Σκέψεις για τη Λέστερ


Ακόμα και αν η Premier League δεν είναι το κορυφαίο πρωτάθλημα στον κόσμο, είναι σίγουρα το πιο συναρπαστικό. Δεν έχει τις κορυφαίες ομάδες στον κόσμο, αλλά κάθε παιχνίδι μπορεί να είναι ένα κινητικό παραλήρημα και κάθε διεκδικήσιμο ματς δεν έχει νεκρές ζώνες.
Να παρακολουθείς το πρωτάθλημα της Premier League και, κατά τη γνώμη μου, αμέσως μετά την Bundesliga, μπορεί να είναι μία παραίσθηση της πραγματικότητας. Όταν σηκώνεσαι, στα περισσότερα παιχνίδια, είσαι τόσο γεμάτος από τις συγκινήσεις, που ακόμα και τα πολλά και γκαφατζίδικα λάθη των ποδοσφαιριστών θεωρούνται μέρος του σχεδίου.

Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους: στην Αγγλία θεωρούν πως ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Ο υποβιβασμός είναι ένα άσχημο πράγμα και ενδεχομένως να μην είναι τόσο χαζοί ώστε να μην γνωρίζουν ότι οι ομάδες που είναι σε χειρότερη κατάσταση θα είχαν περισσότερες πιθανότητες να μείνουν στην κατηγορία αν οχυρώνονταν πίσω, δεν το επιτρέπουν. Για να μην είναι αυτό ανεκτό, έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος κατά τον οποίο όλες οι ομάδες θα αμείβονταν για την επιθετική τάση τους. Για αυτό, κιόλας, φροντίζουν από την ομοσπονδία, σε συνεργασία με τους χορηγούς, όλες οι επαγγελματικές κατηγορίες να παίρνουν τη μερίδα τους. Οι ομάδες που παίζουν σε αυτές τις κατηγορίες, έχουν κάτι από εκείνο που ο Αριστοτέλης αποτύπωσε ως εξής: «Έγινα φιλόσοφος ώστε να κάνω με τη θέλησή μου πράγματα που ο υπόλοιπος κόσμος κάνει όταν φοβάται».

Η ιλιγγιώδης συμφωνία με το SkySports, βεβαίως, είναι ακόμα μία πέτρα ώστε το αγγλικό πρωτάθλημα να είναι το καλύτερο. Οι σκηνοθετικές γωνίες είναι απίστευτες, κάθε αμφίβολη διαιτητική απόφαση αξίζει ένα ριπλέι και το κόψιμο της κάμερας στον μοιραίο ποδοσφαιριστή διανθίζει την έκσταση που ο θεατής νιώθει. Τέτοιου είδους σκηνοθεσία απαιτεί ρυθμό, ώστε να μην προδίδεται η αγωνία της εικόνας. Και, φυσικά, στην Premier League αυτό συμβαίνει με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο.


Υπό μία έννοια, σε ένα τέτοιο περιβάλλον μπορεί και να μη θεωρηθεί απίθανο να πάρει το προβάδισμα η Λέστερ. Ίσως αυτό ήταν το τέλος μίας ένδοξης εποχής, που ακόμα δεν είναι τελείως χαμένη στην τακτική. Ο Γιούργκεν Κλοπ, βεβαίως, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται η Λίβερπουλ, όχι υπό την έννοια των στόχων της αλλά, σε ό,τι αφορά το δικό του χαρακτήρα σε σχέση με το χαρακτήρα του συλλόγου (έβρεχε στην Αθήνα εκείνο το μεσημέρι που είπε ότι είναι ο «Normal One» και το θέμα είναι ότι μπορεί τότε να έχει trending topic, αλλά δεν κράτησε στο χρόνο: είναι η απόδειξη ότι οι άνθρωποι χρειάζονται την αλαζονεία· ο Κλοπ είναι μία φιγούρα που είναι το πλησιέστερο σε ήρωα της Marvel και πάλι εκείνη η κοφτερή ατάκα, που θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ήταν διανθισμένη με λεπτή ειρωνεία, αν είχε την ιντριγκαδόρικη διάθεση), ωστόσο έρχεται μία προπονητική «καταιγίδα» που ίσως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν το παιχνίδι στο Νησί: ο Γκουαρντιόλα στη Μάντσεστερ Σίτι, ο Κόντε στην Τσέλσι, ίσως ο Μουρίνιο στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι δεν είναι απλώς σημαντικές μεταγραφές, αλλά ένα σπουδαίο ζήτημα για τη λάμψη της Premier τον επόμενο χρόνο. Είναι ασφαλές να πει κάποιος ότι αυτοί οι προπονητές θα τύχουν υποδοχής σπουδαίας και θα τους κάνουν να νιώσουν ότι είναι σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία των συλλόγων τους οποίους θα αναλάβουν. Και, φυσικά, είναι πολύ λογικό να ζητήσουν τα... πόδια τους στο μεταγραφικό παζάρι. Η απίστευτη ιστορία της Λέστερ μπορεί να είναι η τελευταία μίας εποχής που θα αποκαλείται αγνή.

