Η αδελφή του Νίτσε, αυτή η σκύλα



Με την Εβελίνα συμφωνήσαμε ότι η αδελφή του Νίτσε είναι μεγάλη καργιόλα. Έγινε ως εξής η φάση: τα ξημερώματα της Κυριακής στο γκρουπ του properman τους είπα για κείμενα που θα έγραφα. Το ένα ήταν για το φαΐ και το δεύτερο για την αδελφή του Νίτσε.
Η αντίδραση της Εβελίνας ήταν, «Α, την καργιόλα». Το θέμα ήταν ότι το απόγευμα του Σαββάτου, όταν αποφάσισα να γράψε για την αδελφή του Νίτσε, ο τίτλος που είχα ήδη προθυμοποιηθεί να βάλω ήταν, «Η αδελφή του Νίτσε, αυτή η καργιόλα». Αλλά το πρόβλημα ήταν ότι επειδή πριν από λιγότερο από ένα μήνα η λέξη «καργιόλα» έχει μπει ξανά σε τίτλο κειμένου, μου φάνηκε κάπως αισχρό. Απλώς σας το αναφέρω για δύο λόγους: ο πρώτος είναι για το προσωπικό στοιχείο και το δεύτερο, για τη δουλειά που γίνεται στην ιστοσελίδα και το ταιριαστό κάρμα.

Χμμμ. Χμμμ.

Αστείο ήταν.

Η πρώτη φορά που συνδέθηκα με τον Νίτσε ήταν στις 10 Μαΐου του 1994. Δεν είμαι η Παπαγγελή ή τίποτα τέτοιο, ούτε ήταν βιβλίο που με έφερε στο κατόπι του Γερμανού φιλοσόφου λίγο πριν κλείσω τα 13, ο οποίος μερικές φορές ένιωθε Πολωνός, άλλες Ιταλός και άλλες Αυστριακός. Το θυμάμαι ξεκάθαρα, όμως, διότι ήταν η πρώτη ιστορία που μπορώ να αναγνωρίσω στην οποία πρόδωσα τα σπορ. Εκείνη τη νύχτα έπαιζε η Σαραγόσα με την Άρσεναλ στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων. Και ενώ ένας τελικός Κυπέλλου Κυπελλούχων ήταν πάντα ένα σημαίνον γεγονός (με το Μίλαν-Μπαρτσελόνα στην Αθήνα να έρχεται, μάλιστα), η Ζωή Λάσκαρη ήταν πιο σημαίνουσα. Η αναφορά δεν είναι τυχαία, διότι σε διαφορετικό κανάλι έπαιζε το «Ένα κορίτσι για δύο». Και η Λάσκαρη ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχα δει ως τότε στη ζωή. Και για αυτό έκανα το λάθος. Το οποίο ήταν να δω λίγη από την ταινία η οποία ήταν η μία από τις δύο που, στο μυαλό μου, κατέστησαν ανώτερο ζεν πρεμιέ στην ιστορία του ελληνικού σινεμά τον Αλέκο Αλεξανδράκη, όσα ζεϊμπέκικα και να χόρεψε ο Νίκος Κούρκουλος.

Ο Αλεξανδράκης έπαιζε τον Κίμωνα, έναν καθηγητή φιλοσοφίας αυστηρών αρχών, ο οποίος ήταν έτοιμος να γράψει ένα βιβλίο ότι έρωτας δεν υπάρχει. Φυσικά, κατευθείαν γίνεται αναφορά στον Νίτσε. Ακόμα πιο φυσικά, ερωτεύτηκε τη Λάσκαρη, παρότι ήταν γκόμενα του αδελφού του (τον οποίο παίζει ο Κώστας Βουτσάς). Και ο ίδιος ο Γερμανός μυστακοφόρος θα ερωτευόταν τη Λάσκαρη. Ωστόσο, η Ζωίτσα θα προτιμούσε τις γωνίες στο πρόσωπο του Αλέκου. 



