Ο ιερομόναχος της αμηχανίας


Ένας Ιβοριανός μιλάει με μία Γιαπωνέζα μέσα στο τραίνο, στα αγγλικά.

Ένας εκ κλίσεως αστείος Ιταλός κατάδικος, ανάμεσα σε δύο μαγκιόρους στη φυλακή, είναι ο μόνος που βρίσκεται μέσα επειδή όντως σκότωσε κάποιον.

Ένας Άγγλος που οι Αμερικανοί φίλοι του αποκαλούν «Έλβις».

Ένας μαύρος σαμουράι, με προσωνύμιο ράπερ.

Ένας Ιβοριανός ταξιτζής με πελάτισσα μία τυφλή Γαλλίδα.

Ένας Ιταλοαμερικάνος μαφιόζος που τραγουδάει ραπ στο μπάνιο του.

Ένα λιπόσαρκο κορίτσι, στη μετεφηβεία, που θέλει να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων και όχι σταρ του σινεμά.

Ένας βρυκόλακας που παίζει μπάσο και ντραμς.

Ένας μουσικός ντυμένος γυναίκα, που σκοτώνεται από έναν Ινδιάνο.  

Ένας Γιαπωνέζος που ανάβει με αναπτήρα ζίπο το πούρο ενός ηλικιωμένου μαύρου στο αεροδρόμιο του Μέμφις.

Ένας Γερμανός ταξιτζής, που είναι κλόουν, παίρνει κούρσα έναν μαύρο για το Μπρούκλιν.

Ο κόσμος του Τζιμ Τζάρμους μοιάζει να προκύπτει από παραδοξότητες. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί ωδή στην ανθρώπινη ύπαρξη: ο άνθρωπος είναι το επίκεντρο και η μουσική με τη φύση το εφέ των ταινιών του.

Ο κόσμος του Τζιμ Τζάρμους έχει πολλές στιγμές σιωπής. Εκείνη είναι που γεμίζει την ώρα και, παρά το γεγονός ότι ουδέν ακούγεται, δεν βρίσκεις κάτι βαρετό σε αυτή. Κοιτάζοντας από τα κάγκελα της φυλακής, στο τρένο, μέσα στο ταξί, ξαπλωμένος στο πάτωμα του σπιτιού ή στο κρεβάτι, έχοντας να αντιμετωπίσεις το ταβάνι. Μία βόλτα στο μουσείο. Πάνω στο βράχο. Δίπλα στον σκουπιδοτενεκέ. Στην ταράτσα με τα περιστέρια. Περπάτημα στο άγνωστο. Μέσα σε μία βάρκα, ετοιμοθάνατος, έτοιμος να μεταφερθείς στον άλλο κόσμο.


Ο κόσμος του Τζιμ Τζάρμους είναι το σινεμά όπως θα μπορούσες να το φανταστείς, αν είχες μάθει πώς είναι το σινεμά. Αν είχες παρακολουθήσει τον «Κλέφτη Ποδηλάτων» του Βιτόριο ντε Σίκα, τα «400 χτυπήματα» του Φρανσουά Τρυφώ, αν είχες καθορίσει το μέλλον σου με το να ψάχνεις πρόσωπα σαν του Μπάστερ Κίτον και πορτρέτα όπως εκείνο της Λιβ Ούλμαν στην «Persona». Αυτό το σινεμά του Τζιμ Τζάρμους είναι η τελευταία σκηνή του «Σινεμά ο Παράδεισος», χωρίς κόλπα, όμως και υστεροβουλία στη συγκίνηση. Το σινεμά του Τζιμ Τζάρμους είναι καλύτερο όταν έχει τελειώσει και όταν δεν υπάρχει πια στην οθόνη. Είναι ένα πακέτο από κύτταρα, όπως είπε και το αερικό Γιούκι Κούντο στο «The Limits of Control». Δεν είναι εξαϋλωση, πρόκειται για συνεχή εναλλαγή θέσεων.

