Ο βίαιος δεσμός της καλής πράξης


Το έγραψε ο Θουκυδίδης. Μπορεί να το σκέφτηκε ο ίδιος, μπορεί να το άκουσε από κάποιον φιλόσοφο που ήταν πολύ απασχολημένος να πίνει και να έχει το δεξί χέρι του στην πυγή κάποιας εταίρας. Το έγραψε, πάντως, και του αποδίδεται. Ήταν το, «ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος».

Η ευεργεσία είναι μία πολύ ύποπτη διαδικασία ούτως ή άλλως. Αν σας χρωστάνε ή σας χρωστούσαν ποτέ χρήματα, τα οποία διαθέσατε για πραγματική ανάγκη, μπορεί να νιώθετε ή να έχετε ήδη νιώσει ότι το αίσθημα της ικανοποίησης ότι κάποιος σας χρωστάει είναι ελάχιστα ανώτερο από εκείνο της ευχαρίστησης όταν εξοφλείται το χρέος. Από την άλλη, η αγωνία και ο πανικός μετατρέπονται σε ανακούφιση- και ουδεμία ευχαρίστηση- όταν εξοφλείς χρωστούμενα. Η ευεργεσία, ακόμα και αν στη γέννα της παρέχεται άδολα, έχει πολλά ποδάρια: ο ευεργέτης μπορεί να μην έχει οποιαδήποτε αξίωση από τον ευεργετημένος, αλλά οπωσδήποτε θα περάσει από το στάδιο στο οποίο θα αναρωτηθεί αν ο άνθρωπος που βοήθησε νιώθει ότι όντως βοηθήθηκε. Έκπληκτοι μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι, σε αυτήν την περίπτωση, η τέταρτη διάσταση, δηλαδή ο χρόνος, δεν δουλεύει ούτε μακροημερεύει ως στοιχείο στο μυαλό του ευεργέτη. Μπορεί να περάσουν χρόνια, τα οποία θα απορροφήσουν τον ίδιο το ρεαλισμό της πράξης, και πάλι η απορία να υπάρχει, όσο, τουλάχιστον, δεν υπάρχει ανταπόδοση.

Πρόκειται για ένα λαβύρινθο, καθώς η ίδια η ανταπόδοση, η οποία από μόνη της θα μπορούσε να αποτελεί πράξη αβρότητας και γενναιοδωρίας απροσμέτρητης, κρίνεται ποσοτικά από τον ίδιο τον ευεργέτη, ο οποίος συνήθως κρίνει ότι δεν είναι αρκετή. Βεβαίως, αυτό συμβαίνει διότι δεν επιθυμεί να διαταραχθεί η υποχρέωση, αφού προτιμά αέναα να νιώθει ότι το στίγμα της υποχρέωσης δεν έχει αλλοιωθεί. Θέλει να αναγνωρίζει στον εαυτό του τη διάσταση και την πλευρά ενός ιδιοκτήτη και, μάλιστα, αφορολόγητη. Η ίδια η ψυχή του βαυκαλίζεται από επεκτατική διάθεση, κάτι που ίσως μας δείχνει για ποιο λόγο, αν και ο δρόμος για την ειρήνη δεν είναι περίπλοκος, δεν γίνεται το ανθρώπινο είδος να ησυχάσει και να μη στρέφεται ο ένας απέναντι στον άλλο. Πιθανώς και στη ζούγκλα υπάρχουν είδη που το ένα τρώει το άλλο, αλλά στην πλειοψηφία τους η κατεύθυνση που παίρνουν είναι προς άλλα είδη, ώστε να χορτάσουν, τοποθετώντας, έτσι, ακόμα ένα παράσιτο στο ήδη χαλασμένο μικροτσίπ των χορτοφάγων. Η άσκηση εξουσίας είναι διεγερτικό και ακόμα και αν δεν πρόκειται για εξαναγκασμό, ο θύτης και το θύμα δεν είναι απαραίτητο να βρίσκονται σε διάταξη που το ενεργητικό και το παθητικό μέρος της σχέσης τους να γίνονται εμφανή. Αρκεί απλώς ο ένας από τους δύο να ασπάζεται, έστω και πλαγίως, το συγκεκριμένο ρόλο.

