Ο φύλακας της Γκόθαμ


Ο Δημήτρης Διαμαντίδης δεν είναι παιδί του ελληνικού μπάσκετ. Δεν είναι προϊόν του ελληνικού μπάσκετ. Δεν βγήκε μέσα από τα κλιμάκια και τις μικρές εθνικές ομάδες, δεν ήταν γνωστός στους ρέκτες του ελληνικού μπάσκετ σε όλες τις ηλικίες ο μπαμπάς του, δεν έπαιξε στην εθνική Παίδων, στην εθνική Εφήβων, στην εθνική Νέων Ανδρών.
Για την ακρίβεια, έπαιξε μία χρονιά στην εθνική Νέων Ανδρών, από το 2000 έως το 2001. Ο Διαμαντίδης «φύτρωσε» στο ελληνικό μπάσκετ. Και έτσι ακριβώς εξαφανίζεται. Μπορεί να τον κοιτάζει όλος ο κόσμος, αλλά φεύγει και μόνο λίγοι άνθρωποι έχουν κάποια ιδέα για το πώς είναι.

Η απουσία του Δημήτρη Διαμαντίδη- και του Θοδωρή Παπαλουκά, που επίσης δεν είναι προϊόν του ελληνικού μπάσκετ- δεν καλύπτεται, διότι ποτέ δεν ήταν παρών στο ελληνικό μπάσκετ. Ακόμα και αν μπορεί κάποιος να ανακαλύψει μία λογική συνέχεια, είναι έως και βέβαιο ότι η αλληλουχία βγάζει κενά. Για τους περισσότερους ανθρώπους, που δεν είναι ασχολούνταν με τον μπασκετικό Παναθηναϊκό εκ των έσω- και, μαντεύω, για πολλούς που ασχολούνταν με τον Παναθηναϊκό- ο Διαμαντίδης είναι κάτι σαν τον Κάιζερ Σόζε στους «Συνήθεις Υπόπτους», αν το «κουσούρι-απάτη» δεν ήταν σωματικό, αλλά πνευματικό. Ήρθε, έκανε ό,τι έκανε και έπειτα.

Το μπάσκετ μου αρέσει τόσο που σε κάποιες περιπτώσεις όδευα ολοταχώς προς τη μασονία- αν και ένα πράγμα που δεν άντεχα στη δουλειά που έκανα, ήταν οι κλίκες· επίσης, δεν αντέχω τα σνομπ πρόσωπα, το μαγειρεμένο κρεμμύδι, δεύτερο διαδοχικό τραγούδι του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τους γεμάτους νεροχύτες- αλλά επειδή μου αρέσουν τα περισσότερα σπορ, αν και δεν τα καταλαβαίνω, ευτυχώς γλίτωσα από αυτή την ατραπό, που ούτως ή άλλως δεν βγάζει κάπου. Ωστόσο, ένας απαράβατος κανόνας είναι ο εξής: για αθλητές που έχουν σημειώσει πελώριες επιτυχίες με την εθνική ομάδα, κάθε κριτική πρέπει να είναι καλοπροαίρετη. Και, σαν τη γυναίκα του Καίσαρα, πρέπει να φαίνεται κιόλας. Το συμπεριφορισιακό ζήτημα είναι σημαντικό, αλλά αν δεν πρόκειται για ρατσισμό ή σεξουαλική παρενόχληση (αληθινή σεξουαλική παρενόχληση), δεν υπάρχει άλλη συζήτηση. Για χρόνια πραγματικά τσαντιζόμουν για το τρολάρισμα που γινόταν στον Άγγελο Χαριστέα, διότι αυτά που έκανε ο ίδιος σε ένα μήνα μέσα, όσοι ξέρω (και φυσικά, ο υπογράφων εντός) δεν θα τα κατάφερναν σε τρεις ζωές. Το συναίσθημα δεν είναι παροδικό σε ό,τι αφορά το αποτύπωμά του. Μπορεί ο έρωτας να περνάει, αλλά η ανάμνησή του επιβεβαιώνει ότι αυτό με το οποίο κόλλησες άξιζε τον κόπο. Οπότε, αν το μετατρέψεις σε κάτι αρνητικό στο μυαλό σου, η ίδια η εμπειρία αναδεικνύει την αντίληψή σου για τον εαυτό σου, τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο εσύ δε θεωρείς ότι είσαι κάτι σημαντικό. Και τα ξημερώματα της 5ης Ιουλίου του 2004 προκάλεσαν μία τέτοια γλυκιά κούραση σε όλη τη χώρα, που είναι πολύ ευκαιριακό να προσπαθείς να διαφθείρεις τους ήρωες που σου δημιούργησαν αυτήν την κατάσταση.