Ούτως ή άλλως, όμως, εδώ και χρόνια οι Άγγλοι έχουν επιτρέψει σε ζάπλουτους ιδιοκτήτες να αναλάβουν ομάδες, επειδή η παράδοση δεν είναι μεγαλύτερη από το νόμο. Τούτο δίνει την αληθινή διάσταση του κατορθώματος, καθώς το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο δεν υπάγεται σε νόμους σάλαρι καπ. Δεν υπάρχουν, δηλαδή, οι οικονομικές απαγορεύσεις που έχουν, π.χ., οι ομάδες στο ΝΒΑ. Όταν η Λέστερ, στις 13 Ιουλίου του 2015, προσέλαβε τον Κλαούντιο Ρανιέρι, στην Αγγλία γέλασε ο κάθε πικραμένος. Ο Γκάρι Λίνεκερ tweetαρε: «Τον Κλαούντιο Ρανιέρι; Αλήθεια;». Και ένας τύπος Στίβεν Ο’ Ρίγκαν συνέχισε από κάτω: «Τρελό. Θα αντέξει μέχρι τα Χριστούγεννα.». Χμμμ.

Η Λέστερ δεν είναι απλώς η πιο σπουδαία έκπληξη στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, αλλά και στον αθλητισμό γενικά. Και τούτο δεν υπάγεται σε συναισθηματική αυθαιρεσία. Οι 10 πιο μεγάλες εκπλήξεις στο ποδόσφαιρο θα μπορούσαν να είναι οι εξής:

-Το Euro 2004.
-Το Ουρουγουάη-Βραζιλία 2-1 το 1950.
-Το Μουντιάλ που κατέκτησε η Δυτική Γερμανία το 1954.
-Το Euro της Δανίας το 1992.
-Το ΗΠΑ-Αγγλία 1-0 στο Μουντιάλ του 1950.
-Το πρωτάθλημα της Ατλέτικο Μαδρίτης το 2014.
-Το πρωτάθλημα της Καϊζερσλάουτερν το 1998.
-Το Καμερούν-Αργεντινή 1-0 στην πρεμιέρα του Μουντιάλ του 1990.
-Το Βουλγαρία-Γερμανία 2-1 στον προημιτελικό του Μουντιάλ του 1994.
-Το Άστον Βίλα-Μπάγερν Μονάχου 1-0 στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1982.


Ο κατάλογος προέκυψε από μνήμης, κάποιες στιγμές απλώς δεν κολλάνε στο μυαλό αυτήν τη στιγμή. Ένα τοπ-10 παγκοσμίως, με το ίδιο κριτήριο, θα μπορούσε να είναι το εξής:

-Η νίκη του Ρούλον Γκάρνερ επί του Αλεξάντερ Καρέλιν στον τελικό της ελληνορωμαϊκής στους Ολυμπιακούς του 2000.
-Το χρυσό του Μάικ Πάουελ στο μήκος στο Παγκόσμιο του 1991 στο Τόκιο.
-Το εθνικό πρωτάθλημα του Νορθ Καρολάινα Στέιτ στο μπάσκετ το 1983.
-Η νίκη του Τζακ Νικλάους στην Αουγκούστα το 1986.
-Η νίκη των ΗΠΑ επί της Σοβιετικής Ένωσης στον τελικό του χόκεϊ επί πάγου στους χειμερινούς Ολυμπιακούς του 1980.
-Το πρωτάθλημα της Ιντιάνας στο μπάσκετ που κατέκτησε το 1954 το λύκειο Μίλαν (το οποίο ενέπνευσε την ταινία Hoosiers).
-Το πρωτάθλημα των Νιου Γιορκ Μετς στο μπέιζμπολ το 1969.
-Το χρυσό μετάλλιο του Άντονι Νέστι στα 100μ. πεταλούδα στους Ολυμπιακούς της Σεούλ.
-Το Super Bowl  που κατέκτησαν οι St Louis Rams το 2000.
-Η νίκη της Αργεντινής επί των ΗΠΑ στο Μουντομπάσκετ της Ιντιανάπολης το 2000.

