Ωδή στον Μεγάλο Αλεξανδρινό


Είναι δύσκολο πράγμα η ποίηση από τη φύση της και δύσκολα φωλιάζει στο μυαλό σου, αν το έχεις αποκόψει από την καρδιά και την ψυχή. Γι’ αυτό ίσως οι γνωρίζοντες έχουν αποφασίσει η πρώτη σου επαφή μαζί της να γίνεται με βίαιο τρόπο, ετσιθεληκό, στο σχολείο. Γιατί αν δεν γίνει τότε, που λειτουργείς σαν ολότητα, ίσως να μην καταφέρεις ποτέ να πλαγιάσεις στο ίδιο κρεβάτι μαζί της.

Έτσι γνώρισα κι εγώ τον Καβάφη, παρά το γεγονός ότι το σπίτι μου ήταν γεμάτο από τις ποιητικές συλλογές του, δώρο του ιδρώτα του πατέρα μου, που για χρόνια ζούσε την οικογένεια τυπώνοντας τις λέξεις του σε λευκά ιδιαίτερα χαρτιά. Εκείνα που για να περάσεις από τη μία σελίδα στην άλλη, έπρεπε να κόψεις την άκρη τους με ένα εργαλείο που θύμιζε μαχαίρι. Τι παραλογισμός κι αυτός, θα μου πείτε. Οι ποιητικές συλλογές να χρειάζονται ένα τόσο βίαιο εργαλείο για να μπορέσουν σε πλησιάσουν. Ίσως γι’ αυτό και ο Μεγάλος Αλεξανδρινός δεν ήθελε να τυπώνει συλλογές και προτιμούσε τις εφημερίδες και τα περιοδικά που ήταν άμεσα και δεν χρειάζονταν βία περισσότερη απ’ αυτή που ασκούσαν οι άνθρωποι που επιτηρούσαν την έκδοσή τους.

Από ένα τέτοιο βιβλίο, που η βία έλειπε, τον γνώρισα, το βιβλίο της λογοτεχνίας της Γ’ Γυμνασίου και το ποίημα «Όσο μπορείς». Ένα ποίημα ευθύ, χωρίς φαμφάρες και περίτεχνες λέξεις, το οποίο μπορούσε να διαβάσει κι ένας οικοδόμος και να το καταλάβει, όπως και τις εφημερίδες της εποχής του.

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Ένα τόσο μικρό ποίημα, που είναι ικανό να σου αλλάξει τη ζωή διαπαντός, το οποίο όμως ήταν έξω από την ύλη και δεν διδάχθηκε ποτέ στο 13ο Γυμνάσιο του Περιστερίου, που ήταν γεμάτο από συνάφεια, κίνηση και ομιλίες. Παρά ταύτα, το αναγνωστικό αποτέλεσε έναυσμα για να πάρω τον χαρτοκόπτη και να σκίσω τις σελίδες κάποιων ποιητικών συλλογών, όχι μόνο του Καβάφη, αλλά κι άλλων ποιητών που αναπαύονταν στην βιβλιοθήκη του σαλονιού στα πάνω ράφια, τα φανταχτερά.



Και φυσικά γρήγορα κατάλαβα τη διαφορετικότητά του. Γιατί όσο λυρικός κι αν είναι ο Ρίτσος, όσο υπέροχα και αν είναι τα λόγια του Ελύτη και του Σικελιανού, όσο σκληρή και άμεση κι αν είναι η ποίηση του Καρυωτάκη, Καβάφης δεν ήταν κανένας τους. Κανένας τους δεν μπόρεσε να ξεφύγει από εκείνο το μοτίβο της ομοιοκαταληξίας, των ακατάληπτων, για το εφηβικό μου μυαλό, λέξεων, των ιερών μηνυμάτων που κρύβονταν καλά πίσω από τις λέξεις και ήταν σε πλήρη αντίθεση με την αμεσότητα της εποχής.  

Ο Μεγάλος Αλεξανδρινός ήταν διαφορετικός από όλους τους και αν ξεκινούσες να διαβάσεις ένα ποίημά του, σύντομα έβρισκες τον εαυτό σου να σηκώνεται από την καρέκλα και να ψάχνει την εγκυκλοπαίδεια, μιας και το google τότε δεν ήταν καν ιδέα. Έψαχνες να μάθεις ποιοι ήταν οι «Αλεξανδρινοί Βασιλείς», ο «Καισαρίων» και οι Βάρβαροι, που με τόση καρτερικότητα περίμενε. Και δεν έβρισκες και πολλά και τότε ήταν που ρωτούσες διψώντας να μάθεις και απογοητευόσουν, αντιμετωπίζοντας παρόμοια εμπόδια με αυτά που έκαναν τον ίδιο να αποκαλεί τον εαυτό του «δειλό»… Και επέστρεφες στο βιβλίο.

Γύριζες σελίδα κι αντιμετώπιζες τον θάνατο και την ανθρώπινη ανάγκη της παραδοχής του, που τόσο πολύ σε απελευθερώνει όταν αποδεχθείς την μοναδική λύση, η οποία είναι να αποχαιρετήσεις αυτό που φεύγει «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος». Τουλάχιστον «σαν», μέχρι να γίνεις θαρραλέος. Αντιμετώπιζες τους φόβους σου και τους έβλεπες να συρρικνώνονται, μαθαίνοντας πως μόνο εσύ μπορείς να τους θρέψεις και μόνο εσύ μπορείς να τους καταστρέψεις, διαβάζοντας ότι «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου».

Διάβαζες για τον έρωτα, που τόσο εξυμνούσαν οι μεγαλύτεροί σου κι εσύ δεν γνώριζες τίποτα, αλλά έπαιρνες το σπουδαίο εφόδιο να τον θεωρήσεις κάτι απτό αλλά και άπιαστο μαζί, κάτι που μπορεί να σε απογειώσει ή να σε καταστρέψει όταν μείνει ανεκπλήρωτο. Στον Καβάφη μπορεί να διαβάσει κανείς ακόμη και για τις σκέψεις του ή για πράγματα που δεν θέλει να παραδεχθεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό, ή για άλλα, που θα έρθει η στιγμή να σε εκδικηθούν, δημιουργώντας σου εμπόδια που δεν υπάρχουν, αλλά φαντάζουν απροσπέλαστα.

Και γινόσουν καλύτερος άνθρωπος, με έναν τρόπο μοναδικό και τόσο άμεσο, που όμοιός του δεν υπάρχει.

·         Ο Κ. Π. Καβάφης έφυγε σαν σήμερα (29/4/1863-29/4/1933), σε ηλικία 70 ετών και τη μέρα των γενεθλίων του, νικημένος από τον καρκίνο του λάρυγγα και ανίκανος να μιλήσει μετά από την τελευταία του εγχείρηση. Επικοινωνούσε με σημειώματα για αρκετό καιρό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πει την τελευταία του λέξη. Την ζωγράφισε όμως σε ένα χαρτί. Μία τελεία κι έναν κύκλο γύρω απ’ αυτήν, αποτυπώνοντας το νόημα της ζωής μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Δεν πήρε ποτέ Νόμπελ Λογοτεχνίας, κάτι που φυσικά δεν έπαιξε ρόλο στην παγκόσμια αναγνώριση του έργου του. 
Ωδή στον Μεγάλο Αλεξανδρινό Ωδή στον Μεγάλο Αλεξανδρινό Reviewed by Leonidas Boutivas on 7:18 PM Rating: 5
Powered by Blogger.