Ο ιεροκήρυκας της Λατινικής Αμερικής



(Το παρόν δεν είναι μόνο ποδοσφαιρικό κείμενο)

«Δεν υπήρξε επανάσταση που να μη δημιουργήθηκε από εύπορο», της είπε. «Σκέψου το», συνέχισε. «Δεν μπορώ να θυμηθώ καμία που να έγινε στο δρόμο ή να ξεκίνησε από φτωχικά».


Βρισκόντουσαν σε ένα αυτοσχέδιο χώρο μίας οργάνωσης. Ενός αληθινού κινήματος, μίας ακόμα από τις λέξεις που το ΠΑΣΟΚ κατέστρεψε ολοσχερώς. Τα κινήματα είναι του κόσμου και αυτό το άθλιο το ΠΑΣΟΚ, με το τελευταίο «Κ» του, τους στίχους του Λοΐζου και τον ήλιο, που το πήρε και το έδωσε στην εξουσία. Και εσύ, κύριε Μάνο, πώς νιώθεις που έζησες μία ολόκληρη ζωή με τόνο και διαλυτικά στο γιώτα σου;

Ουδεμία επανάσταση ξεκίνησε από το δρόμο. Και καμία επανάσταση, από όπου κι αν ξεκίνησε, δεν πέτυχε, χωρίς υποχώρηση και δίχως να παραχωρηθούν στο κεφάλαιο κάποιες εξουσίες, εν είδει υποβιβασμού, που όμως, στο βάθος του χρόνου, είναι οι σημαντικότερες. Διότι οι επαναστάσεις θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα τώρα. Ενώ η εξουσία αντιστέκεται στην ορμή και φροντίζει να είναι εκείνη που θα περιθάλψει τους τραυματίες και θα μαζέψει τα κομμένα κεφάλια. Και την επόμενη μέρα είναι σαν να μην έχει γίνει ποτέ η επανάσταση.

Αυτή η κατάσταση φαίνεται, περισσότερο από όλες τις περιοχές, στη Λατινική Αμερική. Το τι είναι Λατινική Αμερική είναι δόκιμο να πει κάποιος ότι αλλάζει κάθε εβδομάδα. Εδώ και 200 χρόνια η Λατινική Αμερική κλαίει. Τα δάκρυα είναι καυτά και οι κραυγές της φθάνουν ως τα σύνορα, αλλά, ακόμα και αν δεν είναι ξεθυμασμένες, απευθύνονται εις ώτα μη ακουόντων. Ξεκινούν από το Μακόντο, ένα μέρος που μπορεί και να υπάρχει. Η Λατινική Αμερική έχει πάθος και φτώχεια και ορφάνια, για αυτό και βγάζει ανθρώπους φτιαγμένους από άλλο υλικό, που μερικές φορές μοιάζουν ότι είναι παιδιά της Φωτιάς και του Αέρα. Τα πρόσωπά τους είναι γλυπτά μελαγχολίας και πάθους, σκαλισμένα και σου δίνουν μερικές φορές την αίσθηση ότι βγαίνουν στον κόσμο για να γίνουν οι ιεροκήρυκες των σκλαβωμένων πατρίδων.



Όπως είναι ο «Τσόλο» Σιμεόνε. Ένας ιεροκήρυκας των άπειρων δυνατοτήτων, με πατρίδα του τη Λατινική Αμερική και όχι μόνο την Αργεντινή. Παράτησα την Ατλέτικο τον Μάιο του 2014, με τη λογική του one and done. Πρωτάθλημα μέσα στο «Καμπ Νου», χαμένο Πρωταθλητριών στο 93’ του τελικού, μία χρονιά όνειρο. Και μετά η Ατλέτικο δεν υπήρχε περίπτωση να έχει συνέχεια. Η ιστορία της, στην παραμυθένια ύφανσή της, ήταν τελειωμένη.

Όμως δεν ήταν. Πέρυσι ήταν τρίτη στο πρωτάθλημα και αποκλείστηκε στην παράταση του προημιτελικού από τη Ρεάλ Μαδρίτης. Φέτος είναι δεύτερη στο πρωτάθλημα, τρεις βαθμούς πίσω από την Μπαρτσελόνα και την απέκλεισε για να πάει στα ημιτελικά του Champions League.