Για αρκετούς λόγους, δεν πάει κοντά κάποιες από αυτές τις 20 στιγμές (αν επαΐοντες μπορούν να βρουν κάποια άλλη, ευχαρίστως να συζητηθεί και να μετατραπεί τούτη η λογική). Η Λέστερ, σε κάθε περίπτωση, δεν έπρεπε να πάρει το πρωτάθλημα. Ειδικά η Premier είναι ένα πρωτάθλημα που απαγορεύεται να το πάρει μία ομάδα σαν τις «αλεπούδες». Θα ήταν μία από τις κορυφαίες πέντε εκπλήξεις στο ποδόσφαιρο αν η ομάδα του Ρανιέρι ερχόταν τρίτη. Θα ήταν πελώρια επιτυχία αν ερχόταν πέμπτη. Η Λέστερ είναι μία ομάδα που κατέκτησε το πρωτάθλημα πάνω από τη Μάντσεστερ Σίτι, την Τσέλσι, τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, την Άρσεναλ, την Τότεναμ και τη Λίβερπουλ ΧΩΡΙΣ να έχει πάρει άλλο στην ιστορία της. Οι δύο σπουδαίοι πρωταγωνιστές της, ο Τζέιμι Βάρντι και ο Ριγιάντ Μαχρέζ, έπαιζαν, πριν τη Λέστερ, σε ομάδες κατώτερων κατηγοριών, ουδεμία σχέση με την πρώτη εθνική των πρωταθλημάτων τους. Και ο Ρανιέρι δεν ήταν μόνο ότι ερχόταν από μία απίστευτη αποτυχία, είχε να καθίσει και σε πάγκο αγγλικής ομάδας 11 χρόνια. Η δυσκολία αυτού του εγχειρήματος είναι πιο δύσκολη και από το να προσπαθήσεις να κάνεις μία οποιαδήποτε παρομοίωση για αυτό. Αν ο Φωστήρας κατακτούσε δύο διαδοχικά πρωταθλήματα σε πέντε χρόνια από τώρα, τότε ίσως να έφθανε σε αυτό που έκανε η Λέστερ. Αν τα κορίτσια του Κονέκτικατ ξεκινούσαν από την αρχή μία σεζόν στο κολεγιακό πρωτάθλημα μπάσκετ των αγοριών και έφθαναν ως το Sweet Sixteen, θα ήταν κάτι ανάλογο. Μόνο τέτοια μπορεί να είναι η αναλογία. Οι τύποι εξασφάλισαν το πρωτάθλημα δύο ολόκληρες αγωνιστικές πριν τελειώσει! Δεν ένιωθαν καν πίσω τους την ανάσα των κυνηγόσκυλων.


Από τα 20 προαναφερθέντα παραδείγματα η Λέστερ ασφαλώς υπερέχει. Κατευθείαν βγαίνουν έξω όλες οι προσωπικές στιγμές, όλα τα μεμονωμένα παιχνίδια, όλες οι διοργανώσεις που κράτησαν από 15 μέρες έως 1 μήνα και στις οποίες έγιναν τα πάντα, ακόμα και αν ο Θοδωρής Ζαγοράκης έκανε σομπρέρο στο Βενσάν Λιζαράζου. Σε ό,τι αφορά τα πρωταθλήματα, η Ατλέτικο είχε πολύ πιο πεπειραμένους ποδοσφαιριστές από τη Λέστερ και μόνο δύο αντιπάλους, έστω και γίγαντες, οι οποίοι ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Tο MLB των Μετς το 1969 αναφέρεται σε μία τελείως διαφορετική εποχή, αλλά ήταν αξιοσημείωτο: ο σύλλογος διάγε μόλις τον όγδοο χρόνο ζωής και τις προηγούμενες 7 χρονιές δεν ήταν ποτέ πάνω από ένατος στην εθνική λίγκα, στην οποία συμμετείχαν 10 ομάδες (!) και το 1962 τελείωσαν με ρεκόρ 40-120, που ήταν οι περισσότερες ήττες που είχε γνωρίσει ομάδα στο πρωτάθλημα μπέιζμπολ τον 20ο αιώνα! Οι Ραμς επίσης είναι ξεχωριστή ιστορία: κατέκτησαν το πρωτάθλημα του 1999 και το Super Bowl του 2000, πρώτα στην ιστορία τους, με quarterback τον Κουρτ Βάρνερ ο οποίος έπαιζε ερασιτεχνικό ράγκμπι στην Ολλανδία και το περιοδικό ESPN τους έδινε τελευταίο φαβορί για να πάρουν τον τίτλο. Τώρα, η Καϊζερσλάουτερν του Ρεχάγκελ, που πήρε το πρωτάθλημα του 1998 ως νεοφώτιστη στην κατηγορία, είχε ρόστερ ανεκτό, με έμπειρους παίκτες όπως ήταν ο Αντρέας Μπρέμε, έναν πρωταγωνιστή-σκόρερ, όπως ήταν ο Όλαφ Μάρσαλ, ένα ταλέντο, όπως ήταν ο Μίκαελ Μπάλακ, αλλά το γερμανικό ποδόσφαιρο χώλαινε από παίκτες και η Μπάγερν Μονάχου ήταν ο μοναδικός αντίπαλος, ο οποίος επίσης δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη.

