Όταν η ομορφιά ουρλιάζει


Δες ένα κορίτσι στη μέση του δρόμου. Περπατάει με το όμορφο πρόσωπό της- και μάλλον κοιτάζει το κινητό τηλέφωνο, η Κακή Αισθητική πέρασε κατευθείαν στην πλειοψηφία πριν καν γίνει κίνημα- και παρατηρείς το πρόσωπο. Το οποίο θα φύγει, πιθανότατα δεν θα το δεις ξανά και δεν έχει ψεγάδι. Ο λίγος χρόνος σε κάνει να αναρωτιέσαι για ποιο λόγο δεν ξέρεις κάποια με τόσο ωραίο πρόσωπο. Ίσως και πού είναι όλες αυτές οι κοπέλες που ανά καιρούς το πρόσωπό τους σε θαμπώνε. Τα πρόσωπα, όμως, συνηθίζονται. Και όσο κι αν εκτιμάς την αρτιότητά τους, όταν συμβαίνει και είναι καθημερινότητα ή σχεδόν καθημερινότητα, η διαδικασία της αποτύπωσης έχει ήδη γίνει και η αρχική έκσταση έχει διανεμηθεί στις φλέβες σου. Δεν αισθάνεσαι αγνώμων, αλλά η πρώτιστη εκτίμηση, εκείνη η οποία σε ανάγκασε να κοντοσταθείς για να πάρεις μία ανάσα, έχει εξαφανιστεί.

Όταν αντικρίζεις ένα όμορφο πρόσωπο είναι μία στιγμή. Θα παρέμβει κάποιος, ξύνοντας το σαγόνι και λέγοντας ότι όλα είναι στιγμές. Θα αποψιλώσει το μεγαλείο της στιγμής, της μίας και μοναδικής. Της στιγμής που περνάει και χάνεται. Η οποία, τις περισσότερες φορές, ξεχνιέται. Έχουν περάσει μόλις τρία δευτερόλεπτα από τότε που το όμορφο πρόσωπο εξαφανίστηκε από το δέκτη. Σε αυτά, έχεις προλάβει να ξεχάσεις τα χαρακτηριστικά του. Η στιγμή, μόνο όταν συμβαίνει. Αν μετά προστεθεί κάτι, παύει να είναι στιγμή. Οι στιγμές δεν αθροίζονται. Είναι σαν το μπαλάκι με τα φτερά του μπάντμιντον, μόνο, όμως, αν κάθε δύο δευτερόλεπτα εξαφανιζόταν με ένα «πουφ», για να επανέλθει σε διαφορετική θέση. Αν το μπαλάκι δεν εξαφανιστεί, έχει αρχίσει ένα ταξίδι. Το ταξίδι αρχίζει με ένα βήμα, όπως αναφέρει το βαθύ και γλυκανάλατο τσιτάτο, αλλά το βήμα δεν είναι στιγμή. Είναι κίνηση. Η κίνηση επίσης δεν είναι στιγμή. Είναι... κίνηση. Αν το βάθος της σκέψης μας, επειδή την έχουμε δει κάπως, αφορά στο να οροθετήσουμε στις στιγμές το να πίνουμε νερό, το πρόβλημα δεν είναι να το θεωρούμε, κάτι που μοιάζει αδύνατον να ισχύει, αλλά να το λέμε, διότι έτσι επιστρέφουμε δήθεν στην απλοϊκότητα παίζοντάς το και πολύ ψαγμένοι αδελφάκι μου.


Στις 9 Ιουλίου του 2006 δεν ήμουν στο Βερολίνο. Ήμουν, για την ακρίβεια, κάπου στη Βουλιαγμένης και μάλιστα σε μία οδό που τώρα είναι δύσκολο να τη βρεις. Θα μπορούσα να πω αυτό που λένε οι παλιοί, όταν μιλάνε για την Αθήνα: Εδώ που βλέπεις το εμπορικό κέντρο, κάποτε ήταν χωράφια. Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Και φυσικά βλέπαμε τον τελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Ιταλία εναντίον Γαλλίας. Από μόνο του το συγκεκριμένο ζευγάρι μπαίνει απευθείας στην κατηγορία εκείνου που με ενοχλεί και με ενθουσιάζει ταυτοχρόνως. Υπάρχουν κάποιες τέτοιες στιγμές, αν ασχολείστε με τα σπορ, που σε ενοχλούν και σε ενθουσιάζουν μαζί και που δεν ξέρεις πώς να νιώσεις. Είναι δύσκολο να καταλάβεις ποιο στοιχείο υπερτερεί και να το ασπαστείς. Αλλά ο τελικός του Μουντιάλ δεν είχε τόση σημασία. Ο ήρωάς μου, ο Ζινεντίν Ζιντάν, αυτός ο υπέροχος σχιστομάτης Αλγερινός με την κίνηση φλερέ, το ποδοσφαιρικό ισοδύναμο του γιαουρτιού με μέλι και φράουλες, το κινούμενο αξιοθέατο σε ένα στενοσόκακο της Καραϊβικής, αυτή η εξίσωση από παπαρούνες και ορχιδέες, η αστακομακαρονάδα το μεσημέρι στο νησί, ο χιτώνας που σε κάνει αόρατος στο Χόγκουαρντς, ο νονός του Γκάνταλφ, αυτή η μόνη μπάλα στη γειτονιά, ο Μασσαλός ποιητής, ο Βουργουνδός τσόγλανος, ο Δαλάι του Τζάρμους, το Δέρας του Ρινόκερου του Τιμπουκτού, το όπιο του Χάξλεϊ, τα φτερά του άλμπατρος σε πλήρες άνοιγμα, ο ζαβολιάρης αδελφός του Δία που φιλούσε πάντα το χέρι της Ήρας η οποία έκλαψε πικρά επειδή δεν του έκατσε, αυτός ο πρώτος Μπαχαμέζος που αντίκρισε ποτέ στη ζωή του ο Χριστόφορος Κολόμβος, ο μουσικός της άρπας από κοχύλια, αυτό το πιάνο που έπαιζε μόνο του μουσική, το χαμίνι με τα νεροπίστολα στο Θιβέτ, αυτός ο... καταλάβατε, ήταν μεγαλύτερος από το παιχνίδι. Όχι από τον τελικό του Βερολίνου μόνο. Από το ποδόσφαιρο.

