Η ώρα εκείνης της μέρας


Θα συνέβαινε. Θα ήταν ένα κράμα: ένα νοητικό αποσβόλωμα που θα κρατούσε το μυαλό σαν κατσιασμένη πλαστελίνη. Θα ήταν Κυριακή βράδυ προς ξημερώματα Δευτέρας και δεν θα ακουγόταν κάτι.
Το φως της κρεβατοκάμαρας, στην οποία βρίσκεται η τηλεόραση, θα ήταν κλειστό. Δεν θα υπήρχε η επιθυμία να μεταφερθεί το λάπτοπ μέσα για ακόμα μία νύχτα με ένα word ορθάνοιχτο και λαχανιασμένο από τη συγκίνηση, όπως το σκυλί που περιμένει να ρίξεις το μπαλάκι για να πάει να το πιάσει.

Η Ζανγκ Ζου δεν θα πανηγύρισε εξαντλημένη και η Λανγκ Πινγκ, από τη γενιά του ’60 των Μαθημάτων Τσάκρα, δε θα ζητούσε, καθισμένη στην καρέκλα της και χωρίς γκριμάτσα, ακόμα μία challenge για έναν αμφισβητούμενο πόντο, ζωγραφίζοντας με το δάχτυλό της στον αέρα ένα ορθογώνιο και παροτρύνοντας τον διαιτητή, πάλι με το δάχτυλο, να το πατήσει. Ο νταβραντισμένος Μίκελ Χάνσεν, βγαλμένος κατευθείαν από τους κατακτητές της σκανδιναβικής μυθολογίας, δεν θα έψαχνε τη δική του Βάινλαντ, ενορχηστρώνοντας ακόμα μία δανέζικη επίθεση. Ο Λι Τσονγκ Γουέι δεν θα πονούσε πια, από ακόμα μία ήττα. Η Βλαντλένα Μπομπροβνικόβα, που ανέβηκε στο νούμερο 12 των τσαρτς των θεϊκών ονοματεπωνύμων του κόσμου, δεν θα έπαιρνε φόρα για ακόμα μία εκτέλεση. Η κοπέλα του Τζέισον Κένι δεν θα έκλαιγε πια. Και η «τίγρη της Βεγκάλης», η Μαργκαρίτα Μαμούν, θα μισούσε τις κορίνες και τις κορδέλες της.

Η θρυλική Τζένι Λανγκ Πινγκ. Η 55άρα γιαγιά του Μάο, η πρώτη Κινέζα του κόσμου. Ο μόνος άνθρωπος που έχει κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στο βόλεϊ ως αθλητής και προπονητής. Πριν τα ξημερώματα της Κυριακής ουδείς το είχε κάνει. Και δεν ήταν παρά μόνο μία ιστορία. Που στην ούγια, κρυβόταν η μελαγχολία.

Θα συνέβαινε. Αυτό το πανηγύρι έκαψε το μυαλό, χωρίς να αφήνει κενά διαστήματα. Στις ελάχιστες νεκρές ζώνες κατά τη διάρκεια των Αγώνων υπήρχε ένα είδος απόγνωσης. Σαν να μην ήταν κατανοητό. Λες και η κάθε στιγμή που δεν υπήρχε κίνηση πήγαινε χαμένη. Φυσικά, πάντα υπάρχει κίνηση. Επρόκειτο για αυτού του είδους την κίνηση που κάνει το φεστιβάλ να λειτουργεί.
Ήταν δυνατόν να μη συμβεί; Ο χρόνος περνάει. Δεν ήταν το τέλος των πράξεων που έφερναν αυτή τη γνώριμη μελαγχολία. Ήταν σαν το τέλος του χρόνου. Το πλησιέστερο κοντά στο τέλος μίας εποχής. Και πάμε πάλι από την αρχή.

