Πού πάνε οι μπάλες όταν χάνονται;


Ο καιρός ανοίγει για τα καλά και κάθε τέτοια εποχή με πιάνει μια νοσταλγία για την παιδική μου ηλικία. Τέτοιες μέρες ήταν που άκουγες τα πρώτα γέλια στους δρόμους, μα και τις πρώτες φωνές από τα γειτονικά σπίτια για τη «φασαρία» που ξεκινούσε μετά το τελευταίο κουδούνι του σχολείου και τελείωνε όταν άναβαν τα φώτα στις λάμπες των δρόμων. Οι λάμπες ήταν το σινιάλο για να γυρίσεις σπίτι. Τέτοια εποχή ήταν που επισκεπτόσουν τον ποδηλατά για ένα πρόχειρο σέρβις, που περιελάμβανε λίγο λάδι στην αλυσίδα, σφίξιμο των φρένων και στο τσακίρ κέφι κανένα αυτοκόλλητο, που ήταν το πιο απαραίτητο αξεσουάρ της εποχής για τα δίτροχα οχήματά μας. Τότε ήταν που χάνονταν και οι μπάλες…

Κι αυτό ήταν το νούμερο ένα πρόβλημα της παιδικής μας ηλικίας, στο οποίο λύση δεν βρέθηκε ποτέ. Όση οργάνωση κι αν είχε η παρέα, όσο κι αν όλο το χειμώνα, σε όλες τις γιορτές έκανες δώρο μία μπάλα για να γεμίσει το «οπλοστάσιο», ποτέ δεν ήταν αρκετές. Θυμάμαι πάρτι φίλου με είκοσι άτομα, στο οποίο δέκα από τα δώρα του ήταν μπάλες, που σε τρεις μήνες απλώς δεν υπήρχαν. Και αυτό γινόταν σε όλη την παρέα, γιατί η μπάλα ήταν το μοναδικό που χρειαζόσουν για να διασκεδάσεις.

Επίσης θυμάμαι συντονισμένες προσπάθειες περισυλλογής μπαλών ποδοσφαίρου στα γειτονικά γήπεδα, όταν σαν αυτόκλητα ball boys καθόμασταν έξω από τα σύρματα μήπως και καμία Ramos ή Select κάνει την εμφάνισή της. Και όταν έπαιρνε καμία τροχιά προς το δρόμο, όλη η παρέα περικύκλωνε αυτόν που την έπιανε και τρέχαμε προς το Άλσος του Περιστερίου, όπου γινόταν μια πρόχειρη εκτίμησή της, πριν κυλήσει στο απεριποίητο χορτάρι. Συχνά βέβαια η χαρά κρατούσε για πολύ λίγο, καθώς η ταμπέλα ήταν σαφής: «Απαγορεύεται η μπάλα και οι σκύλοι». Και τότε έσκαγε ο φύλακας και την άρπαζε, κάτι που δεν έκανε φυσικά με τους σκύλους που κυλιόντουσαν λίγο πιο πέρα από τα αυτοσχέδια τέρματα, που φτιάχναμε με τις τσάντες μας. Πού να τολμήσει, ο θρασύδειλος…

Και άρχιζε πάλι η αναζήτηση της επόμενης «στρογγυλής Θεάς». Τότε ήταν που φώναζες τον «άμπαλο». Αυτόν που δεν ήξερε ποδόσφαιρο και καθόταν με τυρόπιτα και πορτοκαλάδα στο παγκάκι περιμένοντας καρτερικά της σειρά του να παίξει, άσχετα αν ήξερε από την αρχή ότι αυτή δεν θα έρθει ποτέ. Ο «άμπαλος», ουσιαστικά δεν είχε καμία σχέση με τον χαρακτηρισμό, καθώς είχε πάντα μία μπάλα να κάθεται καθαρή και φουσκωμένη στην βιβλιοθήκη του. Και πώς να την χάσει άλλωστε, αφού δεν έπαιζε ποτέ; Ο μόνος τρόπος να συμβεί αυτό ήταν να του την πάρει ο διευθυντής του σχολείου που είχε απαγορεύσει τις μπάλες γιατί γινόταν χάος στα διαλλείματα. Θυμάμαι ακόμα το γραφείο του γεμάτο με Molten, τις φτηνές, και εμάς απ’ έξω να παίζουμε με τα κουτάκια της κόκα κόλα πατημένα ή τα μπουκαλάκια του νερού.

Βέβαια για να είμαι ειλικρινής, το γραφείο του διευθυντή ήταν η μοναδική μας ελπίδα για να βρούμε μπάλες το καλοκαίρι, καθώς με το τέλος της σχολικής χρονιάς επιστρέφονταν στους ιδιοκτήτες τους. Την κατάλληλη δηλαδή εποχή, όταν όλες οι άλλες είχαν χαθεί και τα τοπικά πρωταθλήματα είχαν σταματήσει, με αποτέλεσμα η επιχείρηση βρίσκω μπάλα να θυμίζει χέρσο κομμάτι γης τον Αύγουστο.