Πώς να το εξηγήσω τώρα αυτό... Το μέγεθος του κατορθώματός της δεν γίνεται να σταθεί μόνο στα ποδοσφαιρικά δεδομένα. Θέλω να πω, φυσικά είναι άκρως ποδοσφαιρικά τα ντουμπλαρίσματα στις άκρες και ο τρόπος ανάπτυξης και οι χαφ της ξέρουν μπάλα, αλλά αυτό που κάνει η Ατλέτικο δεν είναι ποδοσφαιρικό. Δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ακριβώς τι σημαίνει και μέσα από τον οργανισμό, που το πρώτιστο είναι τα χρήματα.

Η αίσθηση που αφήνει είναι το πιο σημαντικό. Βλέπεις τον Καράσκο φέτος και νομίζεις ότι είναι ο Μάντζουκιτς. Αυτοί που έρχονται και αυτοί που φεύγουν έγιναν το ίδιο πράγμα. Υποθετικά, ο Αρντά Τουράν πρέπει να αισθάνθηκε, στο «Βιθέντε Καλντερόν» την Τετάρτη το ίδιο με τον Φαίδωνα Γεωργίτση όταν βρισκόταν ανάμεσα στη Ζωίτσα και τη Μαίρη Χρονοπούλου. Ποιος δεν θέλει να παίξει στην Μπαρτσελόνα; Και, ξαφνικά, στον πάγκο της ομάδας σου και μπαίνοντας για λίγα λεπτά να βοηθήσεις στο γήπεδο, θυμάσαι πόσο αγαπούσες ό,τι συνέβαινε γύρω σου και πόσο άφοβος και ατρόμητος παρουσιαζόσουν, πριν παρατήσεις αυτή τη μεγάλη αγάπη για την πλούσια κυρά. Πόσο άφθαρτος, μέσα από μία συμμορία που τρομοκρατούσε τον κόσμο, ένιωθες, πριν γίνεις απλώς καλός παίκτης, μούτσος σε κρουαζιερόπλοιο ωστόσο, αντί πειρατής με κρασία και μπούτια με κοτόπουλο στο πλήρωμα του Φράνσις Ντρέικ. Πας κάπου αλλού και είναι σαν να επιστρέφεις στον κόσμο, τον κόσμο ο οποίος σε διαχωρίζει. Ο «Τσόλο» δεν σε άφηνε ποτέ να μη νιώθεις ξεχωριστός, ένας νόμιμος τρομοκράτης του καθεστώτος. Και όσο το καθεστώς δε σε υπολόγιζε, τόσο έβαζες απέναντί του μία δύναμη που δεν ήξερες ότι διαθέτεις. Και όταν, πια, άρχισε να σε υπολογίζει, του έριχνες γροθιές στη μούρη.



Δεν βάζουν τα πόδια τους για να αναχαιτίσουν. Βάζουν τα σώματά τους. Ο τύπος είναι όρθιος στον πάγκο και δείχνει «όχι» με το δάχτυλό του στον διαιτητή μέχρι να πάθει εξάρθρωση ώμου. Μετά ανεβοκατεβάζει τα χέρια του σαν πουλί, για να σπάσουν τα ντεσιμπέλ την εικόνα. Φοράει τα μαύρα και  με το μαλλί κολλημένο πάνω στο κεφάλι του, βλέπει τους άντρες του στο γήπεδο να τα δίνουν όλα. Κάθε παιχνίδι της Ατλέτικο είναι αυτό που, λανθασμένα στα ομαδικά σπορ, αποκαλείται αγώνας. Κάθε ματς στο «Βιθέντε Καλντερόν» είναι εκείνος ο στίχος του Δάντη, «εσείς οι οποίοι εισέρχεσθε εγκαταλείψατε πάσα ελπίδα». Πάνε τουλάχιστον τρία χρόνια από αυτούς τους τρομοκράτες και δεν είχαν κάποια σημασία οι παίκτες που έφυγαν, όλοι αυτο το διάστημα, από τον Φαλκάο ως τον Ντιέγκο Κόστα, από τον Μάντζουκιτς ως τον Τουράν, έχουν ήδη αποτύχει, διότι έφυγαν από το ιδεατό για να βρεθούν κάπου που μπορεί να πληρώνονται καλύτερα, αλλά δεν έχει κάποια σημασία. Εδώ και τρία χρόνια η Ατλέτικο κάνει κόλαση τη ζωή των πολυδιαφημισμένων και των ακριβοθώρητων και, αν τους υποτιμήσεις, θα έρθουν κατά πάνω σου την επόμενη φορά πιο δυνατά, με ό,τι έχουν διαθέσιμο.

