Ο διδακτισμός και η συγγνώμη του χρόνου


Δεν είναι πρέπουσα η αναφορά σε όλες τις ελληνικές οικογένειες- από τη στιγμή που ο θεσμός σημαίνει ασύγκριτα πολλά για όλους τους ανθρώπους, σε σημείο να θεωρούνται από προοδευτικοί ως αναίσθητοι στη χώρα οι γονείς που αφήνουν τα παιδιά τους στα 18 να βρουν τη ζωή, παρακινώντας τα ή ακόμα και διώχνοντάς τα- αλλά συνήθως η πατρική σχέση με την υπόλοιπη οικογένεια, εν τω συνόλω της, διέπεται από βαθύ διδακτισμό. Η μητρική πειθαρχία μπορεί να είναι πιο σαρδόνια και να κλείνει πονηρά το μάτι προς τον αυταρχισμό, αλλά η πατρική είναι συνήθως όπως είναι η ίδια η ανδρική ύπαρξη: κρυστάλλινη, άγαρμπη, η οποία περνάει από διάφορα στάδια έως ότου σταθεροποιηθεί και γίνει, μετά το πέρας δύο δεκαετιών, μία στοργική σχέση. Ενδεχομένως και να μη γίνει ποτέ τέτοια, αλλά αν είσαι τυχερός, μπορείς να λάβεις τα σινιάλα που θέλεις.

Συνήθως η πατρική ευαισθησία μοιάζει με ένα φάντασμα. Το πρόβλημα σε κάθε συνιστώσα της είναι η εξουσία. Ο πατέρας ακροβατεί σε αυτό το κομμάτι. Κρίνεται εξ απαλών ονύχων από το δικό του αίμα, όχι για τις θυσίες που κάνει αλλά, διότι δεν μπορεί να διατηρήσει μία συμπεριφορισιακή ισορροπία. Έχει δώσει ό,τι θεωρεί ότι είναι τα πάντα και βλέπει ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να δώσει, ωστόσο η απαίτηση σε ό,τι αφορά το συναισθηματικό κομμάτι συνεχίζεται και επεκτείνεται. Για τον πατέρα το ζήτημα δεν είναι η αγκαλιά, αλλά η ανατροφή, τα μαθήματα που δίνει σε ένα παιδί. Αυτό έρχεται και αθροίζεται- ή τουλάχιστον αθροιζόταν, με την αυτεπίγνωση του κόπου, ότι μία οικογένεια, εφ’ όσον υπάρχει, πρέπει να μεγαλώνει άνετα. Το πατρικό χάδι σφυρηλατείται και δεν είναι κατάσταση πτερόεσσα, ή τουλάχιστον αυτό είναι το φαινομενικό μέρος της υπόθεσης. Η πραγματικότητα, βεβαίως, είναι άλλη: αν η ατέλεια στον άνθρωπο είναι το μόνο δεδομένο, η ατέλεια του ενός ανδρός μπορεί να ζωγραφίσει μουστάκια στην Γκουέρνικα, να σαπίσει όλες τις φραουλιές της Χιλής και να απορρίψει την ειδική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Η πατρική, δε, υπό το καθεστώς του πανικού, μπορεί να βάλει φρύδια στη Μόνα Λίζα και να στείλει την Αφροδίτη της Μήλου στην τάφρο των Μαριάνων, στην οποία θα προσπαθήσει να πλησιάσει ως ιδανικός αυτόχειρ για να τη βγάλει. Ένας άνδρας μπορεί να κατέβει τις σκάλες πέντε ορόφων βάζοντας στον ώμο του ένα εικοσάκιλο σακί με πατάτες και να μη θεωρήσει ότι υπάρχει κάτι επικίνδυνο στην υπόθεση, αλλά να μην κοιμηθεί για ώρες τη νύχτα που του γλίτωσε Εκείνη η Κατσαρίδα, επειδή φοβάται ότι θα έρθουν επίσκεψη πάνω στο κορμί του οι θείοι, οι θείες και ο νονός της.

Χειρισμός σωστός δεν υπάρχει. Γίνεται να ειπωθεί έτσι: είναι συνηθέστερο να μην κρατούν, πια, οι γάμοι από το να κρατούν. Επιτυχημένη οικογένεια νοείται, πια, εκείνη που οι γονείς μπορούν να κρατήσουν το γάμο τους ακόμα και αν το κόστος είναι να βγουν στην κοινωνία αγοραφοβικά παιδιά, φαλλοκράτες και στο όριο της πρέζας. Να μη γίνουν δηλαδή πρεζάκια, δολοφόνοι και λοιπά εγκληματικά στοιχεία. Αν δεν γίνουν και φασίστες θα ήταν πολύ καλό, ακόμα και αν δεν μπορούσαν να επικοινωνούν με το περιβάλλον. Το πρόβλημα για ένα πατέρα είναι να διανθίσει την αληθινή αγάπη που νιώθει- και που το παιδί δεν έχει αναμνήσεις από εκείνη, παρά μόνο ρίγος- με το πρότυπο που είναι αναγκαίο να χτίσει. Σε αυτήν την περίπτωση αρχίζουν τα αληθινά προβλήματα.


