Η σερβιτόρος


Η καφετέρια ήταν πλημμυρισμένη από κόσμο. Η Άρσεναλ υποδεχόταν τον Ολυμπιακό στο Λονδίνο και το εσωτερικό του μαγαζιού ήταν γεμάτο. Ούτως ή άλλως, το Champions League «τραβάει» κόσμο. Συνέβαινε ό,τι συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις: κάποιοι από τους πελάτες είχαν ήδη βολευτεί, κάποιοι ήταν σε ένα οριακό σημείο, στο οποίο ήταν αναγκασμένοι να δηλώνουν ευχαριστημένοι και άλλοι προσπαθούσαν να βολευτούν. Από ώρα είχε φτάσει η κατάσταση σε ένα κόμβο, αν ήθελες να μπεις μέσα ήταν δική σου ευθύνη.

Η διαρρύθμιση στα μαγαζιά της συγκεκριμένης συνοικίας είναι περίεργη. Για τον εξωτερικό χώρο του πρέπει να περάσεις απέναντι από δρόμο οδικής κυκλοφορίας. Σε περιπτώσεις όπως αυτή και ο εξωτερικός χώρος έσφυζε από κόσμο.

Εκείνη βρισκόταν στον εσωτερικό χώρο. Με πολύ κόσμο που περίμενε για εξυπηρέτηση. Σε κάποιες περιπτώσεις έπρεπε να μπαίνει και στο μπαρ για να φτιάξει κάποιο καφέ ή να γεμίσει ένα ποτήρι με μπύρα. Ή μπορεί να περίμενε για λίγο. Μέσα στην οχλαγωγία και τον κακό χαμό έπρεπε να δικαιώνει ό,τι είναι άγραφος νόμος, δηλαδή η ανυπομονησία του πελάτη. Να ενεργοποιήσει την περιφερειακή όρασή της. Να είναι, με έναν τρόπο, συνεχώς διαθέσιμη.

Στη σύγχρονη κοινωνία ο σερβιτόρος θεωρείται ένα επάγγελμα χαμηλών προσόντων. Βεβαίως, πριν 80 χρόνια οι σερβιτόροι διάβαζαν Χένρι Μίλερ και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και η σχολή εργασίας τους ήταν καθαρή και κομψή. Οι σερβιτόροι ήταν κομψοί και η δουλειά έμοιαζε να έχει προοπτικές. Αρκεί να υπήρχε μία καλή ιδέα. Γενικώς, ο σεβασμός για εκείνους που εξυπηρετούν έμοιαζε να είναι λίγο αυξημένος. Και μετά το επάγγελμα δεν ποινικοποιήθηκε ακριβώς, αλλά έγινε «χαμηλών προσόντων». Αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσες να σπουδάζεις και να είσαι σερβιτόρος ή να είσαι ερασιτέχνης ηθοποιός και να είσαι σερβιτόρος ή να είσαι άνεργος και, προκειμένου να βγάζεις το χαρτζιλίκι σου, να είσαι σερβιτόρος.

Συν τοις άλλοις, τα τελευταία 20 χρόνια δημιουργήθηκε η «σερβιτόρα». Σε τέτοιο βαθμό κυριάρχησαν τα κορίτσια σε αυτό το επάγγελμα, που σου είναι κάπως παράξενο να βλέπεις αγόρι να εργάζεται στη συνοικιακή καφετέρια. Το ζήτημα είναι δομικό: είναι σχεδόν το ίδιο παράξενο να είσαι στο «Hilton», φερ’ ειπείν και μία γυναίκα να φροντίζει για την εξυπηρέτησή σου. Ίσως να μπορούσαμε να το θεωρήσουμε φυσιολογικό, αν δεν ήταν τόσο φτιαχτό. Αν, δηλαδή, στο πλαίσιο της ανόδου της γυναίκας στα επαγγελματικά στρώματα δεν θυσιαζόταν ο συγκεκριμένος κλάδος (ή κάτι που θα μπορούσε να είναι κλάδος και να φροντίζει για κάποια συλλογική σύμβαση και όχι για χρήματα στο χέρι) ώστε να καταληφθεί από κορίτσια που είχαν ανάγκη τη δουλειά για να τα βγάλουν πέρα. 

Ασφαλώς δεν υπάρχει κλάδος για αυτόν ακριβώς το λόγο: επειδή η συγκεκριμένη εργασία καταλήφθηκε από κορίτσια. Τώρα, όλη αυτή η κατάσταση, που σίγουρα δε βοηθάει, βασίζεται στη θεωρία του ντόμινο: η συγκεκριμένη εργασία υποτιμήθηκε και αυτό, με τη σειρά του, έφερε την υποτίμηση και για εκείνη που την κάνει. Αυτό απευθείας σήμαινε βλέμματα άδεια, γεμάτα απογοήτευση, αγενείς συμπεριφορές. Και αυτό, αναπόφευκτα, έφερε την κριτική. Έχω βρεθεί στη θέση να αναρωτιέμαι για ποιο λόγο δεν μπορεί να μας χαρίσει ένα χαμόγελο και μας νιώθει σαν ένα επιπρόσθετο βάρος που θα ήθελε να εξατμιστεί. Θα ασκούσαμε αυτήν την κριτική όπως ασκείς τις περισσότερες φορές την κριτική: μονοδιάστατα. Σαν αυτή η κατατονία, στο σημείο της μιζέριας, να είναι ένα μονόπρακτο, μία παρθενογένεση, χωρίς να αποδίδονται ευθύνες. Και το γεγονός ότι είναι «σερβιτόρα» δεν βοηθάει. Η αύρα της λέξης φέρνει επίσης μία υποτίμηση, αν ξεπεράσεις το αγαπησιάρικο στοιχείο. Ο άνθρωπος που προβαίνει στο συγκεκριμένο είδος εξυπηρέτησης είναι σερβιτόρος, ανεξαρτήτως φύλου.