Βρισκόμουν στο σπίτι. Οι βαλίτσες είχαν ετοιμαστεί και ήταν στην αυλή. Η ραθυμία λειτουργούσε στην εντέλεια. Οι Πανελλαδικές, στις αρχές του καλοκαιριού, ήταν μία αποτυχία αποτρόπαιη, που μόνο η θαρρείς έμφυτη αφέλειά μου με έκανε να νομίζω ότι θα μπορούσε η κατάσταση να ήταν διαφορετική. Είχα αποχαιρετήσει την κοπέλα, παρθένος ακόμα. Αν κλαίγαμε, δεν μπορώ να το πω, ενδεχομένως να μπερδέψω αυτό που έγινε με εκείνο που θα ήθελα να γίνει. Τέλος πάντων, φεύγαμε. Ένα συναισθηματικό στραπάτσο, που δεν έγκειτο στην αποτυχία αλλά στον αποχωρισμό, με είχε κάνει να βουλιάξω στην καρέκλα. Η τεμπελιά λειτουργεί καλύτερα όταν επικαλείσαι συναισθηματικούς λόγους.

Κάτι παράξενο συνέβη στο καράβι. Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν, αλλά ήταν η πρώτη φορά που το παρατήρησα. Το γομάρι ήταν ζωντανό, είχε βγει από το μηχάνημα νοητικής υποστήριξης. Έμοιαζε ζωντανό, χωρίς να είναι η έκλαμψη που το έκανε τέτοιο. Βρισκόταν σε μία κατάσταση που κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει ενθουσιασμού, σχεδόν χωρίς να πρέπει. Γυρνούσε στην Αθήνα, είχε αφήσει την αγαπημένη του (μία σοβαρή αγαπημένη, πιο σοβαρή από τις ενήλικες με τους προβληματισμούς περί ταιριάσματων και την ανάγνωση των ζωδίων για τον Ανάδρομο Ερμή, διότι ήταν η μόνη που ήθελε να γίνει η μητέρα των παιδιών του και υπήρχε κάποια ανταπόκριση σε αυτό το σχέδιο) στο νησί, θα ερχόταν σε κάνα μήνα, αλλά, ξέρεις, η κίνηση στην απόσταση αλλάζει το συναισθηματικό status quo με τον ίδιο τρόπο που παιδί αλλάζει την επιλογή του για παιχνίδια. Όταν βρίσκεσαι μακριά από τον άλλο σε μία εν εξελίξει διατύπωση της έλξης σε πλαίσιο, η οποιαδήποτε απότομη αλλαγή μπορεί να γίνει καταδικαστική για μία κατάσταση που βρίσκεται σε κατεργασμό. Δεν είναι για να ρωτάς, ένα μωρό δεν το αφήνεις εκτεθειμένο στα μικρόβια, έτσι δεν είναι;

Ήταν πολύ λίγες οι φορές που το καράβι περνούσε με το γομάρι επιβάτη πάνω, για να επιστρέψει στη βάση του, και δεν υπήρξε αυτού του είδους η ντροπιαστική ανυπομονησία, την οποία δεν ένιωσε ποτέ όταν τραγουδούσε παραπάνω από ψιθυριστά, χάνοντας οριστικά το μέτρο του ήχου που έβγαζε, μια για πάντα, Όσκαρ Χάμερσταϊν και κάποια τραγούδια από τη «Μελωδία της Ευτυχίας», στα οποία, όταν δεν ήξερε τους στίχους, σκαρφιζόταν αγγλικές λέξεις που δεν υπάρχουν και η σιωπή ερχόταν μόνο όταν σάλια εκτοξεύονταν σαν τις πρώτες δέκα πτήσεις των αδελφών Ράιτ, διαγράφοντας την πορεία ενός αναιμικού μισοφέγγαρου. Αν υπήρχε ποτέ περίπτωση ένας πλανήτης να ζητούσε τα εργατικά δικαιώματά του για το γεγονός ότι δημιουργούσε ρομαντισμό στις κουκίδες στο Σύμπαν.

