Μια τυχαία ιστορία


Κοίταζε το χαρτί. Δεν είχε φάκελο. Ήταν μία επιστολή χωρίς φάκελο. Ήρθε ψυχρά, της είπε «καλησπέρα» και της την έδωσε. Της είπε, «έγραψα μία επιστολή για σένα. Αλλά δεν θα σου τη δώσω αν δεν την θέλεις».
Απάντησε, «ωραία, να μου τη δώσεις. Πολύ ωραία». Ήταν απνευστί. Ίσως, αν περίμενε μισό λεπτό να απαντήσει σε αυτό, να αποκρινόταν εντελώς διαφορετικά. Μπορεί να έπαιρνε το χαρτί δείχνοντας τον προβληματισμό της. Να έδειχνε τον ενδοιασμό της. Όμως το χαμόγελό της φώτισε το χώρο. Δεν φανταζόταν ότι θα γινόταν να δημιουργηθούν προβλήματα από αυτό. Στο κάτω κάτω, ήταν σχεδόν προορισμένη για να κάνει ό,τι θέλει. Κάποιες αμφιβολίες, ότι αυτό που ήθελε να κάνει έπρεπε να βρει την καθοδήγησή του για να μετουσιωθεί σε επιθυμία ή εικόνα, περνούσαν ξυστά και γκέλαραν στη νεότητά της.

Πήρε το χαρτί. Είδε ανάπτυξη λόγου, αντίκρισε περίεργα ταιριάσματα. Όσο βάδιζε προς το τέλος, η ικανοποίηση γινόταν πρόδηλη. Ούτε που θυμόταν εκείνα τα ραβασάκια που κάποια αγόρια της άφηναν στο θρανίο, αλλά όχι εκείνος που της άρεσε, εκείνος που ενδιαφερόταν, που, συν τω χρόνω, δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο. Με εκείνον που της αρέσει τώρα, μοιράζεται βόλτες, το κρεβάτι της , ίσως και κάποια δυσνόητα ξεσπάσματα. Αλλά, κυρίως, εδώ και κάποια χρόνια, μοιράζονται χαμόγελα και εικόνες που ενδεχομένως να κρατήσουν στο πέρασμα του χρόνου. Ίσως και η ίδια η σχέση τους να μην είναι βραχύβια. Μόλις τελείωσε το γράμμα, όμως, αυτή η πραγματικότητα ήταν μόνο επικεφαλίδες.

Διαπίστωνε ότι ήταν βαθιά ερωτικό. Όπως οι πιο αισθησιακές και αισθηματικές αναπτύξεις, δεν υπήρχε κάπου σύνδεσμος που να φανερώνει τον ερωτισμό. Αλλά έρεε, στην κάθε λέξη και βρισκόταν σε θέση να τον αντιλαμβάνεται με ευκολία. Μόνο που η μη αληθοφανής ύπαρξή του δημιουργούσε επιπρόσθετο μυστήριο. Ό,τι ίσχυε και ό,τι δεν ίσχυε ίσως να μην εμφανιζόταν αν δεν ήθελε πηγαία να το δει.

Είχε πέσει πάνω του περισσότερες φορές, αλλά δεν δημιουργήθηκε εντύπωση, αλγεινή ή θετική. Σπανίως τον είχε πετύχει με παρέα. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, η αντάμωση ήταν καταναγκαστική. Η εμφάνιση, αδιάφορη. Καθόταν στην καρέκλα και έμοιαζε να επιδίδεται σε ένα μπαράζ μη ενδεδειγμένων πράξεων. Ούτε ενδεδειγμένων. Βεβαίως, την κοίταζε. Οι καστανές κόρες δεν έδιναν κάτι διαφορετικό από εκείνο που η ίδια συναντούσε για χρόνια. Μόνο η κατοπινή αρσενική άμυνα, για να μη φανεί πόσο ευάλωτος υπήρξε ο κυνηγός απέναντι στο θήραμα και πόσο ανίκανος ήταν να απλώσει τα δίχτυα του. Υπό μία έννοια, κάποιοι κυνηγοί βρέθηκαν απέναντί της επειδή υπήρξαν αρκετά θαρραλέοι ή θρασείς, ώστε να μην παραδοθούν. Ο σκοπός τους, άλλωστε, δεν ήταν να μην τον κοιτάξει το ελάφι με τα υγρά μάτια του, τα οποία το ελάφι έχει εκ φύσεως, σε αντίθεση με τον άνθρωπο ο οποίος υποκρίνεται το ελάφι, προκειμένου να κερδίσει σε συγκίνηση, σαγήνη ή αποπλάνηση, αλλά να τον κοιτάζει συνεχώς. Βεβαίως, η παρομοίωση στέκει ως ενός σημείου: στις περισσότερες περιπτώσεις είναι θέμα επιλογής και όχι πειθούς. Από τότε που θυμάται τον εαυτό της, δεν υπήρξε αγόρι που να την έπεισε να κάνει ό,τι δεν ήθελε (και, τις περισσότερες φορές, ό,τι δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε, αν και δεν ήταν σίγουρη ότι υπήρχε όντως κάτι που ήθελε· χάνουμε χρόνο όταν δεν κάνουμε πράγματα που μας προτείνουν, μόνο και μόνο επειδή μοιάζουν να μην υπάγονται στην επιθυμία μας;).