Την επόμενη μέρα έκλεισα τα παντζούρια του δωματίου και προσπάθησα να ζήσω σε αυτή την απελπισία που λάμβανα ως σημάδι από τη ματαιότητα των πραγμάτων στην οποία αναφερόταν ο Νίτσε. Κράτησε λιγότερο από μία ώρα, μέχρι που ήρθε στο σπίτι ο πατέρας μου και μου είπε να ανοίξω την πόρτα να μπει ο ήλιος. Άνοιξα ένα τόμο και διάβασα τη βιογραφία του. Δε θυμάμαι κάτι και, για να είμαι ειλικρινής, για να εντυπωσιαστώ έπρεπε το βιβλίο να μου μιλήσει ή κάτι σε στυλ Χάρι Πότερ.

Και δεν διάβασα Νίτσε από τότε. Μέχρι και σήμερα.  Ούτε για τον Υπεράνθρωπο, ούτε για τον Βάγκνερ, ούτε για το θάνατο του Θεού (που σημαίνει ότι πίστευε ότι υπήρχε και απλώς πέθανε).

Οπότε τι είναι αυτό για το οποίο γράφω, χωρίς να έχω κάποια ειδικότητα στο ζήτημα και βασιζόμενος μόνο σε συγκεχυμένες πληροφορίες; Θα σας πω: άλλη μία μέρα στη δουλειά.

Ό,τι βρήκα στο δρόμο μου για τον Νίτσε ήταν αντιφάσεις. Το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», δηλαδή η ταινία και όχι το βιβλίο, δεν αφορούσε σε κάτι που δεν θα μπορούσες να υποπτευθείς. Μία ήταν ότι το έργο του ήταν η αφορμή για τον Αδόλφο Χίτλερ σε ό,τι αφορά τη δημιουργία της νέας Αρίας φυλής. Από την άλλη μεριά, η αποδεδειγμένη εμπάθειά του για τον «Παρσιφάλ» του Βάγκνερ και τον ίδιο τον κλασικό, επειδή έστρεψε την κατεύθυνση της μουσικής του προς το Γ’ Ράιχ ήταν ένα στοιχείο που ασφαλώς παίζει ρόλο προς την υπεράσπισή του- και η υπεράσπιση του μαθηματικού και του φιλοσόφου προηγείται πάντα, περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, διότι εκείνοι είναι που με τα νέα στοιχεία τους αλλάζουν τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο και μέσα από το δικό τους αγώνα μας εξασφαλίζουν ηρεμία και μας οδηγούν προς την κατανυκτική διάσταση της κριτικής σκέψης.

Τις προάλλες, ωστόσο, έπεσε ένα βιβλίο στα χέρια μου, για τον Νίτσε. Είναι μία έκδοση το σενάριο της οποίας έχει γράψει ο διδάκτωρ Μισέλ Ονφρέ και τα σκίτσα της έχει ζωγραφίσει ο Μαξιμιλιέν Λε Ρουά. Σε αυτή υπάρχει μία πολύ απλή, σχεδόν περιληπτική, βιογραφία του Γερμανού φιλοσόφου. Κάποια πλάνα τονίζουν τις πτυχές της προσωπικότητάς του ισομερώς. Μεταξύ αυτών υπάρχει και η σχέση με την αδελφή του, η οποία, όπως σχεδόν όλες οι σχέσεις του, χαλάει στο πέρασμα του χρόνου. Ο δογματισμός του Νίτσε δεν αφορά μόνο στη στάση του απέναντι στον τρόπο σκέψης: έχει να κάνει με την προδοσία που νιώθει από τους ανθρώπους οι οποίοι βοήθησαν να βρει αυτή τη στάση. 

Η αδελφή του Νίτσε δεν ανήκε σε αυτούς ακριβώς, υπό την έννοια του σεβασμού: αλλά ο ίδιος πρόσμενε περισσότερη κατανόηση σε ό,τι αφορά τις δικές του γκραβούρες για τη ματαιότητα της ζωής. Η ίδια παντρεύτηκε τον Βίλχελμ Φέρστερ, έναν αντισημίτη, τον οποίο ο Νίτσε απεχθανόταν. Η αδελφή του Νίτσε τού είπε ότι και ο ίδιος έγραφε τα χειρότερα για τους Εβραίους, φέρνοντας την οργή του Φρίντριχ, ο οποίος της απάντησε πως η αντιμετώπισή του προς τους Εβραίους είχε να κάνει με εκείνους της Παλαιάς Διαθήκης, που μας πλάσαραν ότι υπάρχει ένας Θεός που μας μισεί και όχι με τους σύγχρονους (των τελών του 19ου αιώνα) Εβραίους, οι οποίοι με την εξυπνάδα τους και τον επαγγελματισμό τους έγιναν εκλεκτά μέλη των κοινωνιών. Ο Νίτσε επιθυμούσε την πρόσμιξη με τους Γερμανούς, ενώ η αδελφή του ήθελε να φτιάξει στην Παραγουάη μία αποικία με τον Φέρστερ για να κρατήσει εκεί το ανόθευτο γερμανικό αίμα. Μία αποικία που έγινε, αλλά μετά από δύο χρόνια διαλύθηκε.


