Η έξαρση εκείνου του Ιούνη


Ο Θοδωρής Χατζηθεοδώρου, ένας από τους τρεις κορυφαίους Έλληνες πολίστες όλων των εποχών, παράπεσε στο πόλο. Ξεκίνησε με μπάσκετ, πρόβλημα στα γόνατα, πόλο. Ο Γιώργος Αφρουδάκης αφιέρωσε στον Νίκο Γκάλη το χάλκινο μετάλλιο του Μόντρεαλ, το 2005.
Δύο μήνες αργότερα, έκανε το ίδιο ο Μιχάλης Κακιούζης στο Βελιγράδι, με το τρόπαιο του Ευρωμπάσκετ ανά χείρας.

Όλα καλά και άγια, αλλά το τρόπαιο του Ευρωμπάσκετ είναι, κατά τη γνώμη μου, μακράν το ωραιότερο από όλα στα σπορ.

Ο Νίκος Γκάλης δεν έστειλε, λοιπόν, τα παιδιά στο μπάσκετ. Τα τελευταία τρία χρόνια οι Έλληνες Ολυμπιονίκες κανονίζουν ένα φιλικό παιχνίδι, στο οποίο δίνει το «παρών». Ο Νικόλας Δεληγιάννης, τερματοφύλακας της ομάδας πόλο του Ολυμπιακού έως και το καλοκαίρι του 2015 και πλέον προπονητής, βρίσκεται σε μία εκστατική κατάσταση όταν ο Γκάλης είναι στο χώρο ή, στο τέλος, τον πλησιάζει για τη χειραψία. Μπορείς μόνο να φανταστείς πώς νιώθει, αν υποθέσεις ότι αυτό που νιώθεις εσύ είναι πολλαπλασιασμένο με το δέκα χιλιάδες.

Από το Ευρωμπάσκετ του 1987, με σήμα τον… πελαργό, συμπληρώνονται την Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016, 29 χρόνια, που είναι τρομακτικά πολλά. Για πολύ καιρό λίγο μετά την εφηβεία μου, μου έκανε τρομερή εντύπωση ότι υπήρχαν άνθρωποι που γεννήθηκαν μετά το 1987. Για πολύ καιρό, επίσης, το να έχει γεννηθεί ένα κορίτσι μετά το 1987 ήταν συνώνυμο της φρεσκάδας και μου αρκούσε μαγνητισμό. Ήταν σαν να υπήρχε μία θαυμάσια διαφορά ηλικίας, όση έπρεπε ώστε να είμαι μεγαλύτερος και εκείνες νέες, που με την ανάσα τους θα μου έφερναν τον αέρα του νεανικού ενθουσιασμού τους. Αν, δε, είχαν γεννηθεί μετά τις 14 Ιουνίου, είχαν γεννηθεί μετά το Ευρωμπάσκετ του 1987. Αν είχαν γεννηθεί μετά τον Ιούνιο του 1989, είχαν γεννηθεί μετά το Ευρωμπάσκετ του Ζάγκρεμπ. Και πάει λέγοντας.

