Οδός Ολύμπου 12




Όταν είσαι κωμικός δεν μπορείς να είσαι κάτι άλλο.

Δεν δίνεσαι στην τέχνη σου. Είσαι η τέχνη σου. Δεν ισχύει ότι την αγαπάς και για αυτό την κάνεις. Δεν μπορείς να την αποφύγεις. Τα αστεία αποτελούν την αυταξία και πρέπει να βρίσκεις συνεχώς αστεία που να τα προσφέρεις στον κόσμο, όχι με την ματαιοδοξία με την οποία αναδεικνύεται η φιλοσοφία του κόσμου και το ονειροπολείν, αλλά με έναν τρόπο που καταδυναστεύει την ύπαρξή σου περισσότερο από το να είσαι πρωθυπουργός (αλλά αυτό ισχύει πιθανότατα και με βάση δείγματα δεκαετιών ολόκληρων για πάρα πολλούς κλάδους). Όταν είσαι κωμικός, ο ελεύθερος χρόνος σου είναι μία ολόκληρη αναζήτηση λέξεων. Γνωρίζω ανθρώπους που έχουν ταλέντο κωμικού, αλλά δεν είναι κωμικοί. Όμως είναι βέβαιο ότι βρίσκονται σε μία διαδικασία εξάρτησης. Το ταλέντο σε πλήρη άνθιση είναι ασυναγώνιστο μπροστά σε οποιαδήποτε άλλη ανάλυση, διότι οι πικρές αλήθειες της ζωής αποτυπώνονται γυμνές και έμπλεες αυτοσαρκασμού. Ένας κωμικός είναι εκείνος που ζωγραφίζει επιπλέον μουστάκι στην εικόνα του Χριστού, που μαστιγώνει τους ομοφοβικούς με φετιχιστικές ζώνες από καουτσούκ, που στέκεται τρίβοντας τα χέρια πάνω από πτώμα από πολεμικά πυρά, απλώς και μόνο για να δείξει πόσο ανόητοι είναι οι άνθρωποι μαζικά, όταν διαφθείρονται από την εξουσία.

Όταν είσαι κωμικός δεν μπορείς να είσαι κάτι άλλο.

Δεν μπορείς να είσαι ιδεαλιστής, ανθρωπιστής, αριστερός, δεξιός, αλτρουιστής, αλλά δεν μπορείς και να είσαι φασίστας, ρατσιστής, αντισημίτης, φαλλοκράτης. Κάθε λογής βία μπορεί να φωλιάζει μέσα σου, όπως και κάθε λογής συναίσθημα, μόνο που είσαι εμμονικός με το λειτούργημα το οποίο συνδέεται άρρηκτα με την ύπαρξη και όχι με το λειτούργημά σου. Μπορείς να έχεις για χόμπι να δημιουργείς κωμωδία και να είσαι και κάτι άλλο, αλλά, αν το κάνεις αυτό, δεν μπορείς να είσαι κωμικός. Ο κωμικός είναι πρώτιστη φύση. Είναι ένα από τα πιο σκαιά και ανυπόφορα βασανιστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Δεν είναι ανάγκη να είσαι ηθοποιός ή stand up performer. Μπορείς να είσαι συγγραφέας, ποιητής ή πολιτικός αναλυτής. Αυτές οι περιγραφές πρέπει να δίνονται στους ανθρώπους του νέου κόσμου. Επειδή ο κωμικός δεν είναι επάγγελμα, αλλά ιδιότητα (και μάλιστα μία ιδιότητα συγκεχυμένη σε ό,τι αφορά το βάθος και την ουσία της, με αποτέλεσμα να δέχεται ρατσιστικά πυρά), πρέπει να υπάρχει μία σαφήνεια, διότι το μπέρδεμα υπάρχει ως σύγχρονος εφιάλτης. 


Έγραψα «νέου κόσμου» και ήρθε και έδεσε, επειδή στο Θέατρο Νέου Κόσμου παίζεται η παράσταση «Οδός Ολύμπου 12» και διαθέτει όλα τα αγαθά της κλασικής κωμωδίας. Η βάση της είναι το βιβλίο «Ελληνική Μυθολογία», του Νίκου Τσιφόρου, δηλαδή του ενδεχομένως πιο αριστοτέχνη, προκλητικού και πηγαίου Έλληνα κωμικού του 20ού αιώνα. Ενός συγγραφέα με ταλέντο εξοντωτικό και χάρισμα που ρέει μέσα από τις σελίδες του. Ενός αποτρόπαιου κωμικού.

