Γευστικό μάρσιπο


Η ανεκδοτολογία της κοινωνικής αυθαιρεσίας για τη θέση της γυναίκας στον κοινωνικό κόσμο δεν ξενίζει. Ακόμα και τώρα έρχεται, θαρρείς, αυθαίρετα, προκειμένου να πείσει ότι αυτό που συμβαίνει είναι λογικό.
Από τη στιγμή που η λατρεία στο αιδοίο, σεξουαλική και μέσα από το θαύμα της γένεσης, το περιορίζει και το καθιστά απαγορευμένο, η θέση της γυναίκας στον κόσμο είναι σπουδαία μόνο όταν το κύριο συστατικό της είναι η ακινησία.

Με αυτόν τον τρόπο, ο σεβασμός προς τη μητέρα είναι αξιωματικός και όχι επίκτητος. Η μητέρα τον καταλαμβάνει από τη στιγμή που τίκτει και μέχρι, ασφαλώς, αποδείξεως του εναντίου. Ωστόσο, δεν τον κερδίζει. Είναι οργανικός και επειδή η οργανική συνέχεια μοιάζει με θαύμα και θα μοιάζει από τη στιγμή που δεν αποδεικνύεται πώς προέκυψαν τα δύο φύλα και πώς διαδραματίστηκε, στη Δημιουργία, το θαύμα της γέννησης, ενυπάρχει αυτομάτως προσαρμοσμένος στην κοινωνία. Είναι, άλλωστε, ανώδυνος σε ό,τι αφορά την πρόοδο της γυναίκας ως αυτόφωτου πλάσματος και της έξωθεν κριτικής της ως ανθρώπου.

Η μητέρα, λοιπόν, είναι ένα άγαλμα, το οποίο ασφαλώς απολαμβάνει ασυλία, αλλά όχι χωρίς να ξεπατώνεται σε όλη τη ζωή του. Λέγεται, κιόλας, ότι τα αγόρια έχουν μία πιο στενή σχέση με τη μητέρα τους, είναι πιο δεμένα μαζί της σε όλη τη ζωή τους. Αυτό δεν αναδεικνύει την τελειότητα της σχέσης τους περισσότερο από την ατέλειά της. Αν κάτι δεν μπορεί να καταλάβει μία μάνα είναι ο ψυχισμός ενός αγοριού που βρίσκεται σε πανικό και νεύρα, που μεγαλώνει και που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο, να μην τον απομυθοποιήσει όσο μπορεί. Η μάνα σπεύδει ως πυροσβέστης για να παρέχει την παρηγοριά και αυτό είναι ο αντίστοιχος πανικός, ο συγκαλυμμένος από την αγάπη, αλλά με την άγνοια. Το δέσιμο του αγοριού με τη μάνα είναι, ουσιαστικά, μία αναπόδεικτη κατάσταση και όχι αυταπόδεικτη: θα μπορούσε να υπάρχει ως αυταπόδεικτη αν, οδεύοντας προς το τέλος της ζωής της, ήταν εκεί για εκείνη όπως κάνουν τα περισσότερα κορίτσια, τα οποία, επίσης με ένα γνώμονα που δεν υπάγεται σε κάποια φυσική εντολή, επωμίζονται το βάρος της φροντίδας. Αντιθέτως, η σχέση με τα αγόρια* έχει μόνο δούναι και το μόνο που μπορεί να κάνει ένα αγόρι είναι να βγάζει αρκετά χρήματα ώστε να τη στέλνει κάπου που να τη φροντίζουν. Ασφαλώς οι εποχές αλλάζουν και αν και το ιδεατό θα ήταν να μπορούν τα αγόρια να βρίσκονται εκεί για αυτή, το αμέσως επόμενο μοιάζει να είναι να μπορούν τα κορίτσια να βγάζουν αρκετά χρήματα ώστε να τη στείλουν κάπου που θα τη φροντίζουν.