Ο ευεργέτης δεν μπορεί να πει ότι ευεργέτησε, αν επιθυμεί να συνεχίσει να ασκεί στο μυαλό του την εξουσία του στον ευεργετημένο. Είναι ένα όπλο πυρηνικό σε όλες τις διαστάσεις πλην του αποτελέσματος. Ικανοποίηση περίοπτη δεν πρόκειται να βρεθεί και, αν γίνεται να αλιευθεί, είναι δυνατό να διαπιστωθεί μόνο μέσα από την αδικία για την αδιαφορία του θύματος, το οποίο θα έπρεπε να είναι δεμένο με κλωστή από το δάκτυλο του θύτη, όμως αυτό επαναστατεί με την απάθειά του. Ο ευεργετημένος πιθανώς δεν είναι αδιάφορος, παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί να δώσει κάποια ικανοποίηση στον «σωτήρα» του. Ακόμα και να υπενθυμίσει την ευγνωμοσύνη του, το θυμικό του θύτη του δεν γίνεται να ικανοποιηθεί, καθώς πρόκειται για μία αέναη κατάσταση, αιωρούμενη χωρίς χρονική και χρονολογική σειρά. Είναι μία ζωή που ξεκινά από τη στιγμή που η κίνηση γονιμοποιεί το μηχανισμό της απαίτησης.

Ο ευεργετημένος δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει. Θα μπορούσε να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό του και να ποιήσει τη νήσσα και με τη μεταδοτικότητά του να πείσει πως όποια κι αν ήταν η προσφορά, έγκειτο στο πλαίσιο μίας πράξης η οποία δεν καθίσταται αξιοσημείωτη. Αν συμβεί αυτό μία φορά, οι επόμενες δεν πρόκειται να έχουν το νόημα της ανταπόδοσης. Οι άνθρωποι, προϊόντος του χρόνου και εφόσον υπάρξουν τυχεροί, έχουν την αίσθηση ότι οι καλές καταστάσεις που συμβαίνουν και δωρίζονται από συνανθρώπους ανήκουν στη ροή της πορείας τους και, άρα, όταν πάψουν να συμβαίνουν, το ελάττωμα της «αταξίας» είναι ευθύνη εκείνων που δεν έτειναν τη χείρα τους, όχι από την καλή καρδιά τους αλλά, επειδή αυτό θα έπρεπε να συμβεί αυτονόητα. Δίχως μπόλιασμα σε οποιαδήποτε παραγωγική διαδικασία, είτε επαγγελματική είτε ανθρωπίνων σχέσεων, οι διαρκώς ευεργετηθέντες μοιάζουν να είναι ξαπλωμένοι ανάσκελα, περιμένοντας από τους άλλους να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Και όταν προσπερνούν, το ερώτημα δεν αφορά στην ίδια τη στάση, ασφαλώς, αλλά στην οπτική των δήθεν πομπών. «Μα καλά, δε με βλέπουν», διερωτώνται στα μάτια με ένα παράπονο, έως ότου βρεθεί ο επόμενος φιλάνθρωπος για να χαρίσουν κάποιο από το χρόνο του, ο οποίος μπορεί να περιέχει κάθε δυνατή φροντίδα από μεριάς του, η οποία, επίσης, μπορεί να μην είναι εκτιμητέα.

Εκείνος που ευεργετήθηκε αναγνωρίζοντας το μέγεθος της δοσοληψίας, βρέθηκε σε κατάσταση πανικού, η οποία πέρασε και τώρα η κακή μνήμη (η οποία σε τέτοιες περιπτώσεις παίζει σημαντικό ρόλο) κυριαρχεί. Η αποδόμηση της καλής καγαθης πράξης ξεκινά τον ευεργετημένο να μπαίνει στη θέση του ευεργέτη και φτάνει σε εκείνο της αποδοχής πως ό,τι έγινε δεν ήταν πολύ σημαντικό, ακόμα και αν μπορεί να «τρέχει» μία άλλη υπόθεση «ευγνωμοσύνης» στην οποία ταυτοχρόνως να είναι ο ευεργέτης. Τούτη η διαφορά, εφόσον διαφανεί στο μυαλό, εξοστρακίζεται απνευστί λόγω των διαφορών της εκάστοτε υπόθεσης. Είναι αξίωμα, σαφώς, ότι αν κάνεις εσύ κάτι για κάποιον είναι απείρως σημαντικότερο από το να κάνει κάτι κάποιος για σένα.