Δεν υπάρχει εδώ κάποια εξαίρεση: ο Νίκος Γκάλης είναι εκείνος που έρχεται πρώτος στο μυαλό. Εδώ υπάρχει μία λεπτή διαφορά σε σχέση με τους υπόλοιπους: ο Φασούλας θα μπορούσε να είναι μέλος των Metallica, ο Φάνης θα μπορούσε να είναι ο Άντονι Μπουρνταίν και οι δυο τους τη δεκαετία του ’90 ήταν αναμφίβολα ένα τρελό ροκ συγκρότημα που, για την ακρίβεια, αν τους ακολουθούσες θα λογιζόσουν για γκρούπι. Ήταν και είναι λαμπρά μυαλά, που έκαναν καριέρα στο μπάσκετ διότι ήταν πολύ τεμπέληδες για να διαβάσουν. Η πιθανότητα ότι ο Φασούλας θα μπορούσε να γίνει ο Αβραάμ Λίνκολν της Ελλάδας σε πιο ψηλή έκδοση είναι, κατά την ταπεινή γνώμη μου, βεβαιότητα. Θα ήταν απίθανη μία εποχή που θα τον είχε πρωθυπουργό ή Πρόεδρο της Δημοκρατίας της χώρας. Ο Φάνης απλώς εύχομαι να είναι καλά. Στο μυαλό μου οι αθλητικές καταχρήσεις του ήταν ισοδύναμες ενός ροκ σταρ από εκείνους που στην καλύτερη περίπτωση είναι κάθε εβδομάδα στο νοσοκομείο για πλύση στομάχου. Ωστόσο, αν και καλό είναι να υπάρχει εγκράτεια στους χαρακτηρισμούς, υπήρξε μία γοητευτική φυσιογνωμία, η οποία συνδέεται κιόλας με την πανιώνια ιδιοσυγκρασία με πολλούς τρόπους. Το κλειστό της Αρτάκης έκανε ο Φάνης να μοιάζει με κλαμπ τζαζ, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν ένα μέρος που θα καθάριζαν τους ιστούς από τις αράχνες για να παίζει μία ιστορική, πλην όμως παρωχημένη, ομάδα μπάσκετ.

Από τη μεριά του, ο Παναγιώτης Γιαννάκης είναι ένας από τους δύο αθλητές στην ιστορία, μαζί με τον Γιώργο Καραγκούνη, που θυμίζουν Ελλάδα. Το τέλος του «Κάρα» στην Εθνική διαδέχθηκε ένα κείμενο που υπάρχει πια μόνο σε word- και πάλι καλά- πριν δύο χρόνια. Ο Γιαννάκης είχε ξέχειλο συναισθηματισμό, που κάλυπτε την τεχνογνωσία την οποία διέθετε. Είχε τάση για ηρωισμούς, που κάλυπτε τον ορθολογισμό του. Ήταν ένας άντρας που σχεδόν έκλαιγε στα φάουλ που έκανε, αλλά που σηκωνόταν από το παρκέ ζαλισμένος, ζωντανός και πανέτοιμος να συνεχίζει, όταν ένας γίγαντας που μόνο προϊόν μυθοπλασίας μπορεί να είναι έβαζε τον αγκώνα του στη μούρη του. Ήταν ο ορισμός στο λήμμα της θυσίας όταν αγαπάς κάτι και του πόσο μακριά μπορείς να φθάσεις για αυτό. Ολόκληρη η καριέρα του παίκτη Παναγιώτη Γιαννάκη, του ενεργού για 20 χρόνια με την εθνική ομάδα, στην οποία τελείωσε την καριέρα του αφού είχε ξεμπερδέψει με συλλόγους και έδωσε το τελευταίο παιχνίδι του με το εθνόσημο, το τελευταίο από τα εκατοντάδες παιχνίδια, κάτι που καθιστά την περίπτωσή του ακαταμάχητη όσο και σπάνια, ήταν ένα κωμειδύλλιο με τρίλεπτα αποσπάσματα από τη δράση του Τζακ του Αντεροβγάλτη, του Ρασπούτιν, του Μαρκήσιου Ντε Σαντ και άλλων ευγενών κυρίων του κόσμου.

Ο Νίκος Γκάλης, βεβαίως, ήταν κάτι άλλο. Ένας λόγος για να πιστεύεις στον Θεό. Για να νομίσεις ότι μπορείς, μεγαλώνοντας, να κοροϊδέψεις τη βαρύτητα. Ήταν σαν να βλέπεις όνειρο ένα μάτσο με χαρτονομίσματα στο γραφείο και, όταν ξυπνάς, αυτό το μάτσο να βρίσκεται στο γραφείο σου. Ήταν σαν να βρισκόταν έξω από την πόρτα σου η Ιρίνα Σάικ την ώρα που ετοιμαζόσουν να εξερευνήσεις για ακόμα μία φορά την ευκολία με την οποία μπορείς να αντικρίσεις μία παρτούζα που έγινε εκατοντάδες ναυτικά μίλια μακριά από αληθινούς ανθρώπους. Ήταν σαν να καθόταν η Εμμονή της Μνήμης, ο ίδιος ο πίνακας, στο πιάνο παίζοντας το Rach 3, ενώ ένα στραντιβάριους στεκόταν μόνο του, με το δοξάρι από το μάστορα από την Κρεμόνα, ακριβώς στο τελευταίο στάδιο του ουρανού που πιάνει το ανθρώπινο μάτι, παίζοντας την ίδια τη στιγμή. Ήταν θρησκευτικό, ρεαλιστικό, ρομαντικό, σουρεαλιστικό και κυβικό.