Δεν είναι άτοπη η φράση, «ο άνθρωπος όταν έχει την εξουσία φαίνεται», αλλά το αποτέλεσμά της είναι. Ο καλύτερος εξουσιάζων είναι εκείνος που έχει διαφθαρεί λιγότερο και η στατιστική, για να βρεις κάποιον που δεν έχει διαφθαρεί καθόλου, αγγίζει το τετραψήφιο νούμερο. Το πρόβλημα με την εξουσία είναι ότι δεν γνωρίζεις τα όριά της. Είναι αναμφίβολο ότι, όταν είσαι πατέρας, μπαίνεις στο τριπάκι χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλά, δεν ξέρεις τι να κάνεις για να τη διαχειριστείς. Από την ψυχολογική και σωματική βία που μπορείς να ασκήσεις στο παιδί σου έως τα μαθήματα που του κάνεις και μπορεί να τα βρει μπροστά του, είναι τόσο λεπτό το όριο που θα σου ήταν αδύνατον να φανταστείς- έστω και αν πριν τη γέννηση ήταν ο νούμερο ένας στόχος σου- ότι η αιματολογική οικειότητα δεν θα αρκούσε, αλλά θα ετίθετο, και μάλιστα τρομακτικά συχνά, συμπεριφορισιακό ζήτημα. Ένα απλό παράδειγμα είναι η φράση, «στα έλεγα εγώ».

Τούτη η πολύ απλή φράση είναι ένα ατόπημα που στο μυαλό του αγοριού υπάγεται σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Το «στα έλεγα εγώ» μπορεί να δείχνει ότι το αγόρι πρέπει να ακούει τον πατέρα διότι, αναπόφευκτα, γνωρίζει περισσότερα, αλλά σφραγίζει την πτυχή του ανταγωνισμού, η οποία είναι πολύ λιγότερο χρήσιμη από ό,τι φαίνεται. Στην κόρη, δε, το «στα έλεγα εγώ» είναι μία διάσταση που αναδεικνύει την υπακοή που θα έπρεπε το μικρό να έχει προς τον μεγάλο, μία σχέση δεσμευτική η οποία, άπαξ και δημιουργείται, το πλάσμα που νιώθει σκλαβωμένο δεν έχει σημασία αν διαφωνεί. Ο δρόμος που ο πατέρας δείχνει στα παιδιά του ότι πρέπει να περάσουν για να γίνουν άνθρωποι που θα βγουν στην παραγωγή εργασίας (και, πιστέψτε με, ο ρομαντισμός μπορεί να μην εκλείπει αλλά οι διαπροσωπικές σχέσεις ανήκουν στο συντριπτικό ποσοστό τους σε αυτήν την παραγωγή, για αυτό το ταξικό ματσάρισμα είναι περισσότερο από συνήθως απαραίτητο) είναι κακοτράχαλος, ωστόσο η ωμότητα είναι που προσωποποιεί την αντιπαράθεση, από την οποία συνήθως ουδείς βγαίνει νικητής. Η αγάπη πνίγει τον πατέρα, ο οποίος τη μετατρέπει σε ένα έδαφος που μόνο η νίκη και η ήττα έχουν σημασία, για αυτό και τα δικά του παράσημα επιδεικνύονται ανά περίσταση. Για να μην τσακωθείς με κάποιον όταν είσαι νευριασμένος, πρέπει να μην πεις την πρώτη κουβέντα. Άπαξ και την πεις, γυρισμός δεν υπάρχει. Στην περίπτωση του πατέρα, αυτή η πελώρια αγάπη που νιώθει πνίγεται μέσα από το πάθος για τη διάκριση των απογόνων. Οι συμβουλές έχουν για περίβλημα την επίδειξη από τη δική του (πιθανή) ανάδειξη μέσα στη ζούγκλα της ζωής και οι ήττες του διαλύουν την αρρενωπότητά του. Κάποια στιγμή, η επιβολή του νόμου (του) γίνεται ο απόλυτος καθημερινός στόχος. Και η εξουσία, την οποία καλείται να διαχειριστεί λεπτά, γίνεται καταχρηστική. Άν κάποιο παιδί είναι πραγματικά τυχερό, μπορεί να είναι εκεί όταν, τελικά, ανεξαρτήτως αν ακολούθησε το επιθυμητό πατρικό μοτίβο, ο πατέρας του θα του πει πόσο το αγαπάει και πόσο περήφανο τον έκανε. Είναι η στιγμή που η μάχη τελειώνει.

Λόγω της ανδροκρατίας, η γιορτή του πατέρα γιορτάζεται ως γιορτή. Η μέρα της γυναίκας και εκείνη της μητέρας προήλθαν από μάχες για δικαιώματα ή πένθος για νεκρούς, έστω κι αν έχουν γίνει πανηγύρι. Η γιορτή του πατέρα είναι χαμένη στην ατμόσφαιρα, κυρίως διότι το πνέυμα της κάθε εποχής, από το 1910 έως και τώρα, που γιορτάζεται, αφορά στην πλειοψηφία της κοινωνικής αποδοχής, η οποία είναι γένους αρσενικού- με την ελπίδα ότι τα τελευταία 30 χρόνια είμαστε μέρος μίας ιστορίας η οποία, όταν γραφτεί, θα είναι αλλαγμένη.

Στο ρόλο του properman

ο Λευτέρης Ελευθερίου 
Ο διδακτισμός και η συγγνώμη του χρόνου Ο διδακτισμός και η συγγνώμη του χρόνου Reviewed by Proper Man on 10:46 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.