*Έχουν υπάρξει γυναίκες οι οποίες μεγαλώνουν με αυταρχισμό τα παιδιά τους. Σε τούτη την περίπτωση, ο πατέρας ήταν εκείνος που έγινε το άγαλμα, ο συνεχής δότης της αγάπης, έστω και αν δεν μπόρεσε να περάσει την ευαισθησία που μόνο μία γυναίκα μπορεί. Αυτό πρέπει να αποτελεί μία ένδειξη για το γεγονός ότι η μητρότητα δεν διασφαλίζει τη θηλυκή υποδουλωμένη ύπαρξη και, άρα, δεν κατατάσσεται στα φυσικά φαινόμενα, όπως είναι οι κεραυνοί και το χιόνι. Είναι, αν και όχι εξ ολοκλήρου, μία φτιαχτή κατάσταση που προέρχεται από συμπεριφορές οι οποίες έχουν σκοπό να αναχαιτίσουν τα ένστικτα και να τοποθετήσουν το φυσικό πρόσωπο μέσα στον κοινωνικό έλεγχο, ώστε να υπάρχει ακολουθία.  



Έτσι, λοιπόν, η συνείδηση, στα περισσότερα αρσενικά, δεν δίνει πληροφορίες για τον τρόπο συμπεριφοράς προς τη μητέρα τους και δεν αναπτύσσει κάποιο πρωτόκολλο. Τα αρσενικά είναι, στη συγκεκριμένη σχέση, ο ρόλος εκείνου που τους χρωστάνε. Μεγαλώνοντας, ο πατέρας έρχεται και μπαίνει στην καρδιά τους σε μεγαλύτερο βαθμό, ενώ τα κορίτσια αρχίζουν να μοιάζουν στη μητέρα τους, κάτι που είναι απευκταίο εξαρχής, αλλά συμβαίνει επειδή ο παρονομαστής των χαμένων στιγμών είναι κοινός. Αυτό δε σημαίνει, σε κάποια περίπτωση, ότι οι ανδρικές ζωές είναι πιο γεμάτες, ωστόσο ο τρόπος να ξεδίδεις διαφοροποιεί τα απωθημένα. Αν αποτολμήσεις να μην έχεις απωθημένα ως κορίτσι, τότε είναι ρίσκο η συνέχεια και οι δεσμοί που θα αναπτύξεις μέσα από την ανεξαρτησία σου. Αλλά τέτοια κουβέντα τραβάει σε μάκρος σχεδόν όσο οι ομοιότητες. Τα αγόρια, από τη μεριά τους, απολαμβάνουν, από κάποιο σημείο και έπειτα, την παρουσία του πατέρα τους και τη σχέση τους, διότι είναι περισσότερο μεταλλασσόμενη, αλλάζουν οι συνθήκες και εκτός από το λαβείν, υπάρχει και δούναι. Είναι μία εμπορική σχέση, αλλά ήδη έχουμε μάθει πόσο άσχημη, αναξιοκρατική και μονόπαντη είναι η μητρική άγνοια που μετατρέπεται σε ανιδιοτελή αγάπη, συντηρούμενη, έτσι, σε όλα τα σημεία της σπείρας.

Πάνω σε αυτό το κομμάτι είναι που πολλές νύφες βρίσκονται ενώπιον προβλημάτων. Για την ειλικρίνεια της υπόθεσης, γυναίκα ήταν εκείνη που ερέθισε το πνεύμα, λέγοντας «δεν μαγειρεύουμε όπως οι μανούλες μας» ή κάτι παρόμοιο. Η αδυναμία της πιο ρεαλιστικής προσομοίωσης των εποχών σε όλες τις διαστάσεις τους είναι η λυδία λίθος της ανθρώπινης προόδου. Τα εξόχως εύκολα και αβίαστα συμπεράσματα με τις συγκεκριμένες διαφορές δεν δύνανται να καθρεφτίσουν το zeitgeist και τις εγγενείς διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από τις γαργαντουικές μετατοπίσεις των κοινωνιών και τη συνολική έμφυλη πορεία. Νύφες έχουν κακοποιηθεί ψυχολογικά, ευρισκόμενες σε μία άτοπη σύγκριση, η οποία κυρίως έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο άντρας είναι καταδικασμένος να προσφέρει. Το φαγητό της μαμάς δεν είναι ένας αμελητέος ψυχολογικός πόλεμος. Αλλά δεν είναι και μία υπαρκτή κατάσταση.