Παρακολουθώντας την Εθνική όλα αυτά τα χρόνια (η Βούλα ίσως θυμάται τις κανάτες με το κρασί τον Σεπτέμβριο του 2001 στον Γούλια, μετά τις «καταραμένες» βολές του Παπαλουκά στο ματς μπαράζ της Αττάλειας με τη Γερμανία), το τοπ 5 των παιχνιδιών της που δεν ήταν προημιτελικοί, ημιτελικοί και τελικοί και τα οποία θυμάμαι θα μπορούσε να έχει ως εξής:
-Ελλάδα-Γαλλία 64-50, πρεμιέρα Ευρωμπάσκετ 2005.
-Ελλάδα-Βραζιλία 91-72, ματς Ολυμπιακών Αγώνων 1996 για την 5η θέση.
-Ελλάδα-Ιταλία 83-82, πρεμιέρα Ευρωμπάσκετ 2001.
-Ελλάδα-Καναδάς 74-71, παιχνίδι ομίλων για το δεύτερο γύρο του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος 1994.
-Ελλάδα-Κίνα 95-64, φάση των «16» του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος 2006.
*Σούπερ μπόνους, η ήττα με σκορ 84-80 στην παράταση από τη Γιουγκοσλαβία στο Ευρωμπάσκετ του 1995.

Αυτό το παιχνίδι με την Κίνα ήταν αριστούργημα. Οι Κινέζοι δεν ήταν οι καλύτεροι παίκτες του κόσμου, αλλά με την πάροδο του χρόνου η Εθνική τους κομμάτιασε. Ειδικά τα ντουμπλαρίσματα στη γωνία ήταν ισοδύναμα της Ιεράς Εξέτασης. Ένας 17χρονος γκαρντ, ονόματι Αντσέ, αν τον προφέρω σωστά, πήγε και κλείστηκε στη γωνία με τον Διαμαντίδη να τον περιμένει στην εξωτερική πλευρά. Ο Αντσέ έμεινε με την μπάλα στα χέρια, χωρίς να μπορεί να δει πάνω από τον περιφερειακό του Παναθηναϊκού. Ο Διαμαντίδης τον ντουμπλάρισε με τον Παπαλουκά και ο Αντσέ έχασε το φως του. Εκείνη τη στιγμή ο Τζεφ Τέιλορ έκανε λόγο για τις τρεις διαστάσεις. Δηλαδη, 3D, πάει να πει, οριστικά και αμετάκλητα, Dimitris Diamantidis Defence. Μόλις τελείωσε εκείνο το παιχνίδι αισθάνθηκα πραγματικά χαρούμενος, χωρίς κάτι άλλο. Μόλις είχα δει ένα αμυντικό αριστούργημα, που συνόψιζε την παρουσία τριών συν έναν γκαρντ σε μία ευλογημένη συγκυρία για την εθνική ομάδα. Μαζί με τον Παπαλουκά και τον Διαμαντίδη ήταν ο Σπανούλης και μαζί με αυτούς και ο Ζήσης. Εκείνη η Εθνική αδικήθηκε από το τελικό αποτέλεσμα, νικώντας τους Αμερικανούς (σε ένα ματς που ο Διαμαντίδης ξεκίνησε την αντεπίθεση με τάπα στον Κρις Πολ) διότι έπαθε τρελό choke με τους Ισπανούς στον τελικό, αλλά και πάλι δύσκολα υπάρχει αντιπροσωπευτικό συγκρότημα που να έπαιξε καλύτερο και πιο συναρπαστικό μπάσκετ από εκείνη. Σε εκείνο το Παγκόσμιο έβαλε τρεις φορές πάνω από 90 πόντους, μία εξ αυτών πάνω από 100, κρατούσε τους αντιπάλους χαμηλά στο σκορ και απλώς έκανε το χειρότερο παιχνίδι της στη διοργάνωση όταν κρινόταν το χρυσό μετάλλιο. Θα μπορούσε να είναι η ασυζητητί κορυφαία, αν κατακτούσε εκείνο το χρυσό. 