Το καλοκαίρι βέβαια, έσπαγε και η παρέα. Οι περισσότεροι παίρναμε τον δρόμο για το χωριό, στο οποίο μέναμε κάνα δύο μήνες μέχρι να έρθουν να μας πάρουν οι γονείς μας για διακοπές. Εκεί λοιπόν, στο χωριό, σύμφωνα με μία πρόχειρη στατιστική έρευνα που είχα κάνει τότε, ήταν σαφώς πιο δύσκολο να χαθεί μία μπάλα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν χάνονταν ρε παιδί μου. Ίσως γιατί δύσκολα αποκτούσες μία καινούργια και την πρόσεχαν περισσότερο τα παιδιά ή γιατί ήταν πιο συγκεκριμένα τα μέρη που παίζαμε και πάντα τις έβρισκες.
Ακολουθούσαν λοιπόν οι διακοπές οι κανονικές, σε κάποιο νησί ας πούμε και στις διακοπές δεν είχε σχεδόν ποτέ μπάλα ή, αν είχε, αυτή ήταν πλαστική για βόλεϊ στην παραλία, άντε και κανένα μπαλάκι του τένις για τους μερακλήδες της ρακέτας. Αυτές δεν χάνονταν με τίποτα γιατί έμπαιναν στην τσάντα της οικογένειας μαζί με το σταυρόλεξο της μάνας και την εφημερίδα του πατέρα.


Τα προβλήματα άρχιζαν με την επιστροφή, τον Σεπτέμβρη, όταν ακόμα ο καιρός ήταν καλός και το πάθος για μπάλα, μετά από έναν μήνα αποχής, ακόμα μεγαλύτερο. Βέβαια μαζί με αυτό ήταν μεγαλύτερος και ο εκνευρισμός του σπαστικού γείτονα γιατί ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στη δουλειά και ο οποίος περίμενε πώς και πώς να περάσει κάποιο σουτ τον φράκτη της αυλής τους που έμενε ο σκύλος. Ο σκύλος φαινόταν κακός, μα όλοι γνωρίζαμε ότι ήταν αρνί και σίγουρα δεν έτρωγε τις μπάλες, όπως μας έλεγε ο ιδιοκτήτης του. Αυτός ο γαμημένος ξεφτιλισμένος τις κρατούσε για να μην έχουμε να παίξουμε και να φύγουμε. Πολλές φορές προλαβαίναμε να πάρουμε κάποια απ’ τις άτυχες μπάλες, πηδώντας γρήγορα τον φράκτη του, αφού πρώτα είχαμε εντοπίσει την ακριβή της τοποθεσία και έχοντας φτιάξει πλάνο δράσης. Τότε ήταν που εξοργιζόταν το σκυλί, όχι για την μπάλα αλλά για τον εισβολέα και πολλές φορές κάποια φιλαράκια είχαν περάσει δύσκολες στιγμές με τον σκύλο. Όλοι τους όμως ήταν ήρωες που παρασημοφορούνταν με κάποιο αναψυκτικό ή κάποιο από τα τελευταία παγωτά του ψιλικατζίδικου της γειτονιάς. 

Αργότερα άρχιζαν τα σχολεία, έπεφτε κρύο και μπάλα έπαιζες μόνο σε καμία προπόνηση, που εκεί οι μπάλες ήταν μετρημένες και απαγορευόταν να χαθούν, μα ακόμα και αν χανόταν κάποια, την αντικαθιστούσαν άμεσα, οπότε no problem. Οι κρύες μέρες έφερναν την παρέα στα σπίτια, μπροστά από το Super NES να παίζει International Superstar Soccer Pro ή πάνω από την τσόχα του Subbuteo, να αναρωτιέται πού πήγαν όλες αυτές οι μπάλες που χάθηκαν την περσινή χρονιά, την ώρα που έδιναν φάλτσα στο παιχτάκι με τον χοντρό πλαστικό πάτο.

Και στο Subbuteo, τώρα που το σκέφτομαι, χάνονταν μπάλες μα αυτές ήταν κάτω από τα έπιπλα. Οι άλλες, οι φουσκωτές, με τις όμορφες ραφές, τις στενές βαλβίδες και τα γυαλιστερά δέρματα, που στο διάολο πήγαιναν ακόμα δεν κατάλαβα. 
Πού πάνε οι μπάλες όταν χάνονται; Πού πάνε οι μπάλες όταν χάνονται; Reviewed by Leonidas Boutivas on 7:30 PM Rating: 5
Powered by Blogger.