Δεν ξεθωριάζει η ανάμνηση της πρώτης φοράς που ξυπνούσα στην Αθήνα μετά από δύο μήνες διακοπών. Το τέλος των Ολυμπιακών τη νύχτα της Κυριακής ήταν εκείνη η στιγμή που βούλιαξα στην καρέκλα. Τουλάχιστον δυνητικά. Κι αν εκείνος ο αποχωρισμός ήταν ένα πείσμα μου προς το χρόνο και μία τιμωρία την οποία επέβαλα στον εαυτό μου, την ακινησία ώστε να σηκώνω όλο το βάρος του 17χρονου εαυτού μου στο μυαλό μου (γελάτε, γελάτε, αλλά στα 15 σας νομίζατε αναλογικά ότι ήσαστε μεγαλύτεροι από ό,τι στα 24), ένας επιτηδευμένος γάιδαρος.

Το φάρμακο στην κατάσταση είναι η πραγματικότητα. Για την ακρίβεια, η Πραγματικότητα. Όποτε τελειώνει ένα μεγάλο φεστιβάλ στον κόσμο- και μεγαλύτερο από τους Ολυμπιακούς δεν υπάρχει- δέχεσαι την πρόσκληση για το πάρτι της. Τη Δευτέρα τα πράγματα δεν θα γινόταν να είναι χειρότερα. Η εισαγωγή του «Kashmir» δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά. Τα Σύννεφα δεν έδειχναν διαθέσιμα να δώσουν στον Ήλιο την ομορφιά που συνήθως απλώνουν δίπλα του. Θυμωμένα με τη σατανική Πανσέληνο των προηγούμενων ημερών, στην οποία έδωσαν την άχλη που την περιέλουζε και την έκανε να μοιάζει με τη μητέρα του Μεφιστοφελή, ήταν τα πολλά δέκατα που ζέσταιναν το κεφάλι του Ήλιου και τον έριχναν στον κρεβάτι άρρωστο. Ήταν Δευτέρα. Στην πόλη οι άνθρωποι επιστρέφουν σιγά σιγά. Ακόμα και αν η συνοικία ήταν άδεια, σου έδινε την αίσθηση ότι ήταν λιγότερο άδεια από την Κυριακή, χωρίς να δίνεις το άλλοθι ότι αυτό συμβαίνει κάθε Κυριακή και κάθε Δευτέρα στις προηγμένες κοινωνίες και σε όσες κοινωνίες νομίζουν ότι είναι προηγμένες. Αν δεν έχετε ζήσει Αύγουστο στην Αθήνα, δεν μπορείτε να ξέρετε πόσο όμορφος γίνεται, ειδικά αν, όπως φέτος, ο Υδράργυρος δεν επιδιώξει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Σιγά σιγά, η Πραγματικότητα σου λέει να έρθεις. Φτιάξε ένα MP3  για το αμάξι. Στείλε δύο καρδιές στο facebook. Γράψε ένα αφιέρωμα για αυτό που έζησες. Θα ξαναφύγεις και θα ξαναγυρίσεις και ίσως αυτή η επιστροφή, αυτό το αποτρόπαια αισιόδοξο συναίσθημα, να υπάγεται στις προγονικές αναμνήσεις, στους Έλληνες που έπαιρναν τα καράβια για τη Νέα Υόρκη, στο «Θρύλο του 1900» του Τζιουζέπε Τορνατόρε, που δεν κατέβηκε ποτέ στη στεριά. Ίσως να φταίει εκείνος ο αρχαίος ήχος του φουγάρου, το γεγονός ότι, ακόμα, δεν υπάρχουν ορατά προβλήματα, πλην ίσως μόνο ότι το καλοκαίρι λήγει. Αλλά έχει μπαρ η πόλη, θέατρα και είναι Σεπτέμβριος, τα θερινά σινεμά θα λειτουργούν για ένα μήνα ακόμα και μπορεί να χρειάζεσαι μόνο ένα ζακετάκι. Επιστρέφεις στη ζωή σου, μην την αποδομείς στο μυαλό σου. Άδειασες, το ξέρω, αλλά ίσως όχι τόσο όσο νομίζεις. Ίσως να μην έφθασες στη Μέκκα στην οποία καθημερινά βρίσκεται η- τελικά φυσιογνωμία για μένα όλων των Αγώνων, που ακόμα και οι ελάχιστες αντιδράσεις της, μία γροθιά κατεβασμένη ως τα μισά του δρόμου έδειχναν την αποφασιστικότητά της να βρίσκεται σε ένα καθεστώς εξωτερικής ηρεμίας- Τζένι Λανγκ Πινγκ.