Εκείνη η τετράδα των περιφερειακών, ωστόσο, ήταν χάζι. Τα δίδυμα, που ταίριαζαν μεταξύ τους, είχαν διαφορετικά στοιχεία, ο ένας διάβαζε το παιχνίδι με διαβολική ακρίβεια και ο άλλος μπορούσε να βλέπει την μπάλα να ταξιδεύει σε διπλό χρόνο από ό,τι κανονικά, ο ένας ήταν ορμέμφυτος με μία σταυρωτή-θάνατος και ο άλλος ήταν πιο σκωπτικός και έμοιαζε να παίζει ένα κλικ πιο αργά, ενώ στην πραγματικότητα έβλεπες τη νόηση να πεταρίζει. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και οι τέσσερις έπαιξαν σε όλες τις διοργανώσεις από το 2001 έως το 2015, έστω κι αν σε κάποιες έπαιξε μόνο ο ένας από τους τέσσερις. Η πενταετία 2004-08, ωστόσο, όταν δηλαδή έπαιζαν και οι τέσσερις, ήταν μία φαντασμαγορία. Στο Προολυμπιακό φέτος, μετά από 17 χρόνια, δηλαδή από το άθλιο Ευρωμπάσκετ του 1999, όταν μας έκαναν μία από χόρτα Γερμανοί, Τσέχοι και Λιθουανοί, η Εθνική θα εμφανιστεί χωρίς Παπαλουκά, Διαμαντίδη, Σπανούλη και Ζήση, σε διοργάνωση όπως είναι το προολυμπιακό τουρνουά. Όταν ο Νίκος Ζήσης αποφάσισε να αποχωρήσει, προσφάτως, επισήμως οι Big Four δεν θα φορέσουν ξανά τη φανέλα με το εθνόσημο. Τελευταία φορά που συνέβη κάτι παρόμοιο, ήταν το 1998, στο Παγκόσμιο της Αθήνας, όταν έπαιξαν για τελευταία φορά ο Φασούλας και ο Φάνης. Μετά τον Γκάλη και το απότομο τέλος του το 1991 και τον Γιαννάκη και τη λιτανεία της Ατλάντας το 1996 (αχ, ρε Αντιγόνη), οι δυο τους σηματοδότησαν το τέλος μίας ολόκληρης εποχής.   