Βεβαίως, υπάρχει και το κομμάτι της έλξης. Η διαπίστωση ότι η διαμόρφωση της όποιας ερωτικής λειτουργίας προκύπτει από την κοινωνική αυθαιρεσία και ότι δεν ανάγεται σε κοινωνικό υπόβαθρο, προβληματίζει. Δεν μπορείς, δηλαδή, ακόμα και αν θέλεις, να αφήσεις πίσω το γεγονός ότι όλες οι γυναικείες κινήσεις και η συμπεριφορά προέρχονται από κάποιου είδους μαθητεία και περνούν από γενιά σε γενιά. Αυτό ίσως απορροφά τη μαγεία, από την άλλη μεριά η ίδια η θεατρικότητα προδίδει. Ένα κορίτσι όρθιο, ανάμεσα σε ανθρώπους που κάθονται, αποκτά μία ξεχωριστή οντότητα, την ίδια, ίσως, που έχει η όμορφη δασκάλα η οποία καλείται να αντιμετωπίσει και να διδάξει τους μαθητές της. 

Ο χώρος στον οποίο προελαύνει είναι δικός της, της ανήκει και η μοναξιά της αποκτά θεατές, κάποιοι από τους οποίους σπαρταρούν να μάθουν τι έχει στο μυαλό της. Ελίσσεται για να πράξει τα δέοντα και μερικές φορές μοιάζει με μπαλαρίνα, άλλες με αρχιτεκτονικό θαύμα και κάποιες για μία βιασμένη ψυχή. Αλλά εδώ δεν πρόκειται για θέμα ανθρωπιάς: είναι βορά στις ορέξεις εκείνων των πελατών που δεν συνειδητοποιούν ότι η κάθε κίνησή της μπορεί να έχει αντίκτυπο στη διάθεσή τους. 

Την πιο ρομαντική πλευρά παρουσίασαν ο Τομ Γουέιτς στο «Invitation to the Blues» και, έπειτα, στην παραλλαγή ο Φοίβος Δεληβοριάς, αλλά υπάρχει και εκείνη της Τζίλντα, με τη σερβιτόρο να είναι η κινηματογραφική σταρ του ενός τετραγωνικού μέτρου. Και μετά απογοητεύεσαι, που λείπει το χαμόγελο και που το βλέπει τόσο πολύ σαν αγγαρεία, κάτι που θα κάναμε όλοι, διότι ουδείς μεγάλωσε θέλοντας να γίνει σερβιτόρος σε αυτή τη ζωή, υποθέτω επειδή ουδείς του είπε πόσο ευγενές επάγγελμα είναι. Διότι δεν είναι η δεκαετία του ’40, που κάποιος διέκοπτε την ανάγνωση του «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» για να σου βάλει καφέ. Είμαστε εδώ, που απευθείας ο σερβιτόρος και όλος ο μηχανισμός του μαγαζιού που δεν σεβόμαστε θεωρούμε ότι μας ανήκει.

Σε εκείνη την περίπτωση, το πρόσωπο δεν συσπάστηκε. Όσο ογκώδης κι αν ήταν ο φόρτος εργασίας, συμπεριφερόταν σαν να υπήρχαν δύο τραπέζια στο μαγαζί. Γυρνώντας το κεφάλι στην άλλη οθόνη, για τα υπόλοιπα παιχνίδια του Champions League, θα χαμογελούσε σε κάποιον πελάτη, με εκείνο το χαμόγελο που τις περισσότερες φορές σου φτιάχνει τη διάθεση και κάποιες, λίγες, σου ραγίζει την καρδιά. Και στο τέλος, όταν πια, το μαγαζί άδειασε διότι το παιχνίδι τελείωσε και οι περισσότεροι άνθρωποι επέστρεφαν στα σπίτια τους ικανοποιημένοι, όταν η Τρίτη εκείνη έφθασε στα μεσάνυχτά της, σαν να ακούστηκε ένα χειροκρότημα για την παράσταση που έδωσε η ίδια. Θα έπρεπε οπωσδήποτε να την πάρεις στη δουλειά σου, μόνο και μόνο για να της δώσεις ένα προφίλ, μία αξιοπρέπεια και μία σαγήνη που αγνοείς ότι μπορεί να έχει. Η ίδια ίσως να μην το γνωρίζει και, αν δεν το έχει μάθει έως τώρα, είναι ενδεχομένως απίθανο να το μάθει. Είναι η προσωπική ζωή και η ικανοποίηση που αντανακλά στην παρουσία της, για να την κάνει τόσο δεκτική σε μία μαζική συνάθροιση πελώρια, αντιστρόφως ανάλογη του χώρου; Θα ήταν ευχάριστο για την ίδια, αλλά καθόλου ελπιδοφόρο. Η πίστη ότι αποτελεί μία κινούμενη φιλοσοφία ζωής, ότι αυτό που είναι καθίσταται αναπόφευκτη ανεξαρτήτως αν τα πράγματα πάνε καλά προσωπικά- και μπορεί μία μέρα να πηγαίνουν, μπορεί και όχι, όπως συμβαίνει σε όλους- είναι μακράν προτιμότερο δέλεαρ. 
Η σερβιτόρος Η σερβιτόρος Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:52 PM Rating: 5
Powered by Blogger.