«Η Αλεξάνδρα»: ο έρωτας, παράγωγο της τέχνης


Πριν από περίπου δύο εβδομάδες, διάβασα το νεοκυκλοφορηθέν βιβλίο του Ανδρέα Μήτσου «Η Αλεξάνδρα». Μου άρεσε πάρα πολύ, όπως ό,τι δικό του έχει τύχει να πέσει στα χέρια μου. Μόλις χθες όμως, αργά το βράδυ, συνέλαβα το – κατ’ εμέ- νόημά του. Με μια χρονοκαθυστέρηση, όπως συχνά συμβαίνει με την τέχνη: την απολαμβάνουμε προς στιγμήν, αλλά αυτή συνεχίζει να «δουλεύει» μέσα μας ερήμην μας.

Η αφηγήτρια Αλεξάνδρα μας εξιστορεί τη ζωή της, επικεντρώνοντας στον ένα και μοναδικό έρωτα που έζησε. Ποντιακής καταγωγής η ίδια, κατέληξε με την οικογένειά της στην Ελλάδα όταν ήταν παιδί και έχτισε εδώ τη μοίρα της. Κουβαλούσε έναν χαρακτήρα αγέρωχο και απόλυτο, ο οποίος τη βοήθησε να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά της ανοίγοντας ένα φροντιστήριο ξένων γλωσσών και έτσι να αναλάβει εξ ολοκλήρου τα ηνία της.

Η Αλεξάνδρα δεν αποφάσισε, αλλά ήταν σαν γενετικά σχεδιασμένη να μην ερωτευτεί, να μη δοθεί σε κανέναν. Το λέει και το όνομά της άλλωστε, σαν όταν την βάφτισαν να της έδωσαν και μια εντολή. Η σπάνιας ομορφιάς γυναίκα έζησε έτσι εξήντα επτά ολόκληρα χρόνια. Η Αλεξάνδρα ερωτεύτηκε έναν παλιό μαθητή της.

Ο Πέτρος από μικρό παιδί χάνεται μέσα στις λέξεις, βυθίζεται μέσα στην τέχνη, ζει με αυτήν, ζει σε αυτήν. Αγαπά την Αλεξάνδρα και προσπαθεί να της τραβήξει την προσοχή με κάθε τρόπο, ακόμα και επιδεικνύοντας την ανδρική του φύση, την τόσο εγκληματική, αντίθετη και ξένη στη σχεδόν αποκομμένη απ’ το φύλο της γυναίκα. Η μητέρα της Αλεξάνδρας όταν ζούσε στη Ρωσία ήταν καλλιτέχνης κι έχει στην κατοχή της έναν πίνακα απαράμιλλου κάλλους. Ο Πέτρος αγαπάει την Αλεξάνδρα και γι’ αυτό. Κάπου εδώ μαθαίνουμε και την ερωτική ιστορία της μητέρας της, η οποία κατ’ ανάγκην παντρεύτηκε τον Σεργκέι, τον πατέρα της Αλεξάνδρας, ενώ η καρδιά της ανήκε αλλού. Ο Σεργκέι το γνωρίζει καλά – πώς θα μπορούσε να μην το ξέρει; - και γι’ αυτό ποτίζει την πληγή του με αλκοόλ. Μαθαίνουμε και για τον έναν αδελφό της Αλεξάνδρας, μέσα από μια ιστορία σκοτεινή, μεταφυσική, γοητευτικής τρέλας.

Ο Πέτρος αγαπάει την Αλεξάνδρα σε όλη του τη ζωή. Κάποια στιγμή οι δρόμοι τους πάνε κάπως να ενωθούν, μα δεν είναι ακόμα η ώρα. Η σωστή ώρα. Η Αλεξάνδρα συνεχίζει να μισεί τους άνδρες και να υπερμάχεται της ανεξαρτησίας της, μέχρι που συνειδητοποιεί, με αφορμή ένα βιβλίο του λογοτέχνη πλέον Πέτρου, ότι στ’ αλήθεια είναι ερωτευμένος μαζί της. Λυγίζει, χάσκει για πρώτη φορά ένα άνοιγμα στην καρδιά της και δίνει λίγο χώρο στην εμπιστοσύνη. Γιατί αυτή της έλειπε και δεν αφηνόταν. Τον βρίσκει και στα 67 της γνωρίζει τον έρωτα. Και καταλαβαίνει πια ότι «πονάνε τα σώματα που δεν αγαπιούνται» και ότι το εισιτήριο για την αγάπη περιλαμβάνει και τη σάρκα. Ζωντανή, σφριγηλή, μια πλεκτάνη.