Μπορείς, ωστόσο, ως ευεργετηθείς να ανταποδίδεις σιγά σιγά το καλό που σου έκαναν, το οποίο μπορεί να είναι μία ανάδειξη ή ένα σωτήριο άγγιγμα σε ό,τι έμοιαζε με καίρια στιγμή. Η ευχαριστία δεν είναι κατάσταση που μπαίνει στη ζυγαριά, ωστόσο στην πιο αγνή διάσταση των σχέσεων όποιος ενήργησε άδολα για κάποιον βρίσκεται σε μία θέση λησμονιάς. Εκεί, ο δέκτης αναγνωρίζει, όχι μόνο την πράξη του πομπού αλλά και, τη συμπεριφορά του, που είτε από έλλειψη εμπορικού ταλέντου ή οικειοθελώς θάβει τη συγκινητική πράξη του επειδή η ζωή προχωράει. Η έκπληξη, τότε, είναι ότι ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό από εκείνους που βρέθηκαν σε δύσκολη θέση και διασώθηκαν από ένα ανθρώπινο χέρι το οποίο τους τράβηξε από το βάλτο, έρχονται για να υπενθυμίσουν την υποχρέωσή τους σε αυτό το χέρι, αν και ο άνθρωπος στον οποίο ανήκει το έχει ξεχάσει ή παρακάμψει, εξαιτίας κάποιας δικής του συμπεριφοράς που θεωρεί ότι δεν ήταν ανάλογη του μεγαλείου της πράξης ή, απλώς, επειδή η ζωή προχωράει και οι άνθρωποι είναι φανταστικά πλάσματα.

Ο Θουκυδίδης έγραψε, «ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος», όχι για να δείξει ότι εκείνος που ευεργετείται είναι επιλήσμων, αλλά για να αναδείξει τη φαυλότητα της ίδιας της πράξης: ο ευεργετημένος θα πρέπει να πράξει αντίστοιχα με την προσφορά που δέχθηκε για να «ρεφάρει», μόνο όμως απέναντι σε έναν ευεργέτη που θυμάται τι συνέβη και αναζητεί το ισοδύναμο. Ο Θουκυδίδης γράφει ότι οποιαδήποτε πράξη προσφοράς δεν γίνεται να αποτελεί ευεργεσία αν τη θεωρούμε αυτονόητη στη ρότα που ακολουθούμε και δεν γίνεται να είναι τεκμήριο καλοσύνης ή αγνότητας αν τη θυμόμαστε και απαιτούμε να μας συμβεί το ίδιο από τον άνθρωπο τον οποίο βοηθήσαμε. Είναι σαν να μας λέει να μην ευεργετούμε, επειδή εμποροποιούμε την ίδια την πράξη, όποια θυσία και αν απαιτήθηκε. Διότι η έννοια της ιδιοτελούς προσφοράς, δηλαδή της ευεργεσίας, έχει να κάνει με την ανάδειξη της προσωπικότητας η οποία την παρείχε, κάτι που συνήθως βγάζει τον χειρότερο εαυτό εκείνου που την έδωσε, αφαιρώντας όλη την ουσία της. Μόνο που ο ίδιος, κυνηγώντας χίμαιρες, δεν πρόκειται να το δει παρά μόνο ως αναλαμπή, όταν, πια, όλη η ιστορία θα είναι θαμμένη σε ένα ξύλινο φέρετερο στο νεκροταφείο της χρονικής λήθης. 
Ο βίαιος δεσμός της καλής πράξης Ο βίαιος δεσμός της καλής πράξης Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:41 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.