Ο Διαμαντίδης ήταν ένα «τέρας» στο παρκέ. Δεν ήταν αυτό που λέμε «σκυλί του πολέμου», αν και θα μπορούσες να πας μαζί του οπουδήποτε απειλούνταν η ζωή σου. Δεν λαΐκιζε εκ κλίσεως και στη 12χρονη καριέρα του στον Παναθηναϊκό δεν απευθύνθηκε ποτέ- ή σπανίως, που είναι σαν ποτέ- στην κερκίδα για να ενισχύσει την ομάδα του. Ήταν ψυχρός και στο ευρωπαϊκό μπάσκετ σπανίως υπήρχαν παίκτες που να ασκούν τέτοια ψυχολογική φοβία στον αντίπαλο, όση ο Διαμαντίδης στους δικούς του. Μετασχημάτισε ελαφρώς τον κόσμο του Παναθηναϊκού σε ό,τι αφορά την οπτική του στο σπορ: σε στιγμές ένιωθες τη ζήλια, όχι μόνο για εκείνους που βρίσκονταν στο ΟΑΚΑ αλλά και, για όλους τους φίλους του Παναθηναϊκού, που μέσα από την ομάδα μπάσκετ και τη λειτουργία της, ένιωθες ότι υπάρχει κάτι που γνωρίζουν εκείνοι και εσύ δεν έχεις ιδέα. Στο Final 4 του 2011 ο τελικός έγινε νωρίς το απόγευμα: ήταν το πιο αδιάφορο αφού όλοι γνώριζαν ποιος θα νικήσει. Επειδή είχε καλυφθεί ένα μεγάλο ποσοστό εκείνων που ήταν αδύνατα να συμβούν, τους έστελνε στο διάστημα, σε μία κατάσταση χωρίς βαρύτητα. Ο Διαμαντίδης, λένε, ψήλωνε ως τα 20 και αυτό είναι μία απλή ένδειξη που δηλοί ότι είναι εξωγήινος, όπως τα μακριά άκρα και ο τρόπος που πεταγόταν για να κόψει την μπάλα, να μην παρατήσει μία φάση ή να βάλει ένα απίθανο σουτ. Και ενώ σοβαρολογούσε όταν έλεγε ότι δεν ξέρει να σουτάρει τρίποντα, στο γήπεδο έβαζε τα πιο σημαντικά και, μερικές φορές, δεν αστοχούσε. Ήταν, εν ολίγοις, ένα πρότυπο αρχηγού που δεν είχε εμφανιστεί πριν στα γήπεδα.

Ακόμα και οι δηλώσεις του στους δημοσιογράφους φρονώ ότι είναι απάτη. Σαν να το έκανε να συμβαίνει με ένα τρόπο ασύντακτο, ενώ στην πραγματικότητα είναι λόγιος και στο σπίτι μιλάει απταίστως, συντακτικά και ορθογραφικά. Το γεγονός ότι σταματάει το μπάσκετ ήταν αρκετό για να αποτρέψει να γίνουν επεισόδια τουλάχιστον σε αυτούς τους τελικούς.

Είναι η αποχώρηση κάποιου που δεν γνωρίζουμε το πάθος του για το άθλημα, που δεν έδειξε επιφανειακά ότι το αγαπάει, που δεν κατακάθισε σε τίτλους ώστε να κερδίσει συμβόλαια, που τις συμφωνίες μαζί του οι πρόεδροι του Παναθηναϊκού τις ανακοίνωναν στα αποδυτήρια. Στα αποδυτήρια, έχει γίνει σε τελικό Κυπέλλου με το Ρέθυμνο. Βγήκε ο Παναθηναϊκός για την απονομή και οι σχολιαστές ανακοίνωσαν τη νέα συμφωνία με τον Διαμαντίδη. Φυσικά, ο ίδιος δεν έβαζε τον εαυτό του σε σύγκριση με κάποιον άλλο- άρα ήμαστε γάιδαροι που τσακωνόμασταν σε ξένο αχυρώνα.

Φεύγει, εντέλει, κάποιος που δεν έχει απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις μας. Αλλά που μας βάζει στην πρίζα για το μοτίβο που χρησιμοποιούμε στο συναισθηματικό κόσμο μας, για την κρίση μας για το τι μας αρέσει. Δεν ξέρω αν, στα χρόνια που απομένει στον ζώντα κόσμο, θα εμφανιστεί άλλος Διαμαντίδης. Και δεν έχω ιδέα αν το κενό του θα δημιουργήσει ψυχική έλλειψη στους οπαδούς του Παναθηναϊκού ή αν, τελικά, δεν θα είναι σίγουροι και οι ίδιοι ότι υπήρξε. Σε αυτήν την περίπτωση υπάρχουν οι τίτλοι, αλλά και πάλι, μοιάζει πολύ δύσκολο να βρεις τον τρόπο ώστε να «σφραγίσεις» σε «στερεή» μορφή την παρουσία αυτού του αθλητή μέσα σου, όντας σίγουρος ότι αυτά που είδες ισχύουν και γίνονται. 
Ο φύλακας της Γκόθαμ Ο φύλακας της Γκόθαμ Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:21 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.