Την εποχή που όταν σφυριζόταν μία παράβαση ο ρολίστας μπορούσε να πάει μόνος του στην εξωτερική γραμμή και να κάνει την επαναφορά, ο Νίκος Γκάλης έφερε τον επαγγελματισμό στον ελληνικό αθλητισμό. Σε ελάχιστες περιπτώσεις υπάρχει μικρότερη αμφιβολία για το ποιος είναι ο καλύτερος στη δουλειά του στη χώρα του από τον Γκάλη και το ελληνικό μπάσκετ. Μόνο ο Κρόιφ στην Ολλανδία και ο Μάικλ Φελπς στην αμερικάνικη (αφού συνοριοποιειται το παράδειγμα) κολύμβηση, ο Αλεξάντερ Καρέλιν στη σοβιετική πάλη. Το ποσοστό προτίμησης θα ήταν πάνω από 95% και αυτό μόνο και μόνο επειδή παντού υπάρχουν αντιρρησίες.

Αυτό που δεν μπορώ να πω με σιγουρία είναι ότι ο Νίκος Γκάλης είναι ο κορυφαίος Έλληνας αθλητής όλων των εποχών. Δεν θέλω να βάλω τον δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων και να πω ότι δεν υπήρχε ελληνικό μπάσκετ. Σίγουρα υπήρχαν πιονέροι. Ο Γκάλης δεν «γέννησε» το ελληνικό μπάσκετ. Αλλά αυτό έγκειται μόνο στην ακριβολογία. Ο Πανελλήνιος του ’50, η ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός που έφθασαν στο Final 6 τη δεκαετία του ’70, το χάλκινο μετάλλιο στο Κάιρο το 1949, τον Ματθαίου και τον Μουρούζη, που μεταλαμπάδευσαν τις γνώσεις τους ακόμα και στην προηγμένη Ιταλία. Δε θέλω να χαλάσω τη μαγιά τους. Ωστόσο, μοιάζει (και πιθανότατα είναι) να μην υπάρχει κάποια, καμία, σύνδεση, στο πώς δημιούργησε το ελληνικό μπάσκετ ο Νίκος Γκάλης. Μπάσκετ υπήρχε στην Ελλάδα, αλλά υπήρχαν μπάσκετ γυναικών, χάντμπολ και πόλο, τένις και στίβος. Ό,τι έγινε στο σπορ από εκεί και έπειτα, δεν ήταν απλώς ένα θερινό αστραπόβροντο, αλλά μία λογική συνέχεια και συνέπεια. Η επιρροή του Γκάλη και του Ευρωμπάσκετ του 1987 (αλλά κυρίως του μεγάλου Άρη, που έπαιζε Σάββατα και Πέμπτες και αποτελούσε κοινωνικό φαινόμενο) έφερε τη συνέχεια στο μπάσκετ. Από τότε ως και σήμερα υπάρχει μία ιστορία που μπορείς να πεις και δεσμοί που μπορείς να αλιεύσεις.