Το Μουντιάλ του Βερολίνου ήταν το πρώτο που έγραψα και το μόνο που έπρεπε να γράψω. Ήταν, σαν να λέμε, η δουλειά μου να γράφω κάθε μέρα για το Μουντιάλ. Ο Μιχάλης με άφηνε να εκφράζομαι ανεξέλεγκτα και μετά έπρεπε να χωρέσει τις λέξεις. Αν νομίζετε ότι οι διαφωνούντες υπέφεραν στην Ιερά Εξέταση, δοκιμάστε να κάνετε 140 λέξεις τον προημιτελικό Αγγλία-Πορτογαλία, με τραυματισμό, κόκκινη, δοκάρι, ρουφιανιά και πέναλτι. Ο Ζιντάν, βεβαίως, ξεχώρισε ως υπόθεση αυτομάτως και, όσο προχωρούσε η διοργάνωση, έγινε δική του. Δεν έχω νιώσει ποτέ άλλοτε προσμονή για ματς- και ήμουν ένας αποχαυνωμένος ματσόβιος, κάτι που μάλλον παραμένω απλώς δεν γίνεται να αποδειχθεί πια- όσο για τον προημιτελικό της Γαλλίας με τη Βραζιλία.


Εκείνος ο τελικός είναι από τις σπάνιες στιγμές που το να παρακολουθείς το παιχνίδι από την τηλεόραση ήταν καλύτερο από το να είσαι μέσα στο γήπεδο. Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και ο Ζιντάν είχε σκοράρει, ο Ματεράτσι είχε ισοφαρίσει, ο Τόνι είχε δοκάρι και ο Μπουφόν απέκρουσε την κεφαλιά του ηγέτη των Γάλλων στο πρώτο ημίχρονο της παράτασης. Ενός ηγέτη που ο δεξιός ώμος του είχε αφήσει... χρόνους, αλλά και πάλι: ήταν το τελευταίο παιχνίδι του στο ποδόσφαιρο. Το τελευταίο παιχνίδι του μάλλον κορυφαίου ποδοσφαιριστή που έχει δει η γενιά μου και, κατά τη γνώμη μου, του πιο αρτιστίκ ποδοσφαιριστή που έχει ακουμπήσει ποτέ την μπάλα. Οι πολύ μεγάλοι θα μπορούσαν να κοντρολάρουν την μπάλα στη γειτονιά, να τη βάλουν μέσα από την ανοικτή πόρτα και να τους τη φέρει πίσω ο βαριεστημένος σκύλος. Ο Ζιντάν εννοείται ότι θα ήταν εξίσου απολαυστικός κάνοντάς το, αλλά θα μπορούσε να παίξει ποδόσφαιρο και στη Σκάλα του Μιλάνου, με τον Μπιζέ και την Καλογεροπούλου να είναι σύμφωνοι. Θα μπορούσε να σημαδεύει με την μπάλα το πιάτο που πετάει ο Αρίστος για να σπάσει. Θα μπορούσε να παίζει μπάλα τη στιγμή που η Αντιγόνη στηλιτεύει τον Κρέοντα στην Επίδαυρο και πάλι να μη φαίνεται κιτς.

Και μετά ήρθε η αποβολή. Η μία στιγμή που θα θυμάσαι. Ήμαστε πέρυσι στον Αμοργινό και συζητούσαμε με τον Γιάννη για μπάλα και το δικό του είδωλο, τον Ερίκ Καντονά, και μετά ήρθε η κουβέντα στην αποβολή του Ζιντάν και την περιέγραψα γλαφυρά, ως μία από τις πιο σημαντικές στιγμές στη ζωή μου και ο Γιάννης μού απάντησε ότι η χώρα περνάει δύσκολα και ότι δεν μπορεί να υπερβάλλω τόσο πολύ για μία τέτοια στιγμή και μετά συνέχισε να μιλάει για τον Καντονά.