Όπως και να είχε, το βλέμμα αυτό το αντιμετώπιζε συλλήβδην. Και τις περισσότερες φορές, όπως αυτή εδώ, ήταν ανώδυνο. Την κοιτούσε με μελαγχολία που δεν μπορούσε να κρύψει. Την παρακολουθούσε να κινείται, να ανεβαίνει τις σκάλες. Έμοιαζε σαν να την βλέπει μέσα από μία σπηλιά. Έχει ξαναγίνει, σκέφτηκε, αν και όχι τόσο απροκάλυπτα και ίσως όχι τόσο ανενδοίαστα. Κάποια στιγμή αυτό τελειώνει, έρχεται η προσέγγιση, η πρόταση και η απόρριψη ή ίσως κάτι άλλο. Κάτι σε αυτήν την επιστολή, όμως, την εμπόδιζε να την πετάξει.

Δεν μπήκε ποτέ και σε αληθινό τέτοιο δίλημμα. Δεν ακολουθήθηκε η ρότα της επιβεβαίωσης, μίας κολακείας που θα εξατμιζόταν σε δέκα λεπτά και θα συνέχιζε τη ζωή της. Και δεν είχε σχέση με την εμφάνιση. Αυτός ο κοντοπίθαρος στραβοκάνης, με τα διάσπαρτα χνούδια στο πρόσωπο, πόσο απειλητικός θα μπορούσε να γίνει μπροστά στον γλυκοπρόσωπο γενειαφόρο που γαλήνευε με το βλέμμα του τους πόρους της, αφήνοντας μία σταγόνα μέλι να πέφτει πάνω της από το κουτάλι του; 

Ήταν αδύνατη οποιαδήποτε σύγκριση. Αλλά με αυτό το χαρτί πολλαπλασιάζονταν όλα. Το άφησε πάνω στο γραφείο και κάθισε στον υπολογιστή, αλλά έπιανε τον εαυτό της να πιέζεται για να μην το κοιτάζει. Το παρατηρούσε ξώφαλτσα, με μισό μάτι. Σηκώθηκε και το ξανάπιασε. Μετά την πρώτη παράγραφο, ένιωσε έντονη τη λαχτάρα να κλάψει, αν και πάλι δεν υπήρχε λόγος. Μπήκε στο μπάνιο.

Δύο μέρες μετά, τον είδε ξανά. Είχε προηγηθεί ένα χρονικό διάστημα ελευθεριότητας, το οποίο της επέτρεψε να χαθεί στο ανοιξιάτικο απόγευμα με το κρασί, όχι εκείνο για το οποίο έγραψε ο Βάρναλης. Η μέθη εκείνης της ώρας, σε αντίθεση με τη νύχτα, την έφερε σε εκστατική κατάσταση, όπως συμβαίνει όταν νιώθεις ότι ακόμα βρίσκεσαι στο ρυθμό της μέρας, που αργεί να τελειώσει, ότι ο χρόνος περνάει κάπως πιο αργά από το σύνηθες και ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Μπήκε μέσα και έμοιαζε λίγο πιο ψηλός, με τα χνούδια στο πρόσωπο να φανερώνουν (;) μία προσωπική επιλογή. 

Τον πλησίασε και τον ευχαρίστησε, με ένα πλατύ χαμόγελο, για το γράμμα. Ήταν πολύ γλυκό, του είπε, ελλείψει άλλης λέξης. Απλώς ήθελα να ξέρεις, της απάντησε. Και τότε σταμάτησε να πίνει. Με την ώρα να περνάει, το βραδάκι γύριζε τους διακόπτες της διάθεσης. Στάθηκε για να καπνίσει. 

Κατάλαβε ότι γύρισε το πρόσωπό του για να την κοιτάξει. Πήγε ξανά κοντά. Είσαι δύσκολος, του είπε. Μόνο για μένα, της απάντησε. Μία απάντηση πρόσχαρη, για να αποσπαστεί από την πικρία του κυνισμού, της νομοτέλειας. Ξέρεις, έχω φίλο, του είπε. Ήταν διστακτικό. Το κρασί εξατμιζόταν και μαζί η ίδια ένιωθε ότι συρρικνώνεται. Απλώς ήθελα να ξέρεις, πρόφερε σχεδόν ψιθυριστά.

Ίσως η ίδια να το θυμάται, μετά από καιρό. Να είναι κάτι που δεν έχει ανακαλύψει και να το θυμάται. Ίσως, ενώ το θυμάται, αυτός να μαγνητίζεται από τη σκέψη, να καταλαβαίνει ότι συμβαίνουν χημικές αντιδράσεις. Το πιο πιθανό, πάλι, είναι ότι ήδη έχει και θα έχει για πάντα, πολύ πιο σοβαρά ζητήματα να ασχολείται, ακόμα και αν αυτά είναι το γλυκό που θα διαλέξει από το ζαχαροπλαστείο.

Φόρεσε το μπουφάν της. Κοίταξε αδιάφορα. Έφυγε. 
Μια τυχαία ιστορία Μια τυχαία ιστορία Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:33 PM Rating: 5
Powered by Blogger.