Λησταρχίνα και κακοποιός


Υπήρξαν ορισμένες περιπτώσεις που ήθελα όντως να πάρει κάποιος ένα βραβείο Όσκαρ. Εννοείται ότι δεν τα βλέπω ποτέ. Έχω περάσει άχρηστη ώρα στο youtube για να παρακολουθήσω παλιές παρουσιάσεις, δηλαδή τον Μπίλι Κρίσταλ, τον Στιβ Μάρτιν, τον Τζον Στούαρτ, αλλά δεν έχω προσπαθήσει καν να δω κάποια από τις τελετές.

Μία φορά μόνο, τα ξημερώματα της 25ης Φλεβάρη 2013, έμεινα ως το τέλος, δηλαδή ως τις 7 το πρωί, αλλά είχα βρεθεί να υποστηρίζω πολλούς: το Django, τον Κριστόφ Βαλτς, τον Ντάνιελ ντέι Λιούις για το «Λίνκολν». Μάλιστα, τότε είχα βρεθεί στην παρανοϊκή θέση να γράψω ένα ημερολόγιο.

Έχει τύχει να υποστηρίζω ηθοποιούς να κερδίσουν το Όσκαρ, αλλά ποτέ σε σημείο να μην πάω για ύπνο και να περιμένω, πλην της μίας και μοναδικής φοράς. Και ουδέποτε υπήρξα πρωτότυπος. Ο Βαλτς για τους «Άδοξους Μπάσταρδους», η Μαριόν Κοτιγιάρ για το «Η ζωή σαν τριαντάφυλλο», η Μέριλ Στριπ για το «Iron Lady». Και πέρυσι είχα την προτίμηση της Ρόζαμαουντ Πάικ για το «Gone Girl». Φέτος, ωστόσο, το θέμα μου ήταν το Όσκαρ β’ γυναικείου. Εκείνη που ήθελα να νικήσει, ήταν η Τζένιφερ Τζέισον Λι για τους «Hateful Eight».

Δεν με ένοιαζε για τον Λεονάρντο ντι Κάπριο: η αλήθεια είναι ότι δεν έδινα δεκάρα. Ήξερα ότι θα νικήσει, διότι το Χόλιγουντ μισεί πατροπαράδοτα τον Μάρτιν Σκορτσέζε. Τον μισεί επειδή είναι Ιταλοαμερικάνος, επειδή είναι αριστερός, ίσως δεν του αρέσει η μούρη του ή οι παρέες του. Αυτή η εμπάθεια επηρεάζει και όσους εμπλέκονται με τον Σκορτσέζε, ακόμα και τον Ρόμπερτ ντε Νίρο, που με δυσκολία κέρδιζε ακόμα και όταν οι ερμηνείες του ήταν άνετα στο τοπ-5 όλων των εποχών. Όταν ο Ντι Κάπριο έφυγε από την αιγίδα του και προσχώρησε στην αγκάλη του Αλεχάντρο Ινιαρίτου, τότε το πιο φυσιολογικό ήταν να πάρει το βραβείο. Και επειδή κάθε βράβευση έχει να κάνει με το να κρατάς ισορροπία, ο Ινιαρίτου έχασε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας με το «Revenant», αφού το βραβείο πήγε στο «Spotlight». Πήρε, βεβαίως, το σκηνοθεσίας και έκανε το ριπίτ, που όπως και να το κάνεις είναι ένα επίτευγμα το οποίο απλώς συνάδει με την υπεραξία του σκηνοθέτη και το στυλ του.

Ο Ντι Κάπριο μίλησε για την κλιματικη αλλαγή, κάτι που ήταν λογικό να συμβεί, αν λάβεις υπ’ όψιν την τελευταία ψύχωσή του. Μου θυμίζει, λίγο, ένα παιδί, που του μιλάει η μάνα του για ένα συγκεκριμένο θέμα, κάνει ότι δεν την ακούει, αλλά όταν βρεθεί μπροστά σε κάποιον που εκτιμά και του αναφέρει το ίδιο ζήτημα, τότε θα το κάνει προσωπικό, σαν να το έχει ακούσει για πρώτη φορά. Η ομιλία του για την κλιματική αλλαγή, στο τέλος, είναι καταδικασμένη. Όχι επειδή δεν είναι σημαντική- ίσα ίσα, αλλά παρόλα αυτά για να υπάρξει αληθινή κλιματική αλλαγή πρέπει να καταστραφούν τουλάχιστον 20 κοσμοπόλεις, διότι οι δημιουργημένες κοινωνίες είναι εξαρχής σκουπιδότοπος, κάτι που δεν μπορείς να αποφύγεις αφού, αν το σκεφτείς σε ένα στάδιο που αφορά σε κάτι καθημερινό, το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των προϊόντων είναι αδύνατον να καταναλωθεί εξ ολοκλήρου- αλλά διότι είναι το νεότερο θέμα με το οποίο έχει καταπιαστεί και απλώς δεν γίνεται να κλονίσει με την ομιλία του ή να επηρεάσει συνειδήσεις.. Πριν από περίπου δύο εβδομάδες επισκέφθηκε τον Πάπα για να μιλήσουν για αυτό. Του δίνω, πάντως, ότι ήταν κουλ. Το περιβαλλοντικό έγινε η προτεραιότητά του και ο αλτρουισμός του ήταν σημαίνων για κάποιον που το θέμα του είχε γίνει πόσα Όσκαρ είχε χάσει. Δεν νομίζω ότι ο ίδιος συμμετέχει σε όλη αυτήν την παράνοια ή νιώθει την κοσμική αχαριστία, για αυτό άλλωστε δεν έγινε συναισθηματικός στο ευχαριστήριο, παρά μόνο όταν αναφέρθηκε στο περιβάλλον.