Δεν έχει περάσει χρόνος από τότε που ο ξάδελφός μου ο Αποστόλης, μέσα στον εντυπωσιασμό του για τον Τσιφόρο, μου αντέτεινε, ως αντιλογία στην ίδια τη διάθεσή του, ότι ήταν ρατσιστής. Αλλά ήδη ο κωμικός δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο και το ίδιο συμβαίνει με τον Τσιφόρο. Είναι αναγκαστικά ανοικτός στις προκλήσεις και τις προσβολές. Τα αστεία του αφορούν σε άπαντες και δεν είναι η γνώμη του, παρά απλώς η επιθυμία να ειρωνευτεί οτιδήποτε παρουσιάζεται ως αυθεντία. 

Αν η κωμωδία είναι κάτι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αυτό πρέπει να αποδοθεί με τη λέξη «ταχύτητα». Για αυτό και οι γαλλικές κωμωδίες του κινηματογράφου, ανεξαρτήτως αν αρέσουν, είναι οι κορυφαίες στο είδος τους. Η κωμωδία πρέπει να εξελίσσεται γρήγορα, ειδικά όταν πρόκειται για το κλασικό είδος. Ακόμα και η αμηχανία, που επίσης μπορεί να δώσει τη στοιχειώδη απόλαυση, πρέπει να έχει ρυθμό, να τον νιώθεις. Ο Τσιφόρος δίνει γραπτώς το σχέδιο του κειμένου και ο Βασίλης Ανδρέου, ο σκηνοθέτης, που το dna από το δέρμα του είναι πιθανό ότι ταιριάζει με αυτό του παλκοσένικου, το κάνει, όπως πάντα, με τον τρόπο του. Ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο, λίγες χειρονομίες στον αέρα, περίπου ένα λεπτό χωρίς ομιλία πριν αρχίσει η κωμωδία να ρέει. Ο σκηνοθέτης προσομοιώνει την εποχή που το έγραψε ο Τσιφόρος με τους σύγχρονους καιρούς, όχι για να πειραματιστεί αλλά, υποθέτοντας τα νέα μέσα που ο συγγραφέας θα χρησιμοποιούσε για να αποτυπώσει, μέσα σε μία παλιά ιστορία, τη σύγχρονη πραγματικότητα. Το «ξεξεξεξεξε μπεμπεμπεμπε ρδευρδευρδευρδευ ουουουουου μεμεμεμεμεμε μεμεμεμεμε τοτοτοτοτοτοτο παπαπαπαπαπαπα λιολιολιολιολιολιολιο» είναι η πιο λεπτή μορφή τέχνης σε μία κωμωδία η οποία, για τους έξι ηθοποιούς που υποδύονται κάθε λογής ρόλο, που είναι ανερυθρίαστοι στα αγγίγματά τους και που, προφανώς, εξαντλούνται από την υπερένταση, πρέπει να αποτελεί θρησκευτική εμπειρία. 

Είναι δύσκολη η αντίληψη του μεγέθους της αποστολής αν έχεις και άλλες δουλειές να κάνεις μέσα στην εβδομάδα, δηλαδή πλην των Κυριακής, Δευτέρας, Τρίτης, με ώρα έναρξης στις 21:15 και από τη στιγμή που οι προοπτικές είναι λίγες, αλλά ενώ μία θεατρική παράσταση εγγυάται μία διαφορετική οπτική στις τάξεις των πραγμάτων, αυτή η κωμωδία με τη βαθιά τσιφορική φιλοσοφία που ο θεμέλιος λίθος της είναι η αδυναμία του ανθρώπου και δη του ανθρώπου που εξουσιάζει, είναι μία δροσιστική αναθεώρηση σε ό,τι αφορά το πνίξιμο των ημερών. Δεν είμαι βέβαιος ότι προσφέρει ανακούφιση περισσότερο από προβληματισμό, αλλά επηρεάζει τη διάθεση, πολύ περισσότερο από ό,τι προσφέρει διασκέδαση και για αυτό υπάγεται στην αγνή ψυχαγωγία.