Όποιος ήταν κάποτε διαθέσιμος για τον Τζιμ Τζάρμους, έγινε πάντοτε διαθέσιμος. Υπέγραψε συμβόλαιο δεκαετιών με τους Ινδιάνους, την Επιστήμη, τους Μοναχούς και την Υποτονική Μουσική. Υπέγραψε συμβόλαιο με το Συναρπαστικό, που ελάχιστοι άνθρωποι στον κόσμο το αντιλαμβάνονται σε αυτή τη μορφή. Η περιπέτεια που προκύπτει από τη νιρβάνα, από το ρόδινο μάγουλο της κίνησης, δεν μοιάζει ενδιαφέρον, αν και πρόκειται για υποκρισία: είναι το πιο ενδιαφέρον μέσα σε ένα ταξίδι, μα ο δείκτης δυσκολίας του επιτάσσει την υποχώρηση.

Η γνωριμία με τον Τζιμ Τζάρμους έγινε το 2007, στην ταινία «Καφές και Τσιγάρα». Ήταν μία ταινία ολότελα διαφορετική από όσες είχα δει και δεν υπαγόταν στον όρο «κουλτουριάρικη». Η σημασία της, εκείνο τον Ιούλιο και την ώρα που ο Νόβακ Τζόκοβιτς αντιμετώπιζε τον Μάρκο Παγδατή στα προημιτελικά του Γουίμπλεντον, ήταν πρωτογενής.Στα μονόπρακτα, στις καφετέριες, με τα γεμάτα τασάκια, δεν δόθηκε η σημασία που έπρεπε. Ήταν αδύνατον, τότε και μάλιστα λόγω άγνοιας, να αντιληφθώ πόσο σημαντικό υπήρξε να κάθονται στο ίδιο τραπέζι ο Ίγκι Ποπ με τον Τομ Γουέιτς, ο RZA με τον Μπιλ Μάρεϊ, ο Ρομπέρτο Μπενίνι με τον Στίβεν Ράιτ. Ο Τζιμ Τζάρμους έβρισκε πρόσωπα από κάθε μεριά του πλανήτη και η γλώσσα δεν αποτέλεσε πρόβλημα για εκείνον. Βγήκα από το σινεμά, αρχές του έτους 2014, καταγοητευμένος από το «Μόνο οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί». Δεν ήταν μόνο συγκλονιστικά ερωτικό το έργο, δεν ήταν μόνο που η Μία Βασικόφσκα έμοιαζε με την πρώτη επιγραφή με λαμπάκια νέον που μπήκε ποτέ στη Νέα Υόρκη, δεν ήταν μόνο εκείνη η μουσική με τον Ολλανδό Γιόζεφ φαν Βίσεμ. Ήταν και εκείνος ο μεσήλικας, που βρισκόταν στο όριο να ζητήσει τα χρήματά του πίσω, επειδή η πλοκή εκείνης της ταινίας δεν έβγαζε κάπου. Το ίδιο καλοκαίρι επιβλήθηκε, μία νύχτα που ήταν γλυκιά, όχι από εκείνες τις γλυκές που ονειρεύεσαι αλλά από εκείνες που υπήρξαν, ξανά το «Καφές και Τσιγάρα», με αφορμή τη Μεγκ Γουάιτ. Και η σημασία της μετασχηματίστηκε. Και έπειτα παρατήθηκε, με τη σημείωση να ξαναβρεθεί η στιγμή που η ετοιμότητα θα το επέτρεπε, αν μπορεί ποτέ να επιτραπεί οποιοδήποτε βίωμα κατάστασης με αυτόν τον τρόπο. Αν, δηλαδή, πρέπει πρώτα να είσαι έτοιμος για να δοκιμάσεις και όχι πρώτα να δοκιμάσεις για να διαπιστώσεις αν είσαι έτοιμος.

Όλα αυτά ως την αρχή της προηγούμενης εβδομάδας, την Κυριακή 27 Μαρτίου. Η εντολή στην επιφάνεια της λουίζας ήταν φανερή: δες το «Ghost Dog: The way of the Samurai». Τον Φόρεστ Γουιτάκερ να μπαίνει στο ρυθμό εκδίκησης επειδή οι μαφιόζοι σκότωσαν τα περιστέρια του. Οι μέρες απέκτησαν τζαρμουσικό νόημα: Δευτέρα Dead Man, Τρίτη Broken Flowers, Τετάρτη Night on Earth, Πέμπτη Down by Law, Παρασκευή Mystery Train, Σάββατο The limits of control.