Αυτή η επίπονη θυσία από την πρώτη μέρα που ο Σιμεόνε βρέθηκε στον πάγκο της Ατλέτικο είναι το απόλυτο ποδοσφαιρικό έπος των σύγχρονων καιρών, παρά τα ανδραγαθήματα των superman της εποχής μας. Από το 10’ του ματς κιόλας, με το σκορ στο 0-0 και με το να βλέπω την Μπαρτσελόνα να περνάει κάπως, ήθελα να γράψω για την Ατλέτικο, για αυτό που κάνει τον μικροαστό άνθρωπο να πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει, για όλη την προσπάθεια να πέσει στο επίπεδο που δεν διαταράσσει την ισορροπία της καπιταλιστικής κοινωνίας μας. Αλλά ποτέ δεν υπήρξε μπόσικη και ποτέ δεν άφησε κάτι άλλο παρά την καρδιά και το κεφάλι της στο γήπεδο. Για λίγο, έστω, η ζωή, σε ό,τι αφορά τις πραγματώσεις και τους στόχους, ακτινοβολεί μέσα από τους απίστευτους τύπους, που μοιάζουν ίδιοι με πριν από τρία χρόνια, πρόσωπα που δεν φοβούνται. Για όποιον λέει «δεν μπορώ», μπορείς να πάρεις οποιοδήποτε παιχνίδι της Ατλέτικο με τη Ρεάλ ή την Μπαρτσελόνα την τελευταία τριετία και να του το δείξεις.

Η Ατλέτικο Μαδρίτης δεν είναι καν μία επαρχιακή ομάδα με ένα ολόκληρο χωριό να τη στηρίζει. Δεν είναι η Μπιλμπάο, που ο πατριωτισμός την τρέφει. Είναι μία από τις δύο ομάδες της πρωτεύουσας και η άλλη έχει πάρει 19 Κύπελλα Πρωταθληριών σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ. Είναι εξ ορισμού η αδικημένη της πόλης της και έχει χάσει 2 τελικούς Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο τελευταίο λεπτό τους, με 40 χρόνια διαφορά. Αλλά στον πάγκο έχουν τον κατακτητή, ο οποίος είναι, αλήθεια, το προπονητικό αισθητικό ισοδύναμο του Μαραντόνα για τη Νάπολι, μόνο που τη Νάπολι τη στήριζε μία ολόκληρη πόλη.

Ένα 24ωρο μετά την πρόκριση της Ατλέτικο, η Λίβερπουλ έκανε 4-1 στο δεύτερο ημίχρονο επί της Ντόρτμουντ για να πάρει την πρόκριση στον ημιτελικό του Europa League. Η Λίβερπουλ, με 10 παίκτες που δεν βλέπονται στην ενδεκάδα της. Όμως με το «Άνφιλντ» που δεν έμεινε ποτέ κάτι λιγότερο από γεμάτο και με οπαδούς που τραγουδάνε και που δεν κρίνουν από τις κούπες την ομάδα και που αγαπάνε τους παίκτες της μόνο και μόνο επειδή παίζουν σε αυτή.



Αν ο Γκεβάρα ζούσε σήμερα και ήθελε να κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες Λατινικής Αμερικής, θα έπρεπε να περάσει 90 λεπτά στο «Άνφιλντ» για να καταλάβει τι σημαίνει κίνημα, τι σημαίνει μία ιδέα που έχει δοθεί στο λαό. Και μετά θα έβαζε τον «Τσόλο» να προετοιμάσει τη συμμορία του με τον μαοϊκό τρόπο, το «όταν θέλεις μπορείς», για να πάνε να κατακτήσουν την όποια Σάντα Κλάρα.

Στη Λατινική Αμερική οι κραυγές απευθύνονται εις ώτα μη ακουόντων. Αλλά μπορείς, αν κάνεις λίγη ησυχία, να ακούσεις. Οι Ντεσκαμισάντος φωνάζουν «ζήτω τα μπλε κολάρα».
Ο ιεροκήρυκας της Λατινικής Αμερικής Ο ιεροκήρυκας της Λατινικής Αμερικής Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:25 PM Rating: 5
Powered by Blogger.