Τα γυαλιά της ψυχολογίας


Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο θεωρείται ένα από τα κορυφαία στον κόσμο. Εκεί βρέθηκε ένας μαθητής, που δεν καταλάβαινε Χριστό από αυτό που γινόταν και από το δέος που «πλημμύριζε» τους παρευρισκομένους με τα σουρεαλιστικά έργα τέχνης.


***

Όταν ο Γκυστάβ Φλωμπέρ αναρωτιόταν αν οι λογοτέχνες και οι ζωγράφοι μπορούσαν να φτιάξουν βιβλία για όλους, όπως φτιάχνονταν δρόμοι για όλους, η απορία του δεν ήταν αν όντως μπορούν. Φυσικά και μπορούσαν, αν έριχναν στον οίνο τους τόσο νερό ώστε να γίνει κρασί και ακόμα περισσότερο. Το ζητούμενο ήταν αν οι άνθρωποι οποιασδήποτε τάξης θα μπορούσαν να καταλάβουν τη λεπτή τέχνη της υψηλής λογοτεχνίας. Το πρόβλημα δεν έγκειτο στην κατανόηση των ανθρώπων, αλλά στο τι θα γραφόταν, αν τα όρια θα υπήρχαν πάντα. Η μονομανία του Φλωμπέρ να γράφει αποφεύγοντας τους κοινούς τρόπους, ενδεχομένως και τους καινούς τρόπους, δεν θα του επέτρεπε να καταλάβει ό,τι θα θεωρούσε ξεπούλημα ικανοτήτων. Σε αυτή τη φράση, δεν υπήρχε η ικανότητα να διαπιστώσει ότι η δημοφιλία θα ήταν πιο αρεστή από το θεόπνευστο έργο. Ήξερε μόνο ότι θα υπήρχε η υψηλή λογοτεχνία και τα πιο χαμηλά στρώματα θα πάσχιζαν να την καταλάβουν. Έπρεπε να υπάρχει απόσταση.

***

Ο μαθητής συνέχιζε να μην έχει ιδέα για το τι συνέβαινε σε αυτό το μουσείο. Έβλεπε ανθρώπους να ακουμπάνε στα σαγόνια τους και να είναι σκεπτικοί για έργα που δεν ήξερε τι συμβόλιζαν και, κυρίως, δεν ήξερε τι έβλεπαν όλοι αυτοί που έμοιαζαν με εκτιμητές και, μάλιστα, ειδικούς. Το ζήτημα έγινε υπαρξιακό. Αλλά είναι μαθητής. Είναι ίσως αυτό που λένε σπασίκλας ή αυτό που λένε geek, δηλαδή κάποιος που θέλει να γίνει σπασίκλας. Δεν είναι κουλ και αυτό μοιάζει με τη νέα μόδα. Φοράει γυαλιά και, όπως λέει ή δεν λέει ο αφορισμός, «ποτέ μην εμπιστεύεσαι έναν άνθρωπο που φοράει γυαλιά». Αλλά, όπως όλοι, δεν μπορούσε να αποφασίσει αν βρισκόταν στο άντρο της υποκρισίας ή αν ήταν εντελώς βλάκας, που δεν καταλάβαινε αυτή τη μορφή τέχνης. Έτσι αποφάσισε να το κάνει.

***

Τα σπίτια δεν φυτρώνουν. Χτίζονται. Δεν είναι ένα βουνό, επεξεργασμένο από τον καιρό. Είναι ανθρώπινα δημιουργήματα και για αυτό υπάγονται στις ανθρώπινες επιταγές. Για την οικονομία της ανάλυσης, ας πούμε ότι ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο και ο άνθρωπος τα σπίτια για να προστατεύεται από αυτόν. Νούμερο ένα ψυχολογικό λάθος. Αν ο Θεός πίστευε ότι ο άνθρωπος δεν θα άντεχε να ζεις στον κόσμο το απαραίτητο χρονικό διάστημα, θα έφτιαχνε ο ίδιος τα σπίτια. 

Από την άλλη μεριά, ο άνθρωπος από μόνος του μπορεί να πει κάποιος ότι αύξησε το χρόνο ζωής του. Αυτή τη στιγμή, με όλη τη φθορά, ο άνθρωπος έχει καταφέρει να ζει πάνω από 70 χρόνια, κάτι που, αν το παρατηρήσεις υπό την έννοια του ζωντανού οργανισμού και του πόσο ζουν τα περισσότερα είδη, είναι τεράστια πρόοδος. Ο άνθρωπος υποτίθεται ότι δεν πρέπει να ζει τόσο. Αλλά έχει αποδείξει ότι το ταξίδι του προς την Εδέμ είναι μία αξίωση, αν όχι θεμιτή, αν όχι εφικτή, τουλάχιστον όχι τόσο απατηλή ώστε να βγαίνει από το σώμα μίας ζουρλοπαντιέρας. Για την παραδοξολογία της κατάστασης, αξίζει να τονιστεί ότι η Εδέμ των καιρών είναι η ιατρική. Για κάθε 20 ανθρώπους που δεν γίνεται να αποτραπεί το αναπόφευκτο, υπάρχει ένας ο οποίος ευνοείται τα μάλα από τις νέες εξελίξεις και η ζωή του σώζεται σχεδόν ανεπιστρεπτί, έως ότου, τουλάχιστον, η βαρύτητα δεν τον σηκώνει πια. Και παρ’ όλα αυτά οι κοσμοπόλεις, που τα σπίτια είναι φτιαγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, έτοιμα να συγκρουστούν, είναι σκουπιδοπόλεις. Είμαστε τα παιδιά των σκουπιδιών. Αν μένεις μία πολυκατοικία, μπορείς να αλλάξεις τις συνήθειές σου, οποιαδήποτε συνήθεια, ακόμα και την πιο ισχυρή, αλλά αποκλείεται να μην βάλεις το δικό σου σκουπιδόλιθο στην καθημερινότητα. Σχεδόν σε όποια δραστηριότητα, αναγκαία ή περιττή για τον οργανισμό, επιδοθείς, θα αφήσεις ένα σκουπίδι μέσα σε ένα κάδο ή, αν είσαι γύφτος, κάτω στο δρόμο.