Θέλει να ζήσει απλά. Να μιλάει απλά, να διασκεδάζει απλά, να χαίρεται τις μικρές, καθημερινές στιγμές της μαζί του. Εκείνος όμως λατρεύει τα περίπλοκα, το εξεζητημένο πάντρεμα των λέξεων, τις υπερβατικές αναλύσεις και τις στολισμένες σκέψεις. Ζει για την τέχνη, και η Αλεξάνδρα από τέτοια ούτε ξέρει, ούτε θέλει να μάθει, ούτε τη συγκινούν. Η μοναδική της σχέση με αυτό το ξένο πεδίο, είναι ο πίνακας που έχει υποσχεθεί στη νεκρή πια μητέρα της να φυλάει ως κόρην οφθαλμού.

Η Αλεξάνδρα έχει αντίζηλο κάτι άπιαστο, κάτι που δεν το καταλαβαίνει και δεν μπορεί να το δει. Η μόνη απτή έκφραση του ανταγωνιστή της, είναι αυτός ο αναθεματισμένος πίνακας που απολαμβάνει πιο πολλά βλέμματα του Πέτρου από ό,τι εκείνη. Αποφασίζει να τον πουλήσει, αποφασίζει να πατήσει τον όρκο που έχει δώσει στη μάνα της, νομίζοντας ότι θα σώσει τον έρωτα. Για να τη σώσει μετά και κείνος.

Ω, πλάνη οικτρά. Ο Πέτρος την εγκαταλείπει, παίρνοντας μαζί του τον πίνακα, σώζοντας κάτι αθάνατο εκείνος. Και της γράφει μια επιστολή - κλειδί, ένα γράμμα αποτρόπαιο. Το περιεχόμενό του σας αφήνω να το ανακαλύψετε μόνοι σας, πρέπει μοναχοί σας να φτάσετε στην αλήθεια.

Η Αλεξάνδρα αποφασίζει να τον σκοτώσει. Συνδέει τον πίνακα με τη ζωή της, αφού όχι μόνο έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος αυτής, αφού όχι μόνο την καθορίζει απ’ όταν ήταν μικρό παιδί, αλλά καταλήγει να ταυτίζεται μαζί του στα μάτια του.  Κι ο πίνακας δείχνει ένα μαχαίρι. Λαμβάνει το μήνυμα, η τέχνη εκπληρώνει το σκοπό της και τον σκοτώνει με ένα μαχαίρι. Έπειτα τον πυρπολεί. Και περνά το υπόλοιπο της ζωής της σε ένα μοναστήρι.

Πυρπόλησε ή αυτοπυρπολήθηκε; Τα συμπεράσματα τα αφήνει στην κρίση μας.

Η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι σκοτεινή και υποβλητική. Πολλά θέματα θίγονται, από την διαφυλική αντιμετώπιση του έρωτα, τη γυναικεία ανεξαρτησία, την προσφυγιά, μέχρι την αξία και την ουσία της τέχνης.

Ξάφνου όμως χθες θυμήθηκα πως κάποτε νόμιζα πως είχα ερωτευτεί τον ανιψιό μιας πασίγνωστης τραγουδίστριας του εντέχνου, ενός πραγματικού κεφαλαίου της τέχνης στον τόπο μας. Ευτυχώς σύντομα κατάλαβα ότι είχα ερωτευτεί αυτήν την ιδιότητά του κι όχι αυτόν τον ίδιο. Θεωρούσα πως μέσω εκείνου, θα ζούσα για πάντα μέσα στην τέχνη, θα έκανα μια βουτιά και θα θαύμαζα τα απύθμενα κάλλη της. Γρήγορα κατάλαβα πως μερικές φορές ταυτίζουμε αυθαίρετα το πρόσωπο με κάτι άλλο και γεννάμε εμείς οι ίδιοι έναν έρωτα στολισμένο με τα κοσμήματα που θα θέλαμε να έχει. Και χαντακωνόμαστε και εμείς κι εκείνος.

Ευτυχώς δεν την πάτησα όπως ο Πέτρος και συνέχισα να ελπίζω σε έναν έρωτα αυτούσιο, που δεν έχει ανάγκη από υποστυλώματα για να υψωθεί. Και δεν πλήγωσα καμιά «Αλεξάνδρα», επειδή δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος των ατυχών φαντασιώσεών μου. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, όμως, δεν μπόρεσα να μην τη συμπονέσω. Κι αφού η ίδια δηλώνει ευθύς εξαρχής ότι εμείς οι αναγνώστες θα την κρίνουμε, θέλω να της πω ότι την καταλαβαίνω και σα να τη συγχωρώ. Γιατί κι εγώ από τύχη τη γλύτωσα.
«Η Αλεξάνδρα»: ο έρωτας, παράγωγο της τέχνης «Η Αλεξάνδρα»: ο έρωτας, παράγωγο της τέχνης Reviewed by Εύα Φωτεινιά on 5:30 PM Rating: 5
Powered by Blogger.