Ας πούμε ότι, στη σούμα, μία πεντάδα από τις 20 στιγμές θα ήταν η εξής:

-Η νίκη του Γκάρνερ επί του Καρέλιν. Με βαριά καρδιά, διότι όταν ο Λιούις έχασε από τον Πάουελ στο μήκος στο Τόκιο έκανε πέντε από τα έξι άλματα πάνω από 8,70μ., αλλά ο Πάουελ ήταν θαυμάσιος αθλητής, δεν ξεπετάχθηκε από το πουθενά και στις 30 Αυγούστου συμπληρώνονται 25 χρόνια από το παγκόσμιο ρεκόρ που έκανε και το οποίο παραμένει, δηλαδή τα 8,95μ. Ο Γκάρνερ, ωστόσο, δεν υπήρχε πουθενά, ο Καρέλιν ήταν αήττητος για 13 χρόνια και δεν είχε χάσει ποτέ στη ζωή του από παλαιστή που δεν καταγόταν από τη Σοβιετική Ένωση. Ήταν τόσο καλός που έχασε το 2000 και στην αμέσως προηγούμενη ήττα του υπήρχε η ΕΣΣΔ χωρίς να διαφαίνεται ότι θα καρατομηθεί.
-Το Euro 2004.
-Το πρωτάθλημα των Μετς στο μπέιζμπολ το 1969.
-Το Super Bowl των Ραμς το 2000 και το πρωτάθλημα του 1999.
-H νίκη των ΗΠΑ επί της Σοβιετικής Ένωσης στον τελικό του χόκεϊ επί πάγου στο Σολτ Λέικ το 1980. Εδώ, δύο παρατηρήσεις: δεν έβαλα τον Νικλάους, που νίκησε στα 46 χρόνια του (!) το 18ο Μάστερς στην Αουγκούστα, για το λόγο ότι παρά το γεγονός ότι ήταν απίστευτο κατόρθωμα, είχε ήδη 17 Γκραν Σλαμ. Και δεν έβαλα τη νίκη της Ουρουγουάης επί της Βραζιλίας στο Μουντιάλ του 1950, διότι, παρά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η Βραζιλία δεν είχε νικήσει (και δεν νίκησε έπειτα) ποτέ εύκολα τη «Σελέστε». Η διαφορά των ομάδων ουδέποτε υπήρξε χαώδης, σε αντίθεση με εκείνη των Αμερικάνων με τους Σοβιετικούς, έστω και αν ο τελικός των Χειμερινών έγινε στις ΗΠΑ, οι οποίες, ως γνωστόν, είναι Πολιτείες και όχι χώρα.    


Αυτό που έκανε η Λέστερ δεν γίνεται ούτε στο σινεμά, αλλά θα γίνει: σε μία διετία το Χόλιγουντ θα παρουσιάσει, με τον δικό του ιλουστρασιόν τρόπο και πυρήνα τον απίθανο Τζέιμι Βάρντι, ο οποίος, εκτός των άλλων, έσπασε το ρεκόρ των συνεχόμενων παιχνιδιών σε σκοράρισμα του Ρούουντ φαν Νίστελροϊ, 11, την ταινία για το πώς η Λέστερ έφθασε στην κατάκτηση της Premier League. Σε αυτή την περίπτωση, ο ορισμός του πώς πρέπει να συμβαίνει, δηλαδή ότι η τέχνη μιμείται τη ζωή, μοιάζει politically incorrect.  
Σκέψεις για τη Λέστερ Σκέψεις για τη Λέστερ Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:30 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.