Το Όσκαρ β’ γυναικείου ρόλου είχε, τεχνικά, λάθος υποψηφίους. Β’ γυναικείος σημαίνει να είσαι η δευτεραγωνίστρια σε μία ταινία η οποία έχει πρωταγωνίστρια. Όμως η Τζένιφερ Τζέισον δεν ήταν δευτεραγωνίστρια στους «Hateful» και το ίδιο συνέβη και με την Αλίσια Βικάντερ, η  οποία ήταν υπέροχη στο «The Man from U.N.C.L.E.», η οποία πήρε το βραβείο για το «Κορίτσι από τη Δανία». Φαντάζομαι ότι τις χώρεσαν στις υποψηφιότητες, επειδή δεν ήταν ούτε Α’ Γυναικείου. Δηλαδή η Μπρι Λάρσον στο «Room» και η Τζένιφερ Λόρενς στο «Joy» είχαν τις ταινίες στραμμένες πάνω τους, σε αντίθεση με τη Λι, η οποία, ωστόσο, ανήγαγε το ρόλο της ως καταζητούμενης σε σεμιναριακού επιπέδου ερμηνεία.

Στους «Hateful» η Λι είναι η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε μία αρμαθιά από άνδρες. Για να βρεις την επόμενη γυναίκα στο έργο πρέπει να φθάσεις σχεδόν στο δίωρο, όταν η υπόθεση γυρίζει πίσω με το γνώριμο ταραντινικό τρόπο και δείχνει τη Μίνι, ιδιοκτήτρια του Minnie’s Haberdashery, που ανάθεμά με αν έχει ακουστεί ποτέ πιο ωραία μαγαζί ή πανδοχείο στην ιστορία της παγκόσμιας ανθρωπότητας. Η Τζένιφερ Τζέισον Λι είναι η μόνη γυναίκα στο έργο και κουβαλάει το ρόλο της πολύ άνετα. Για αυτό και, με περίπου ενάμιση μήνα να έχει παρέλθει από τότε που πήγα για να δω την ταινία, αποτέλεσμα είναι να μην νιώθω ακόμα άνετα για να περιγράψω πώς έπαιξε. Μπορώ, όμως, να πω ότι κάποια στιγμή θα ταυτίσω την εικόνα της με μία ανάμνηση, με αποτέλεσμα να μου θυμίζει ένα γεγονός κάθε φορά που θα βλέπω την ταινία ή κάποιο μέρος της. Απλώς δεν γνωρίζω από τώρα ποια θα είναι αυτή. Μου έχει τύχει να γίνεται ανάμνηση κάτι, όχι στην πρώτιστη επαφή μου μαζί του, αλλά κάποτε άλλοτε, εντελώς αδόκητα. Δεν είναι προκαθορισμένο, όσο κι αν θα ήθελα κάτι να είναι πιο συγκεκριμένο.

Η Νταίζη Ντόμεργκιου δεν κάνει τα πλάνα προσωπικό παλκοσένικό της. Περίπου δύο μήνες γυρισμάτων και η Γκόλντι Χον ρώτησε τον Κερτ Ράσελ αν έχει αρχίσει να εμφανίζεται το σύνδρομο της Στοκχόλμης, το οποίο είναι σύνηθες να προκύπτει στη σχέση θύματος και θύτη. Ο Ράσελ δεν έβλεπε κάτι τέτοιο: οι δυο τους δεν μιλούσαν καθόλου, παρά το γεγονός ότι ήταν δίπλα δίπλα, δεμένοι με χειροπέδες όλη την ώρα. Ο Ράσελ της πρότεινε να αρχίσουν να μιλάνε λίγο, εκτός πλάνων και έτσι και έγινε.


