Ποίηση του... κώλου


Η ομορφιά αποτελεί μία μορφή εξυπνάδας. Αυτό πολύ δύσκολα γίνεται κατανοητό, ειδικά στα όμορφα κορίτσια, τα οποία έχουν μπουχτίσει να ακούνε πόσο όμορφα είναι. Η στροφή τους προς το πνευματικό κομμάτι γίνεται άγαρμπη, επειδή ακριβώς είναι αναγκαία.
Και αυτή η ομορφιά χάνεται ως όπλο. Δεν είμαι σίγουρος αν προτιμώ το επιτηδευμένο μίας συμπεριφοράς που υπερτονίζει χαρακτηριστικά τα οποία λειτουργούν ως δόλωμα ή μία κοπέλα που έχει μπει στον κυκεώνα της αμφιβολίας, ενός αγώνα για να αποδείξει στον εαυτό της ότι το μυαλό της λειτουργεί το ίδιο καλά με την εμφάνισή της. Όπως στα παιχνίδια, πρώτα μαθαίνεις να παίζεις και έπειτα εξοικειώνεσαι με τις λεπτές γραμμές που σε κάνουν να νικάς στο σπορ. Είναι σημαντικό να μπορείς να παίζεις με αδεξιότητα, ώστε ακόμα και η κλίση σου, αυτή η δυσανάλυτη αληθινή μαγεία που κάνει τους ανθρώπους να έχουν έφεση σε κάποιο κομμάτι της κίνησης το οποίο βρίσκει το ταίριασμά του σε ειδικότητα, δηλαδή αυτό που αποκαλείται επάγγελμα, να μπορεί να σου δείξει το δρόμο ώστε να σκεφτείς πρώτα ως οντότητα, έπειτα ως ομάδα και μετά σε χρόνο και χώρο.

Όποτε καταπιάνομαι με αυτό το θέμα, εμφανίζομαι, στο τέλος του, σχεδόν θλιμμένος, διότι δεν έχω κατορθώσει να αποφύγω τη γενίκευση. Αυτό είναι πρόβλημα, ειδικά από τη στιγμή που η ομορφιά ενέχει το υποκειμενικό στοιχείο και δεν αποτελεί μόνο άλλοθι, που χρησιμοποιείται κάθε λίγο και λιγάκι με φράσεις όπως «ο καθένας έχει τη δική του ομορφιά», αυτή την κοινοτοπία που προκύπτει από τον ευρωπαϊκό τρόπο ομιλίας, ένα από τα δυσάρεστα αποτελέσματα της Δημοκρατίας.
Μάλιστα, αυτή η γενίκευση πρακτικά δεν οδηγεί κάπου. Ενώπιον της ομορφιάς, όλοι μένουμε ενεοί. Όταν o Γούντι Άλεν στάθηκε για πρώτη φορά μπροστά στο πρόσωπο της Μάριελ Χέμινγουεϊ, στο «Μανχάταν», το κατέταξε στους λόγους για τους οποίους κάποιος αξίζει να ζει. Απλώς, τούτο διαφοροποιείται από τη σεξουαλικότητα. Το αρσενικό, κάθιδρο, αποδίδει τα εύσημα ως θαυμαστής και, εφόσον πλησιάσει τον πίνακα ζωγραφικής, κάτι που είναι τόσο αρνητικό όσο ακούγεται, υπό την έννοια ότι το κορίτσι είναι αναγκασμένο να παίζει το ρόλο του εμβλήματος, περνά τη διάβαση που χωρίζει τη φαντασία από την πραγματικότητα. Η φαντασία δεν είναι αποστασιοποιημένη από την αλήθεια, υπό την έννοια ότι αυτό το πρόσωπο υπάρχει, ο άνδρας το αντικρίζει, αλλά η πραγματικότητα είναι το πέρασμα του χρόνου και ο τρόπος που η τεστοστερόνη επιβάλλει το νόμο της, μαζί με τη συνήθεια, την ώρα που ο θαυμασμός, μέσα στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, αργοσβήνει, για να επιστρέψει, όπως ο κύκλος της ζωής, όταν πια η εικόνα, η οποία επιστρέφει σε ένα «ψεύτικο» καθεστώς, έχει πια χαθεί.



Αλλά η σεξουαλικότητα δεν παίζει με αυτούς τους όρους. Είναι λίγο πιο βρώμικη και πιο σαφής από το αλαβάστρινο της επιδερμίδας και τα μεγάλα μάτια. Η σεξουαλικότητα μεταφράζει σε υγρά τις πιο αθώες πράξεις, καθώς πρόκειται για τον προορισμό της. Τρόποι για να ειπωθεί χωρίς να είναι πρόστυχοι υπάρχουν και, παρόλα αυτά, το νόημα της τέρψης μοιάζει να μην έχει τόσο πολλή πλάκα. Αν, μάλιστα, αναλογιστείς ότι το σεξ ανήκει στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, δημιουργώντας τα μύρια όσα απωθημένα και παίζοντας σεβαστό ρόλο στην ανάπτυξη της σαρκικής σχέσης, πρώτιστο ρόλο πρέπει να παίζει η ψυχική διαύγεια, η οποία συνεπάγεται την αποφυλάκιση των βρώμικων σκέψεων και την εκτόξευσή τους ανάμεσα στα σεντόνια και κάτω από τα μαξιλάρια. Τούτο δεν γίνεται να συμβεί κατ’ επίφασιν και δεν έχει να κάνει με την ποιότητα του ανθρώπου. Ακόμα και οι δημόσιες τοποθετήσεις στο σεξ φέρνουν σεβαστά πρόσωπα να θέτουν το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων και να φανερώνουν μία αθυροστομία η οποία, αν σε πρώτο βαθμό κλονίζει, στο τέλος μένει η απόλαυση της παιδικής παρανομίας.