 
Η ζημιά που έκανε η Ελιζαμπέτα, ωστόσο, δεν αφορούσε τόσο στη δική της επιλογή, όσο στο γεγονός ότι κουβαλούσε αυτό το τεράστιο επώνυμο. Ο Νίτσε επέτυχε εν ζωή, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να το καταλάβει (αν και δεν θα το απολάμβανε). Η σύφιλη, η οποία του είχε μεταφερθεί, του δημιούργησε παράνοια. Η αδελφή του ανέλαβε να τον φροντίσει. Σχεδόν 20 χρόνια πριν πεθάνει είχε ζητήσει να μη γίνει εκκλησιαστικά η κηδεία του. Ωστόσο δεν του πέρασε. Ένα χρόνο μετά, η αδελφή του έγινε επιμελήτρια και εξέδωσε το βιβλίο «Η δύναμη της θέλησης», επιλεκτικά κομμάτια από σημειώσεις του Νίτσε. Όσοι έχουν ασχοληθεί με τη δημοσιογραφική αποτύπωση κειμένων μπορούν να αναγνωρίσουν ότι αν θέλεις να ρέπεις από μία πλευρά και να κρύψεις κάτι που αθροιστικά σου δίνει απλώς την αλήθεια, μπορείς να το κάνεις. Οι σημειώσεις ντρόπιαζαν όλη τη ζωή (της ματαιότητας, του οράματος ότι η ευτυχία είναι αυτό που βρίσκεται στο δρόμο μας) του ανθρώπου που το τέλος της ζωής του, δύο μήνες πριν κλείσει τα 46 χρόνια του, τον βρήκε στη Βαϊμάρη. Ήταν φιλοσοφία προς πώληση, ό,τι μετατράπηκε, δηλαδή, ο άλλοτε ευαίσθητος Βάγκνερ. Η φιλία του Αδόλφου Χίτλερ με την αδελφή του Νίτσε δημιούργησε την απάτη ότι η απόρροια των πράξεων του Αυστριακού Αδόλφου ήταν το όραμα του Φρειδερίκου, κάτι που πόρω απείχε από την αλήθεια. Ο Νίτσε ήταν ένας φιλόσοφος του οποίου το πρόβλημα- όσο μπορώ να ακουμπήσω επιδερμικά- ήταν η ανθρώπινη απληστία. Η Ελιζαμπέτα Νίτσε χρησιμοποίησε το όνομά του και κάποιες λέξεις από τις ιδέες του, οι οποίες δεν επρόκειτο να γίνουν έκπτωτες όσο ο ίδιος είχε σώας τας φρένας για να τις καταλαβαίνει ο πάσας εις. Δεν τον αφορούσε το ταξικό ζητούμενο, όσο η πνευματική διάυγεια. Αλλά φίδι στον κόρφο του αποδείχθηκε πως ήταν το ίδιο το αίμα του, το οποίο χρησιμοποίησε το όνομά του για να βοηθήσει ώστε το ανθρώπινο είδος να φθάσει σε ένα από τα κατώτερα επίπεδα σήψης από τη γένεσή του.  

Και κάπως έτσι, πρόλαβα να δω και το γκολ του Εβραίου Ναΐμ, στο 119’ της παράτασης εκείνου του τελικού, μία εικόνα που, δεν συνοψίζει αλλά, καθιστά απολαυστική την καριέρα του Ντέιβιντ Σίμαν.
Η αδελφή του Νίτσε, αυτή η σκύλα Η αδελφή του Νίτσε, αυτή η σκύλα Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:03 PM Rating: 5
Powered by Blogger.