Η Τζένιφερ Τζέισον παίζει ακριβώς στο όριο του ρόλου της. Κάνει ό,τι θέλει ο Ταραντίνο: μία γυναίκα η οποία δεν είναι φεμινίστρια, ξέρει τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, την εποχή που διαδραματίζεται το έργο, αλλά έχει μεγαλώσει σαν αγοροκόριτσο και είναι λησταρχίνα και κακοποιός, το οποίο έχει γίνει χόμπι. Όταν πέφτει στα νύχια του κυνηγού κεφαλών, ξέρει ότι η συμμορία της δεν θα την αφήσει έτσι. Ως ρόλος, η Τζένιφερ Τζέισον παίζει με γνώμονα να δημιουργήσει τη δική της παράσταση και όχι να κλέψει την παράσταση από τους άλλους ρόλους της ταινίας, των αρσενικών. Δεν ξέρω γιατί- πιθανότατα διότι ο κινηματογράφος είναι μία έξτρα κατάσταση η οποία δεν περιορίζεται, δηλαδή δεν μπαίνουν όροι, ίσως και επειδή δεν υπάρχει λόγος- αλλά όταν τραγουδάει το «Jim Jones at Bottany Bay», ένα τραγούδι που έμαθε στην κιθάρα και γυρίζει για να δει τη δράση, με αποτέλεσμα να μην ακούγεται κανονικά η φωνή της κατά τη διάρκεια της ταινίας, αλλά πιο χαμηλά, νομίζω ότι πρόκειται για κάτι το οποίο θα ζήλευε ακόμα και ο ίδιος ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και αν και έχω ζόρι να χρησιμοποιώ συγκεκριμένες πομπώδεις λέξεις για να περιγράψω μία κατάσταση, ο Ταραντίνο είναι ιδιοφυΐα. Αυτή η σκηνή το αποδεικνύει. Διότι δείχνει τη διαφορά που θα είχε η συγκεκριμένη στιγμή στην κανονική ζωή από ό,τι στην ταινία. Όλοι θα γυρίζαμε να κοιτάξουμε προς το μέρος που συνέβαινε η δράση, ακόμα και αν παίζαμε κιθάρα. Την ίδια στιγμή χάνει κάποια νότα από το τραγούδι, την οποία παίζει ξανά: αυτό κι αν είναι υπέροχο.

Νομίζω ότι ο Ταραντίνο ξέρει ακριβώς πότε θα πεθάνει. Νομίζω ότι έχει κάποια σημειωματάρια στα οποία έχει γράψει τα ονόματα ηθοποιών με τους οποίους θα ήθελε να συνεργαστεί. Ως σωτήρας καριέρων, ο Q είναι το ίδιο καλός με αυτό που είναι ως σεναριογράφος. Και ως κινηματογραφικό πρεζάκι, που έχει παρακολουθήσει τουλάχιστον το 80% των ταινιών που έχουν γίνει ποτέ, νομίζω ότι η πιθανότητα να συνεργαστεί με τη Λι σε ταινία υπάρχει εδώ και πάνω από 25 χρόνια: από το 1989, για την ακρίβεια, όταν έπαιξε την πόρνη Τραλαλά στην «Τελευταία Έξοδο στο Μπρούκλιν» και ένα χρόνο μετά, όταν επίσης έπαιξε την πόρνη στο «Miami Blues». Τότε είχε κερδίσει βραβεία για τους βοηθητικούς ρόλους της και είχε αποκληθεί «η Μέριλ Στριπ των μπίμπο». Το 1989, μάλιστα, ήταν στη δεκάδα των «πιο όμορφων γυναικών στην Αμερική», από το «Harpers Bazaar». Πλέον, έχοντας απορρίψει ρόλους όπως εκείνον της Τζούλια Ρόμπερτς στο «Pretty Woman» ή της Τζόντι Φόστερ στον «Ταξιτζή», μετράει καριέρα 46 χρόνων, από 9 ετών μέχρι και σήμερα. Και , παρά το γεγονός ότι δεν δικαίωσε τις όποιες προσδοκίες, έχει μία δεύτερη καριέρα μπροστά της. Έχει ξαναγίνει και μάλλον θα συμβεί και στο μέλλον. 


Το «Hateful Eight», όμως, ευτυχώς για τη Γλυκιά Δικαιοσύνη, δεν έλειψε από τα βραβεία. Ο «Fratellino» Ένιο Μορικόνε πήρε, στα 85 του, το Όσκαρ Μουσικής. Δέκα χρόνια μετά τη συνολική προσφορά, ο Ένιο Μορικόνε, που η μουσική του στα σπαγκέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε είναι το ίδιο σημαντική με τις ταινίες, μίλησε στα ιταλικά και αποθεώθηκε.

Είμαστε σίγουροι ότι ο Q είναι άνθρωπος και όχι μία μαθηματική κινηματογραφική εξίσωση που βγάζει έναν κώδικα για την Αθανασία;
Λησταρχίνα και κακοποιός Λησταρχίνα και κακοποιός Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 7:02 PM Rating: 5
Powered by Blogger.