσεις, ρυθμική και ενόργανη γυμναστική, χάντμπολ, μπάσκετ και βόλεϊ Γυναικών. Με ενθουσιασμό αμείωτο και αγωνία ατέρμονη. Προσπάθησα να δω μέχρι και ιππασία, ελευθέρα πάλη, τάε κβον ντο, αλλά ομολογώ ότι το γκολφ και το ράγκμπι μου ξέφυγαν.

Το νόημα είναι ότι η επόμενη φορά που θα παρακολουθήσω όλα αυτά τα σπορ μαζί είναι σε 4 χρόνια, αν δε με έχει σκοτώσει το δηλητηριώδες κουνούπι του Ζαμβέζη.

Και αυτό συμβαίνει με το συντριπτικό ποσοστό του φιλοθεάμονος κοινού. Μόλις τελείωσαν οι Αγώνες, επιστρέφουμε στη βάση μας.

Είναι άδικο, σίγουρα, αλλά γράφω τούτο το κείμενο ορμώμενος από αναγνώστη κειμένου δημοσιογράφου για την ιστιοπλοΐα, που μετά το χάλκινο μετάλλιο των Μάντη και Καγιαλή άδραξε την ευκαιρία να εκδηλώσει την ενόχλησή του για το γεγονός ότι δεν ασχολούμαστε με το σπορ. Επειδή έχει τύχει να βρεθώ σε φουσκωτό για να παρακολουθήσω διαδρομή ιστιοπλόου στο καταχείμωνο, στο πλαίσιο συνέντευξης (να είσαι καλά Κωστάρα μου: αν δεν ήσουν εσύ, θα είχε χαθεί η ευκαιρία για υπέροχες καταστάσεις), σοφά πράττουμε. Οι ιστιοπλόοι είναι εκπληκτικοί αθλητές, αλλά, πώς να γίνει: δεν χωράνε ανάμεσα στο μεροκάματο και τον Λιονέλ Μέσι, ανάμεσα στον καφέ και τα έκτροπα σε κάποιο ελληνικό γήπεδο, ανάμεσα στο σινεμά και την Ευρωλίγκα. Δεν βγαίνουμε, άνθρωπέ μου. Μονόστηλο αριστερά και σόρι.

Το είπε η Άννα Κορακάκη, το είπε η Κατερίνα Στεφανίδη, η οποία δεν ξέρω για ποιο λόγο αναφέρθηκε ότι ασχολούμαστε κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά οι συντάκτες του στίβου, αν υπάρχουν συντάκτες του στίβου πια, την έχουν κορόνα στο κεφάλι τους και την τιμούν σε κάθε περίσταση που τους δίνεται πολύ πριν γίνει «χρυσή» ολυμπιονίκης. Αν η κάθε Κατερίνα Στεφανίδη νομίζει ότι το πανελλήνιο ρεκόρ στο επί κοντώ πρέπει να γίνεται πρώτο θέμα στις αθλητικές εφημερίδες, πλανάται. Θεωρώ, ωστόσο, ότι το πανελλήνιο ρεκόρ μπαίνει στην πρώτη σελίδα των αθλητικών εφημερίδων που δεν λογίζονται ως οπαδικές. Και αυτή είναι η σωστή κατανομή.


Διότι οι αθλητικές εφημερίδες είναι επιχειρήσεις και θέλουν να πουλάνε. Είναι υποχρέωσή τους να έχουν σωστό ρεπορτάζ στα σπορ και πλήρη ενημέρωση, αλλά και δικαίωμά τους να μη θέλουν να τα «χτυπάνε» στην πρώτη σελίδα, αν δεν συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό. Ένα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο είναι η απώτατη διάκριση, για αυτόν το λόγο γίνεται βασικό θέμα στις αθλητικές εφημερίδες. Τον Απρίλιο του 2009 ένας συντάκτης ζήτησε από το διευθυντή του να τον στείλει στο Κίρισι, διότι «η Βουλιαγμένη θα πάρει το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης» στο πόλο Γυναικών. Η απάντηση του διευθυντή ήταν «πφφφ», η Βουλιαγμένη το πήρε και νομίζω ότι ο συγκεκριμένος διευθυντής δεν θα το καταγράφει καν στις γκάφες του.

Έχω παρακαλέσει κόσμο να πάει σε κολυμβητήριο, έχω θυμώσει και έχω καταφερθεί εναντίον του ενώπιον άδειων κερκίδων ενός σημαντικού ματς: το αντίστοιχο, φαντάζομαι, νιώθει ο δύσμοιρος που αγαπάει το χάντμπολ (που στους Ολυμπιακούς ήταν εκπληκτικό και από την άποψη της προόδου του αισθάνομαι φτωχός συγγενής), εκείνος που του αρέσει το βόλεϊ κ.λπ. Άνθρωποι που βγάζουν τα έξοδά τους από τέτοια παιχνίδια και αν ήταν σε κάποια δημόσια υπηρεσία δεν θα περνούσαν ούτε έξω από τα κλειστά. Τώρα, θα ήταν θαυμάσιο να πάω να δω το Ιωνικός Νικαίας- Φίλιππος Βέροιας, αλλά δεν πρέπει να παίζει η Λίβερπουλ, να βρέχει, να βλέπω σειρά στον υπολογιστή, να έχει κρύο, να μου πει ο φίλος μου ο Αντώνης να πάμε για τάβλι, να έχω κοιμηθεί κάτω από 9 ώρες, να προετοιμάζομαι να πάω σε καφετέρια που ζαχαρώνω τη σερβιτόρα της, να έχω οποιαδήποτε υπόνοια δουλειάς σε εμβέλεια δύο ημερών, να ζω γενικότερα.

Οι αθλητές πράγματι δεν αγωνίζονται μία φορά σε τέσσερα χρόνια (όπως υπαγορεύει η αγοραία δημοσιογραφία των τελευταίων ημερών, τα σούργελα που λαϊκίζουν την ηθική συλλήβδην), αλλά ο κολοφών της δόξης είναι οι Ολυμπιακοί. Εκεί γράφουν ιστορία, εκεί θέλουν να βρίσκονται περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, εκεί τους παρακολουθούμε, εκτός αν είμαστε πολίτες πειραγμένοι που κοιτάζουμε το καλεντάρι και βάζουμε υπενθύμιση στο κινητό για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκοποβολής. Οι δημοσιογράφοι πρέπει να καλύπτουν τι γίνεται στην ξιφασκία, σε περίπτωση που υπάρχει ελληνική συμμετοχή, αλλά όχι τι γίνεται στην ξιφασκία γενικώς. Αυτό, δα, προκαλεί τρόμο. Και ο θεατής και ο αναγνώστης πρέπει να παίρνει την εφημερίδα, να βλέπει στο καπέλο ΞΙΦΑΣΚΙΑ, στον τίτλο «Στα ημιτελικά η Βουγιούκα» και να μη διαβάζει το υπόλοιπο κείμενο (ή να το διαβάζει και σε 10 δεύτερα να μην το θυμάται), διότι στη διπλανή σελίδα έχει διεθνή και στην προηγούμενη ρεπορτάζ ποδοσφαιρικού ΠΑΟΚ.

Και αυτή είναι η πάσα αλήθεια.

Στο ρόλο του Properman

ο Λευτέρης Ελευθερίου

Η αδικία με δεύτερη ματιά Η αδικία με δεύτερη ματιά Reviewed by Proper Man on 8:56 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.