Ετεροχρονισμένο μνημόσυνο


Γράφτηκαν πολλά που είχαν να κάνουν με τον άνθρωπο Δημήτρη Μητροπάνο και άλλα τόσα που είχαν να κάνουν με το έργο του, αυτά τα χρόνια που λείπει από κοντά μας. Εγώ θα ήθελα να μιλήσω προσωπικά, έστω μία μέρα αργότερα από την θλιβερή «επέτειο» του θανάτου του, για τον άνθρωπο που δεν γνώρισα και για το έργο του, που θα δώσω προίκα στα παιδιά μου.

Τον Μητροπάνο τον συνάντησα μικρός, στις εκδρομές με το αυτοκίνητο του πατέρα, τις ξέγνοιαστες Κυριακές της παιδικής μου ηλικίας που έψαχνα να βρω την μπάλα ανάμεσα στις δύο μπροστινές θέσεις που κάθονταν οι γονείς μου, κάπου κοντά στο χειρόφρενο του παλιού Nissan. Εκείνου που ο ήχος θύμιζε κάτι από γραμμόφωνο, μιας και η τεχνολογία έλαμπε δια της απουσίας της. Εκεί γνώρισα το «Αλίμονο» και το «Κάνε κάτι, να χάσω το τρένο». Δεν τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή και δεν μπορώ να πω ψέματα. Κι αυτό γιατί συχνά η κασέτα με τα τραγούδια του, έπαιρνε τη θέση του «Ρεμπέτικου» του Φέρρη στο παλιό κασετόφωνο. Κι εμένα μου άρεσε πολύ το ρεμπέτικο, όπως και του πατέρα, μα δεν άρεσε καθόλου στη μάνα που, σαν γνήσια Ελληνίδα, κατάφερνε να επιβάλει την άποψή της με χίλια δυο τερτίπια. Έτσι, άκουγα τον Μητροπάνο στενοχωρημένος που δεν έπαιζε στα ηχεία εκείνο το μικρό το όργανο που έμοιαζε με μπουζούκι.

Έτσι τον έμαθα και τον ανέχτηκα μέχρι που μεγάλωσα και κατάλαβα, όχι τι τραγουδούσε αλλά πώς το τραγουδούσε. Η φωνή του Μητροπάνου ήταν μία απ’ αυτές τις φωνές που όταν τραγουδούσαν κάτι σε μία ξένη γλώσσα, σε γαλήνευαν, χωρίς καν να γνωρίζεις τι έλεγαν οι στίχοι. Αυτό ήταν για ‘μένα ο Μητροπάνος, στα χρόνια της νεανικής μου οργής, που δεν ήθελε το αυτί μου να ακούει κάτι άλλο από Heavy Metal, Rock και στην καλύτερη ρεμπέτικα. Με γαλήνευε χωρίς να με αγγίζει κανένας από τους στίχους του λαϊκού τραγουδιού, γιατί απλώς δεν είχα κάποια «να αγαπώ σαν αμαρτία» και φυσικά δεν είχα κανέναν λόγο να κοιμηθώ «σε μια στοίβα καλαμιές».

Τον αγάπησα χρόνια αργότερα, όταν γνώρισα τον Παύλο Γεραμάνη, τον άνθρωπο που αφιέρωσε την ζωή του στο λαϊκό τραγούδι και μου έμαθε να εκτιμώ αυτούς που έγιναν φίλοι με τον Χάρο φεύγοντας με ένα τσιγάρο στα χείλη, κι ας είχα το τσιγάρο στο στόμα μου από τα δεκατρία. Τον αγάπησα στο «Ελεύθερο Εργαστήρι Δημοσιογραφίας» παράλληλα με τον Θάνο Μικρούτσικο, που έγραψε «τη Ρόζα» και τη χάρισε σε αυτόν να την απογειώσει και πάντα είχε περίοπτη θέση στις συζητήσεις μας με τον δάσκαλο Γεραμάνη, που τον έβαζε δεύτερο, μετά την μεγάλη του αγάπη, τον Στέλιο Καζαντζίδη.


Τον λάτρεψα όμως στο στρατό, όπου το «Αλίμονο» δεν έλειψε ποτέ από κανένα μου μεθύσι στην παράγκα που είχε το στρατόπεδο για κυλικείο, αλλά και από το κάθε είδους γλέντι είτε στην Κάρπαθο είτε στην Αθήνα εκείνη την περίοδο. Αναζήτησα πολλούς ξημερώματα στη Σαλονίκη και πολλές φορές κοιμήθηκα σε μία στοίβα καλαμιές με σκοπό να ξαναγεννηθώ. Αυτό το τραγούδι χόρεψα και την Πρωτομαγιά του 2005, Κυριακή του Πάσχα, στο γλέντι που έγινε στα εστιατόρια του στρατοπέδου, για να μάθω ώρες αργότερα, μισοπιωμένος στην σκοπιά της πύλης, ότι ο δάσκαλός μου, ο Πάνος Γεραμάνης, έφυγε από τη ζωή το προηγούμενο βράδυ, όπως ακριβώς έλεγε εκείνο το τραγούδι που λάτρεψε με όλη του την καρδιά από την πρώτη στιγμή.

«Κι έβλεπα φωτιές στο δρόμο κι έβλεπα παντού φωτιές» είχε γράψει ο Μουσαφίρης, κι όταν το διάβασε ο γερο-Πάνος στάθηκε σε αυτό και του είπε «σπουδαία λόγια Τάκη, πραγματική ευτυχία», όπως ο ίδιος ο Μουσαφίρης είπε στον αέρα του «Στην υγειά μας». Έτσι πέθανε ο Γεραμάνης, βλέποντας φωτιές να φέρνουν βόλτα γύρω του από τα κεριά της Ανάστασης. Βλέποντας παντού φωτιές. Άγιες μέρες έφυγε και ο αρχάγγελος του λαϊκού τραγουδιού, ο τελευταίος άνθρωπος που σε έκανε να κλαις μέσα στα μπουζούκια.

Έχω άλλα τόσα πράγματα να γράψω γι’ αυτόν, για νεανικά μεθύσια, ακόμα και για την καλύτερη φωτογραφία που έχω βγάλει ποτέ με έναν από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μου. Παρ’ όλα αυτά, κάποια θα τα κρατήσω για την πάρτη μου, για να έχω κι εγώ να λέω κάτι στα παιδιά μου που δεν θα το ξέρουν όλοι. Θα ήθελα όμως, όσο ανέφικτο και αν φαντάζει αυτό, να τραγουδάει καμιά φορά εκεί ψηλά τις καλαμιές, να ευφρανθεί η ψυχή του γερο-Πάνου, αλλά και των άλλων μεγάλων, του Μπιθικώτση, του Ζαμπέτα, της Μπέλλου...

Αυτό μόνο, σαν μικρό μνημόσυνο, όχι γι’ αυτόν που θα μείνει αθάνατος από τα τραγούδια του, αλλά για εμάς που μείναμε αβάσταχτα μονάχοι σε αυτή την, φτωχότερη μέρα με την ημέρα, χώρα. Να περνάς καλά εκεί ψηλά, ρε γίγαντα…


Ετεροχρονισμένο μνημόσυνο Ετεροχρονισμένο μνημόσυνο Reviewed by Leonidas Boutivas on 8:30 PM Rating: 5
Powered by Blogger.