Συν τοις άλλοις, υπήρξε αθλητική έξαρση. Αυτή ήταν ό,τι πιο κοντινό είχε ο Έλληνας σε πρόγραμμα στην εκπαιδευτική διάσταση μίας κατάστασης. Οι Έλληνες έπαιρναν μετάλλια παραδοσιακά σε Ολυμπιακούς Αγώνες σε ελληνορωμαϊκή πάλη και ιστιοπλοΐα, σπορ που έχουν διαλυτικά και που ο λαός (το γονίδιό του, αν μου επιτραπεί μία ανάλαφρη κοινοτοπία, αστήρικτη από ανθρωπιστικής απόψεως, παρ’ όλα αυτά) μπορούσε να επιδεικνύει μία ανωτερότητα. Μετά τον Γκάλη, ο αθλητισμός άνθισε σαν ορχιδέα τον Απρίλη. Από τη στιγμή που δεν μπορούσαν να παίξουν όλοι οι πιτσιρικάδες και οι πιτσιρίκες μπάσκετ, βρέθηκαν να αθλούνται διαφορετικά. Και οι γονείς, που διαπίστωσαν, εκτός των άλλων (που τα άλλα είναι η υγεία, δηλαδή το πιο σημαντικό αγαθών), οτι το να ασχοληθείς με τα σπορ είναι επικερδές,  αναζήτησαν το ταλέντο των παιδιών τους στα διάφορα αθλήματα. Ο πατέρας μου δεν με πήγαινε βόλτες και δεν παίζαμε μαζί, αλλά με παρακινούσε να με γράψει σε μία ομάδα, οποιουδήποτε σπορ. Δοκίμασε την τύχη μου ακόμα και στην ενόργανη γυμναστική (τρου στόρι), αν και η μαύρη αλήθεια είναι ότι έχω γεννηθεί τεμπέλης. Η βάσανος έγινε λεωφόρος. Έδωσε δουλειά σε δημοσιογράφους, σε προπονητές, έβαλε στο κόλπο επενδυτές και, φυσικά, ζητούσε να αμείβεται ανάλογα με αυτά που προσέφερε- αν και αυτό θα ήταν αδύνατον, διότι θα έπρεπε να πωληθεί η Θεσσαλονίκη στους Κινέζους (ουπς), να πάρει ο Γκάλης τα λεφτά του και, για να τελειώσει το ποσό, να πάρουν ένα κουτάκι dentyne από το περίπτερο.

Την πρώτη δεκαετία από την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ και ειδικά μετά τη στραβή αποχώρησή του, ο ίδιος επέλεξε να γίνει ερημίτης. Στις φωτογραφίσεις των επετείων το 1995 (όταν στο βίντεο που φτιάχθηκε για την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ εμφανίστηκε μόνο μία φορά, κάτι που θα έπρεπε να βάλει την ΕΟΚ στο ρεκόρ Γκίνες και το λέω πολύ σοβαρά: ειλικρινά, μπόρεσαν και έφτιαξαν ένα βίντεο διάρκειας πάνω από 3 λεπτά χωρίς ένα στιγμιότυπο με τον «γκάνγκστερ»; Ο άνθρωπος ήταν παντού στο παρκέ) και το 1997 δεν ήταν εκεί. Νομίζω ότι, σταδιακά, άρχισε ο κόσμος να τον θυμάται αφού βρέθηκε στην Ισπανία και μετά το ματς με την Κροατία για το Ευρωμπάσκετ του 2007, συναντήθηκε με τον Παναγιώτη Γιαννάκη, 20 χρόνια μετά από εκείνη τη διοργάνωση που δε μιλούσαν καν, κάνοντας την ατάκα «έχουμε καλό κλίμα και είμαστε μία οικογένεια» που σταδιακά χρησιμοποιείται να ακούγεται σαν να την είπε η Μιμή Ντενίση μετά την Άννα Καρένινα, αν έπαιζε μόνη της. Σιγά σιγά επαναφερόταν στην πραγματικότητά μας και φυσικά, επειδή είμαστε υπερβολικοί εκ κλίσεως, τον ξεζουμίζουμε στη δική του μέση ηλικία, κάτι που είναι καλό για αυτόν, τώρα που πλησιάζει τα 60 και δεν θέλει να τον φάει η μοναξιά, και φυσικά για εμάς.

Έχουν περάσει 29 χρόνια από την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ, την πρώτη μαζική σύναξη από τη μεταπολίτευση, και όλοι οι παίκτες και οι προπονητές ζουν. Να είναι όλοι καλά και να γιορτάσουν πρώτα την 30ετία και μετά το μισό αιώνα όλοι μαζί.
Η έξαρση εκείνου του Ιούνη Η έξαρση εκείνου του Ιούνη Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:32 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.