***

Έβγαλε τα γυαλιά του και τα τοποθέτησε σε έναν άδειο τοίχο. Ήταν γυαλιά μυωπίας κάτω στο πάτωμα, με φόντο το γκρίζο. Δεν προέκυπτε από κάπου ότι επρόκειτο για σημαντική στιγμή στην ιστορία της τέχνης, κάτι που θα έψαχνε για την επεξήγησή του στην καρδιά του καθενός. Η κίνηση αφορούσε αποκλειστικά στην αποδόμηση του κριτικού κουλτουριάρη που βρίσκεται μέσα μας και που πολλοί άνθρωποι, για το ακριβές επικίνδυνα πολλοί, το βγάζουν παραέξω και το δέρμα τους παραμένει στο φυσικό χρόνο του και δεν ροδίζει, έστω, από την ντροπή για το γεγονός ότι όλη αυτή η παρέλαση της δήθεν αριστοκρατικής προσέγγισης δεν είναι κάτι άλλο παρά πράξη ασύστολης υποκρισίας. Ο μικρός απομακρύνθηκε λίγο, πήρε τη φωτογραφική μηχανή του και με μανία και με παιδιάστικο δέος στο πρόσωπό του άρχισε να τραβά φωτογραφίες. Έμοιαζε πολύ σημαντικό ώστε οι άλλοι εκλεκτοί παρευρισκόμενοι να μην το παρατηρήσουν και να μην πλησιάσουν προς αυτό.

***

Η ύλη δε σώζει την ψυχή, αλλά την αποπροσανατολίζει. Η έλλειψή της δημιουργεί σημαντικά προβλήματα επειδή η κατοχή της μετατρέπει την επιθυμία σε ανάγκη. Δεν τη μετατρέπει ακριβώς, αλλά επειδή δεν γνωρίζουμε πώς να μιλάμε, ονοματίζουμε την επιθυμία ανάγκη και αλλοιώνουμε τη σημασία των δύο λέξεων. Αν το καλοσκεφτεί κάποιος, η επιθυμία είναι μία υποτιμημένη λέξη. Στην πρόταση, «έχω ανάγκη να βγω», δεν μπορεί να υπάρξει κάποια αληθινή ανάγκη πάνω στο κομμάτι της εξόδου. Παραμένει επιθυμία, διότι δεν σου κοστίζει στο στάδιο της ασθένειας, η μη έξοδος τη στιγμή που τη θέλεις δε σε καθιστά άρρωστο. Όμως χρησιμοποιείς τη λέξη ανάγκη, αλλά ακόμα και αυτή η έμφαση είναι βεβήλωση σε ό,τι αφορά την ίδια τη σημασία της λέξης. 

Σε ζυγαριά με δύο δίσκους που βάζεις ισάριθμα προϊόντα, είναι αυτονόητο ότι όποιο είναι πιο βαρύ θα προσγειωθεί, ενώ, από την άλλη πλευρά, όποιο είναι ελαφρύτερο θα ανέβει. Ας φανταστεί κάποιος το αντίθετο με τις λέξεις, ότι η σημασία κάποιας κατεβαίνει όταν καπελώνεται από τη σημασία κάποιας άλλης. Η επιθυμία, με αυτόν τον τρόπο, μοιάζει με λέξη πολυτέλειας, δηλαδή η χρησιμοποίησή της δείχνει ότι το εκάστοτε αντικείμενο (ακόμα και αν μιλάμε για υποκείμενα, η υποτέλειά τους στον πόθο μας τα καθιστά ακίνητα ή κινούμενα εν είδει κουκλοθεάτρου, δηλαδή αντικείμενα) δεν είναι απαραίτητο για εμάς και, με έναν εντελώς διεστραμμένο πόθο δεν το θέλουμε πραγματικά. Χρησιμοποιούμε τη λέξη ανάγκη για έμφαση, όμως τη χρησιμοποιούμε για να αναδείξουμε την προσωπική επιθυμία μας, αν και η επιθυμία είναι ούτως ή άλλως μία τόσο έντονη και δυνατή λέξη. Λέγοντας στον ερωτικό πόθο μας, «σε έχω ανάγκη», του λέμε ψέματα, αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να κατανοήσει την ένταση. Αν του πούμε, «σε επιθυμώ», έχει καταντήσει πια προσβλητικό και καταχωρείται στον κόσμο της λαγνείας, του αισθησιασμού και της ηδονής, πόρω απέχοντας, ωστόσο, από αυτή τη μονοτονικότητα.