Πράγματι, θα ήταν άδοξη η σύγκριση μίας γυναίκας που αφιερώνει 8 ώρες στην κουζίνα της με μία που αφιερώνει 2. Παρόλα αυτά, το φαγητό της μαμάς δεν κρατάει τη μυθική διάστασή του λόγω του αποτελέσματος, παρά κυρίως λόγω των αναμνήσεων. Της παιδικής ηλικίας και της οικογενειακής μάζωξης στο τραπέζι, η οποία φέρνει στο μυαλό, παραδείγματος χάρη (και μέσα από μία πρόχειρη εμπειρική ψηλάφηση), σουτζουκάκια. Το συγκεκριμένο φαγητό δεν μετράει, ωστόσο, ως συστατικό ή γεύση απαραιτήτως. Τα σουτζουκάκια της μαμάς δεν είναι πιο νόστιμα ή ακόμα και αν είναι, δεν παίζει κάποιο ρόλο. Είναι, όμως, τα πρώτα που έφαγες. Και τα σουτζουκάκια είναι ένα μαγικό φαγητό όταν το τρως για πρώτη φορά, γεμάτο τραγανιστές εκπλήξεις. Εκείνες οι πρώτες φορές δεν επαναλαμβάνονται ούτως ή άλλως: δε θα λατρευτεί καμία τζούρα νικοτίνης όπως εκείνες τα Χριστούγεννα του 2001, όταν βρέθηκες σε ένα κόσμο που ίσως ο Τιμ Μπάρτον θα μπορούσε να σου δώσει, αν δεν συνήθιζε να κάνει τόσο παράφρονες τους ήρωές του. Εκείνες οι αναμνήσεις είναι μεταφερόμενες: η τελετή μετράει περισσότερο. Έτσι αν η μαμά σού φτιάχνει σουτζουκάκια μετά από 30 χρόνια, τότε κατευθείαν θα βρεθείς στην τέταρτη διάσταση, που θα σε στείλει πίσω, σε εκείνο το ατόφιο συναίσθημα της έκπληξης. Το φαγητό της θα είναι πάντα υπερτιμημένο, διότι εκφράζει, πέρα από τις αισθήσεις που καλύπτει, έναν ολόκληρο ευτυχισμένο κόσμο. Ενώ το φαγητό της συζύγου κρίνεται για το πόσο νόστιμο είναι. Οπότε η σύγκριση είναι άτοπη: είναι αναξιοκρατικό να συγκρίνεις ένα φαγητό, αυτούσιο, με τις ευτυχισμένες στιγμές στις οποίες σε μεταφέρει ένα φαγητό.

Η ελπίδα, βεβαίως, μέσα σε όλη αυτή την ανοησία, είναι να έχει μείνει τούτος ο εκμαυλισμός (διότι πρόκειται για εκμαυλισμό και ηλίθια βία) οριστικά πίσω και το ον να έχει προοδεύσει όσο χρειάζεται- δηλαδή ελάχιστα- ώστε να καταλαβαίνει, όχι τι τρώει, αλλά πόσο ηλίθιο είναι να διακορεύει μία επιλογή που έκανε ή μία κατάσταση στην οποία έχει την απόλυτη ευθύνη (η ευθύνη δεν είναι μισή, είναι μία και αθροίζεται) που έχει περιέλθει.
Γευστικό μάρσιπο Γευστικό μάρσιπο Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:45 PM Rating: 5
Powered by Blogger.