Τα γέλια, βεβαίως, δεν λείπουν, αλλά πολύ φοβάμαι ότι επειδή έκανα τη συγκεκριμένη ερώτηση σε μία από τους σκαπανείς της παράστασης, είναι ένα πρωταρχικό κριτήριο. Το συγκεκριμένο είδος, που δεν αναγνωρίζεται ως τέχνη παρά ως μορφή τέχνης, αν και είναι τερατωδώς πιο δύσκολο από την υποκριτική δεξιοτεχνία του δράματος, έχει ως στόχο να δημιουργήσει ευφορία και όχι να σε κάνει να γελάς. Το γέλιο δεν κρίνει την επιτυχία του εγχειρήματος, περισσότερο αυτή εμφανίζεται στις αναπνοές που παίρνει ο θεατής. Ο Τσιφόρος δεν αποτυγχάνει σε αυτό το κομμάτι, αλλά αυτό αφορά μόνο στον αναγνώστη. Ό,τι συνεκτιμάται ως εικόνα είναι το πιο ασφαλές και το πιο επικίνδυνο: να πρέπει ο ηθοποιός να ακροβατήσει στο αστείο και τη γελοιότητα και να μην περάσει στην άλλη όχθη. 
Εκτός κι αν είναι ο σκοπός, όπως συμβαίνει, φερ’ ειπείν, με τα σκετς του Saturday Night Live. Είναι άλλωστε μάλλον κανόνας ότι οι σπουδαιότερες στιγμές της ανθρώπινης δημιουργίας συνέβησαν ενώ ο δημιουργός τους στεκόταν δίπλα στο να βιώσει την καρατόμηση αυτών και κατάφερε να διαφύγει με σωσίβιο την αυθαιρεσία. Ως εκτελών ένα έργο που είναι σχεδόν αφροδισιακό, έως πολύ, μία παραγωγή της πιο θεσπέσιας ελληνικής (και ίσως παγκόσμιας) ίντριγκας, πατώντας πάνω στα πιο φανερά παιδικά ινδάλματα και μία ιστορία αρχαία όσο και ο ίδιος ο χρόνος – και πιο παλιά από τη μέτρησή του – το διακύβευμα είναι να μην παρουσιαστεί ο ηθοποιός, ερασιτέχνης ή επαγγελματίας, σπουδαγμένος σε σχολή ή αυτοδίδακτος, ως καρικατούρα αυτού που θέλει να δημιουργήσει. Είναι πολύ πιο σύνθετο να σου ζητήσει κάποιος να κάνεις μισό βήμα από τον πιο μακρύ διασκελισμό σου και για αυτό είναι πολύ πιο εύκολο, αν και όχι με ποσοστό επιτυχίας αξιοσημείωτο, να προβείς στον πιο μακρύ βηματισμό. Το μισό βήμα είναι που χωρίζει τις αποστάσεις των πιο τρομακτικών καταστάσεων και του αποτελέσματός τους και όχι ο πιο μακρύς διασκελισμός. Δεν προέκυψε, σε κανένα δευτερόλεπτο, ότι όταν ζητήθηκε από τους πρωταγωνιστές να κάνουν αυτό το μισό βήμα, δεν το έκαναν επ’ ακριβεία.

Η κωμωδία, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, στέκεται στη θέση του συνοδηγού στην τέχνη. Οι άνθρωποι αποφάσισαν ότι το βάθος της δεν έχει την υπόσταση που θα βάλει την κοινωνία να αλλάζει σκέψεις και κριτικά να αποφασίζει. Τούτο είναι χειρότερο από έγκλημα: είναι λάθος. Αλλά τουλάχιστον ο άνθρωπος που την απολαμβάνει στην επιφάνειά της δεν είναι ανάγκη να βρίσκει τις απίθανες μεταφορές της και τις παρομοιώσεις που, αν μπορέσει να τις αντιληφθεί, σαστίζει από το πόσο σκληρή είναι η αλήθεια που συγκαλυμμένα παρουσιάζεται μέσα από αυτές. Η οδός Ολύμπου 12 μπορεί να είναι ένα τέτοιο έργο, αν δεν πηγαίναμε να το δούμε για «να γελάσουμε». Η συγκεκριμένη ευφορία, ως ρυθμιστής διάθεσης, κρατάει δυναμίτιδα, υγρή νιτρογλυκερίνη. Απλώς δεν είναι το πρωτεύον για τον θεατή, για αυτό και παραμένει στον ίσκιο των υπόλοιπων πολιτιστικών «κλάδων». Ωστόσο, η υγρή νιτρογλυκερίνη της κωμωδίας αρπάζει πολύ εύκολα, διότι δημιουργοί σαν τον Τσιφόρο δεν έχουν δώσει τη ζωή τους για αυτή. Είναι αυτή. Και αυτοί που περαιώνουν τις υποθέσεις τέτοιων ανθρώπων, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν μία θέση σε ό,τι είναι αυτό που λέγεται Ελληνικός Πολιτισμός. Στις μέρες μας κάτι, δηλαδή, σαν Ελληνική Μυθολογία. 
Οδός Ολύμπου 12 Οδός Ολύμπου 12 Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 7:54 PM Rating: 5
Powered by Blogger.