Ο Ντελ Πιέρο τρέχει με την μπάλα με τον Μακελελέ να τον τζαρτζάρει ελαφρώς και να τον ρίχνει στο έδαφος. Αυτό δείχνει η τηλεόραση. Ο «Πιντουρίκιο» πέφτει κάτω και πιάνει  την μπάλα με το χέρι, με αποτέλεσμα να σφυρίξει ο Οράσιο Ελιζόντο επιθετικό φάουλ. Ο Μακελελέ εκτελεί γρήγορα για τον Μαλουντά και το παιχνίδι σταματάει, με τον Αργεντινό διαιτητή να τρέχει προς την περιοχή της Ιταλίας. Τώρα η κάμερα κάνει ζουμ στον τραυματία, τον πεσμένο στο έδαφος Μάρκο Ματεράτσι. Φαίνεται να υποφέρει, αλλά σε μία φάση είναι αστείο επειδή, έχοντας κλειστά τα δύο μάτια, ανοίγει το αριστερό, αυτό που έχει τη μικρότερη απόσταση από το χορτάρι, για να δει τι γίνεται. Ο Ελιζόντο συνιστά ψυχραιμία την ώρα που δίνονται οι βοήθειες στον Ματεράτσι. Δίπλα του ο Καναβάρο φωνάζει κάτι, σίγουρα στα ιταλικά. Η κάμερα αλλάζει και τώρα δείχνει τον Μπουφόν ο οποίος δείχνει τον Μακελελέ, λέγοντάς του κάτι αυστηρά. Ο δεύτερος απομακρυνεται γρήγορα βρίζοντας. Και τώρα το ριπλέι. Δείχνει τον Ζιντάν, ο οποίος ορμάει προς τον Ματερα ΤΙΙΙΙΙΙ; ΟΧΙΙΙΙΙΙΙ. ΤΙ. Σγδισφλβφσξακ!!! Πώς; ΠΩΣ ; 

....

....


Ανοικτά στόματα. Σάλια που συγκρατήθηκαν την τελευταία στιγμή. Μάτια γουρλωμένα. Η συναυλία της καρφίτσας. Η Γη σταμάτησε για τρία δευτερόλεπτα. Φανταστείτε εκείνον που βρισκόταν στο Ολυμπιακό Στάδιο και δεν είδε την κουτουλιά. Φανταστείτε να βλέπει τον Ελιζόντο να δείχνει την κόκκινη κάρτα στον Ζιντάν και να μην είδε το γιατί. Φανταστείτε ότι έπρεπε να περιμένει να τελειώσουν η παράταση και τα πέναλτι, να νικήσει η Ιταλία και να δει τη φάση μετά, αν ήταν τυχερός. Φανταστείτε να υποστήριζε τη Γαλλία ή να υποστήριζε τη Γαλλία εξαιτίας του Ζιντάν. Και να μην είδε τι έγινε. Οι Ιταλοί δεν τον έδειξαν. Ήταν ένα μείγμα σεβασμού και φόβου. Ο Γκατούζο, μόλις ο Ελιζόντο ύψωσε την κόκκινη, κάτι του ψιθύρισε. Αλλά δεν έπεισε για Αττίλας.

Δέκα χρόνια μετά, η κίνηση του Ζιντάν προς τη φυσούνα και το πέρασμά του δίπλα από το τρόπαιο μου προξενούν το ίδιο δέος με τότε. Μόλις τελείωσε ο τελικός πήγα να πιω και από την ενόχληση και την έκσταση που ένιωθα για το μεγαλειώδες τέλος της καριέρας του, ένας μπαλαρίνος που γαζώνει με κολτ τη συμπρωταγωνίστριά του στη σκηνή, ερμηνεύοντας το «Eugene Onegin» του Τσαϊκόφσκι χορεύοντας, ο Χαϊλάντερ στο κρεβάτι του πόνου με κομπρέσες στο μέτωπο, ένα γκράφιτι από τον εγγονό του Φράνκο στη Σαγράδα Φαμίλια. Ο Τσε με Βέρμαχτ, η Όντρεϊ Χέπμπορν να κόβει τα κέρατα του ελαφιού της.

Οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους. Ο Ζιντάν ήταν ιδιοφυΐα επιπέδου Ντα Βίντσι. Το ποδόσφαιρο, συγκλονισμένο, έχασε τη λαλιά του. Εκείνος έκλεισε το μάτι. «Κάτι για να με θυμάστε», είπε, «το κεφάλι μου έμεινε στη θέση του. Όπως και να το κάνουμε, είμαι Αλγερινός. Ναι, είμαι Αλγερινός. Αυτό θέλω να γράψετε στον τάφο μου».

Δεν έχει υπάρξει άλλοτε τέτοιο τέλος σε καριέρα, όπως δεν έχει υπάρξει άλλος Ζινεντίν Ζιντάν. 

Στο ρόλο του properman

ο Λευτέρης Ελευθερίου
Όταν η ομορφιά ουρλιάζει Όταν η ομορφιά ουρλιάζει Reviewed by Proper Man on 7:06 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.