***

Το κόλπο έπιασε. Τώρα δεκάδες άνθρωποι, στρεβλά μυαλά, διαβασμένοι από την πλευρά της ανάγνωσης, βρίσκονταν πάνω από τα γυαλιά του μαθητή και με το πρόσχημα ότι η σουρεαλιστική εικόνα μιλάει στον καθένα όπως λέει, αντηχούσαν παπάτζες. Και ο μαθητής άρχισε να τραβάει βίντεο, απογυμνώνοντας με έναν επαναστατικό τρόπο όλο αυτό το φεστιβάλ της υποκρισίας, τις ανούσιες αναλύσεις με το χέρι στο σαγόνι για κάτι που ήταν μόνο φάρσα. Ο νόμος του Στέρτζες λέει ότι σε όλα το 90% είναι μαλακίες. Στη σύγχρονη τέχνη είμαστε αναγκασμένοι να βάλουμε κάτι παραπάνω, από τη στιγμή που όλοι έχουμε γίνει ίσα και όμοια και έχουμε το δικαίωμα να μας αφορά το ίδιο πράγμα με τους ίδιους όρους. Τα κακά της Δημοκρατίας. Κοιτάξτε, είμαι εκεί, με πρωταρχικό στόχο όλοι οι άνθρωποι να είναι ελεύθεροι, απαλλαγμένοι από κτηνώδεις συμπεριφορές και από μυαλά που αλέθονται στο μίξερ του φανατισμού. Απλώς βλέπουμε την εξέλιξη, σε ορισμένα ζητήματα, επειδή δίνεται το δικαίωμα σε ανθρώπους πραγματικά να νιώθουν ότι είναι ό,τι δηλώνουν μέσω της αποδοχής άλλων, επειδή υπάρχει μία σιωπηρή συμφωνία για εκατέρωθεν ευγένεια. Φυσικά, είναι αναγκαίο να συνεχιστεί έτσι, με την ελευθερία του λόγου και του έργου. Απλώς οι άνθρωποι θα έπρεπε να προσπαθούν περισσότερο για να μην είναι τόσο μαλάκες.

***

Όταν, λοιπόν, λέμε ότι το κάθε τι είναι ανάγκη, εξομοιώνοντας τα Κριστιάν Λουμπουτέν και το μπέργκερ με την αφόδευση και το νερό, βιώνουμε τη λανθασμένη μετατροπή και μέσα μας. Και λίγα πράγματα είναι χειρότερα από το γεγονός ότι υπάρχουν λέξεις μέσα μας που νομίζουμε ότι σημαίνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που όντως σημαίνουν. Όταν τα πάντα γίνονται ανάγκη, είναι σαφές ότι η αναγνώριση του σημαντικού δυσκολεύει. Είναι σαφέστερο ότι η κοινωνία χρειάζεται τα θύματα που υποφέρουν από ελλείψεις που μοιάζουν πρωτίστως αστείες και με αυτόν τον τρόπο ό,τι δεν έχουμε πλασάρεται ως σοβαρό πρόβλημα που αφορά στην ψυχοσύνθεσή μας, μαζί, επίσης, με ό,τι κάνουμε και δεν υπάγεται στην κοινή συνισταμένη. Η διαφήμιση των προβλημάτων μας και η αποδοχή ότι δεν πρέπει να ντραπούμε να τα αποδεχόμαστε οδηγεί στο ντιβάνι του ψυχολόγου, που μας περιμένει για να βγάλει τελικά ότι φταίει το οιδιπόδειο για το μιλφέιγ που μας λείπει, η μη αποδοχή του μίσους μας για το γεγονός ότι δεν μπορούμε να κάνουμε οπτική επαφή.

***

Υπάρχουν σοβαροί ψυχολόγοι, δημιουργικοί, που δεν κοροϊδεύουν την κοινωνία, όπως υπάρχουν ευσυνείδητοι φαρμακοποιοί που προσπαθούν να σε πείσουν ότι δεν κάνει να παίρνεις φάρμακα για το κάθε τι. Επίσης, υπάρχουν σοβαροί κριτικοί τέχνης, που ξέρουν τι πρέπει να πει ο δημιουργός και που έχουν περάσει χιλιάδες ώρες πάνω από βιβλία, για να μάθουν την ορολογία, να τη μετατρέψουν σε εικόνα, να νιώσουν τι σημαίνει για αυτούς. Αλλά, όπως είπε και ο Στέρτζες πιο πάνω, σε όλα το 90% είναι μαλακίες. 
Τα γυαλιά της ψυχολογίας Τα γυαλιά της ψυχολογίας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 3:47 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.