Κάπως έτσι ο Μάνος Χατζιδάκις, ο ίδιος τύπος της μουσικής αιθεριότητας του «βαλς των χαμένων ονείρων» και του απίθανου άδολου του «σ’ αγάπησα γιατί ήσουν ουρανός», είπε κάποτε, με πλήρη σαφήνεια, ότι «ο κώλος είναι το μουνί του μέλλοντος». Τούτη η ατάκα είναι ένα δόλωμα για την αληθινή αιτία του κειμένου. Μία τυχαία τοποθέτηση του Κώστα Βάρναλη.

Ο κώλος είναι το μόνο γράμμα που είναι στο σώμα μας. Είναι το «Ω» σε πεζή μορφή, «ω». Μπορούμε να είμαστε «Η» όταν έχουμε τα χέρια στην ανάταση, «Π», όταν τα έχουμε σε ορθή γωνία και πίσω από το κεφάλι μας, «Τ» όταν τα έχουμε τεντωμένα πλάγια, «Ψ» όταν τη βλέπουμε… θεά Κάλι. Αλλά μόνο ένα γράμμα είναι φυσικό πάνω μας. Αυτό, βεβαίως, δεν συμβολίζει κάτι, παρά το γεγονός ότι ένας ωραίος κώλος είναι ένα καλλιγραφικό «ω», που μοιάζει με ψημένο κέικ. Και αυτό το σημείο είναι που ο καπιταλιστικός κόσμος, ο οποίος ήταν πάντα τέτοιος, επιβραβεύει, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο σωματικό σχηματισμό, με υλικά αγαθά.

Υπάρχουν πολλές έρευνες που βγάζουν τρελά αποτελέσματα. Πανεπιστήμια μαζεύουν 800-1000 ανθρώπους και τους κάνουν τεστ, προκειμένου να αποφανθούν για κάτι που συνήθως αφορά σε ασθένειες ή σε ζητήματα που είναι έμφυλα. Να, παραδείγματος χάρη, τις προάλλες διάβασα μία που λέει ότι όσες γυναίκες πάνε τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα στην εκκλησία, έχουν λιγότερες πιθανότητες να πάθουν καρκίνο του μαστούν. Μία άλλη αναφέρει ότι η ανδρική τεστοστερόνη έχει μειωθεί κατά το ένα τέταρτο σε σχέση με αυτό που ήταν πριν από 50 χρόνια. Αλλά και στην εποχή μου, όταν ένα κορίτσι περνάει από δίπλα μου για να συνεχίσει τη βόλτα του αλώβητο, όλοι θα γυρίσουν να κοιτάξουν τον κώλο του. Δε θα το κάνουν απαραιτήτως επιτηδευμένα, απλώς θα γυρίσουν το βλέμμα τους και θα εστιάσουν για ένα νανοδευτερόλεπτο, για να αντικρίσουν άλλη μία φορά κάτι από το οποίο φαίνεται ότι δεν χορταίνεις ποτέ.

Και πάλι, δεν είναι ακριβώς ζήτημα πείνας. Είναι περισσότερο μία άδολη αναζήτηση, το τελευταίο ζουμάρισμα του αναμμένου φακού πριν τους πολιτισμένους τρόπους συμπεριφοράς, που όσο τσιρίζει και αρνείται να σβήσει, τόσο αυτή η διαδικασία, η ερωτική, δε θα θεωρείται μεμπτή.

Να κοιτάζεις έναν κώλο δεν θεωρείται κάτι λαϊκό, ούτε προέρχεται από τις ταβέρνες. Δεν είναι ελιτίστικο και πανεπιστημιακό. Δεν έχουν σημασία τα λεφτά, ούτε με ποια συχνότητα κάνεις σεξ. Γίνεται- και το ξεχνάς. Είσαι τοπ πυρηνικός επιστήμονας, ναρκαλιευτής, χασάπης, δικηγόρος (εννοείται), είσαι προφέσορ, δόκτορ, σερ, φον, λόρδος, είσαι μπουζουκτσής, πιανίστας, βιολιτζής, τον κώλο θα τον κοιτάξεις. Και όταν μεγαλώνεις, θα τον κοιτάξεις εν γνώσει σου. Όσο πιο μεγάλος είσαι, τόσο λιγότερη η ντροπή.

Για αυτό και η ιστορία με τον ποιητή των «Μοιραίων», Κώστα Βάρναλη, είναι ένα αριστούργημα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε στη Σπύρου Μερκούρη 27, στο Παγκράτι. Ριζάρη και Βασιλέως Κωνσταντίνου περιμένει για ώρα, κουρασμένος. Γείτονας τον ρωτάει, «μπάρμπα Κώστα, τι περιμένεις τόση ώρα;». Και ο ποιητής, που χρησιμοποιεί τις λέξεις για να διεμβολίσει την πραγματικότητα, που δίνει το στίγμα του ρομαντισμού στους ερωτευμένους και του κυνισμού στους απελπισμένους, απαντάει: «Περιμένω να περάσει κάνας ωραίος κώλος, για να βγάλω την ανηφόρα». 
Ποίηση του... κώλου Ποίηση του... κώλου Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:24 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.