Η απόφαση να γραφτεί ένα κείμενο για τούτη την αδόκητη εμπειρία, που υπήρξε ολότελα κατανυκτική και σε ορισμένες περιπτώσεις αποτρόπαιη, δεν σημαίνει ότι μπορεί να στηριχθεί σε αυτό μία δόκιμη κριτική. Η κίνηση μπορεί να υπήρξε αναπόφευκτη, αφού ήδη, από νωρίς, η παρακολούθηση προοριζόταν ώστε να μετατραπεί σε λέξεις, ωστόσο η επιτυχία, η προσωπική ικανοποίηση, διαφέρει και είναι απλώς συνδηλωτική στην όλη κατάσταση. Η ροπή προς το συμπέρασμα δεν αφαιρεί σε κάτι την ένταση του εμπειρικού κομματιού, το οποίο από μόνο του υπήρξε ένα σεντούκι που η ύπαρξή του είναι σχεδόν αδύνατον να χρονολογηθεί χωρίς να καταβληθεί η μέγιστη δυνατή προσπάθεια.

Η γλώσσα δεν ήταν εμπόδιο. Για εκείνον σημασία στη συνεννόηση έχει η σιωπή.Ο Ισαάχ ντε Μπανκολέ είναι φίλος με τον Φόρεστ Γουιτάκερ και σε όλη τη συνύπαρξή τους ο πρώτος μιλάει γαλλικά και ο δεύτερος αγγλικά. Η Γιούκι Κούντο δίνει ένα δαμάσκηνο από τη Γιοκοχάμα στον Τσίνκουι Λι. Ο Τζόνι Ντεπ συζητάει στην ίδια γλώσσα με τον Γκάρι Φάρμερ, αλλά ο ένας είναι λογιστής και ο άλλος Ινδιάνος.

Ο Τζάρμους είναι ένας σκηνοθέτης (και μουσικός), ο οποίος χρηματοδοτείται από ανεξάρτητες κινηματογραφικές εταιρείες. Είναι ο Κουέντιν Ταραντίνο των αντι-σταρ. Στις ταινίες του παρελαύνουν τα ίδια πρόσωπα, για 2 λεπτά ή για 2 ώρες. Ο γιατρός στους «Εραστές» είναι ο ίδιος με τον ερασιτέχνη ντετέκτιβ στα «Σπασμένα Λουλούδια». Ο Ινδιάνος του «Dead Man» παίζει και στο «Ghost Dog», για ένα λεπτό. Ο Μπιλ Μάρεϊ, η Γιούκι Κούντο, η Νικολέτα Μπράσκι, ο Τσίνκουι Λι, η Τίλντα Σουίντον και φυσικά οι μουσικοί, με τον Τομ Γουέιτς να είναι πάντα διαθέσιμος για τον Τζάρμους. Ο Τζον Λούρι, o τζαζίστας, ακόμα και ο Τζο Στράμερ, η φωνή των «The Clash». Ο Ίγκι Ποπ ντυμένος γυναίκα. Ο Ισαάχ ντε Μπανκολέ, που πρώτα βρίσκει τον μπελά του από την Μπεατρίς Νταλ και μετά θέλει να σκοτώσει τον Μπιλ Μάρεϊ. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, οι μοναδικές εμφανίσεις: ο Τζόνι Ντεπ, η Σάρον Στόουν, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μπερνάλ. Τέσλα, Ινδιάνοι, Μαφιόζοι που ραπάρουν, αρχαίες φυλές, ζωοφιλία.



Και, στην ούγια, δύο Ιταλοί που γνωρίστηκαν στη Νέα Ορλεάνη. Ο Τζιμ Τζάρμους γνώρισε τη Νικολέτα Μπράσκι στον Ρομπέρτο Μπενίνι. Ένας έρωτας γεννήθηκε το 1986, υπό τη φράση «I scream, you scream, we all scream for ice cream». Ο Μπενίνι είπε στον Λούρι και τον Γουέιτς ότι «ερωτεύθηκα για πάντα». Και το εννοούσε. Δεκατρία (13) ολόκληρα χρόνια πριν γίνει Ωραία η Ζωή, η ζωή πράγματι υπήρξε ωραία στη Νέα Ορλεάνη.  
Ο ιερομόναχος της αμηχανίας Ο ιερομόναχος της αμηχανίας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:35 PM Rating: 5
Powered by Blogger.