Τα Ιαματικά Λουτρά της Συνήθειας είναι το στενοσόκακο στο φαινομενικό αδιέξοδο της Πραγματικότητας. Θυμίσου: σε δύο μήνες δεν θα θέλεις καν να βρίσκεσαι στη Λαγκάδα και να κοιτάζεις τη θέα της θάλασσας. Ακόμα και οι κάτοικοι της Λαγκάδας δεν θα το θέλουν. Στην Αμοργό τα κόκαλα θα τρίψουν από το τσουχτερό κρύο. Στην Απείραθο δεν θα συναντάς άνθρωπο μετά από τις 20:00. Ο Λαγανάς στη Ζάκυνθο θα έχει πάει για φυσικοθεραπείες. Ο «Παράδεισος» θα έχει κλείσει. Το Πόρτο Κατσίκι θα προσεύχεται να μη νευριάσει η Γη και θα προσπαθεί να την καλοπιάσει. Η ώρα θα έχει αλλάξει. Και όλοι οι άνθρωποι, όπου κι αν βρίσκονται, θα προσπαθούν να βολευτούν.

Αλλά δεν θα ζήσουμε στη σιωπή της θλίψης μας. Κάποιος θα ουρλιάξει, κάποιος θα χαχανίσει δυνατά, ένα έμφυλο αστείο θα μας φέρει σε αμηχανία, δυστυχώς κάποιοι θα πεθάνουν και οικείοι θα κλαίνε και εκείνες οι παραλίες δεν θα έχουν, πια, κανένα νόημα. Το θλιβερό τέλος του αποχαιρετισμού δεν είναι παρά μία ψευδαίσθηση. Τόσο ζεν, δεν θα μπορούσες να το αντέξεις περισσότερο. Και εξάλλου πρέπει να θυμάσαι: ένας έρωτας είναι καλύτερο να τελειώνει νωρίς, παρά να κρατάει και να σε γεμίζει, εκτός των άλλων, ανασφάλειες επειδή δεν θυμάσαι τι ήσουν πριν από αυτόν. Αλλά, και πάλι: η Πραγματικότητα, αυτή η Πυροσβεστική Υπηρεσία στις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, θα σε καλέσει στη γιορτή της ακριβώς όταν το υποτιθέμενο Τέλος νομίζεις ότι θα σε κάνει να καταρρεύσεις.

Αντίο Ρίο. Το ήξερα ότι θα συνέβαινε. Είδα τη Σάουθερν να απομακρύνεται με σκυμμένο το κεφάλι από τους πέντε κύκλους. Είδα τη Γουέμπστερ να σε αποχαιρετά με το χαμόγελο της χαρμολύπης. Είδα τον Αρτούρ Αλεξανιάν να μην ξέρει τι να κάνει στο βάθρο των νικητών, ο τελευταίος «χρυσός» ολυμπιονίκης Ελληνορωμαϊκής Πάλης στην Ιστορία.

Όσο για σένα: βάζεις μία πρέζα αισιοδοξίας στη φυγή σου, τι ωραίο τρικ, τι θεσπέσιο ταχυδακτυλουργικό. Ίσως, εκτός από το να βολευτούμε, με το τέλος σου να ζούμε και πιο ποιοτικά. Ό,τι, στο καλό, κι αν σημαίνει αυτό.
Η ώρα εκείνης της μέρας Η ώρα εκείνης της μέρας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:13 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.