To Φαινόμενο


Υπάρχει ένας λαϊφσταϊλίστικος μύθος που αναφέρει ότι όταν η Μαντόνα είδε για πρώτη φορά τον Ιβάν Ζαμοράνο, αποφάνθηκε ότι «βρωμάει σεξ». Και για χρόνια, όταν σκεφτόμουν αυτήν την ιστορία που είναι πολύ πιθανό να είναι αληθινή (νομίζω ότι η απόσταση από το να είναι η «βασίλισσα της ποπ» μέχρι να γίνει πορνοστάρ είναι πολύ μικρή, τόση όση του να είναι Γάλλος ο Ζιντάν αντί Αλγερινός), αναρωτιόμουν τι θα έλεγε η Μαντόνα αν έβλεπε για πρώτη φορά τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα.

Τον Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα, που γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου του 1969 και στη σελίδα του properman στήθηκε ένα μίνι γλέντι. Πρώτα μπήκε η σχετική φωτογραφία και μετά ένα βίντεο. Ο Σπύρος έκανε share τη φωτογραφία στο δικό του προφίλ- όσοι ανήκετε στην Αλ Κάιντα, πέσατε μόλις από την Άρη ή πιστεύατε ότι το τέλος του κόσμου θα έρθει στις 21 Δεκεμβρίου 2012 καλό είναι να το ξέρετε- και έγραψε το εξής: «Ο τελευταίος πραγματικά μεγάλος στράικερ μετά την αποχώρηση του Μάρκο Φαν Μπάστεν. Σόρυ Ρουντ αλλά δεν τον έφτασες ποτέ, σόρυ Ρονάλντο (Φαινόμενο) αλλά δεν ήσουν στράικερ». Ο Ρουντ, φυσικά, είναι ο Φαν Νίστελροϊ, ο πιο αποτελεσματικός σέντερ φορ του 21ου αιώνα. Αν η αμφιβολία και η έλλειψη επιχειρηματολογίας δε μου επιτρέπουν στο να εμβαθύνω αν όντως ο Μπατιστούτα είναι καλύτερος από τον Φαν Νίστελροϊ* ως στράικερ, αυτό το σχόλιο έγινε η αιτία να μιλήσω για τον Ρονάλντο.

*Αξίζει, πάντως, να θυμάται κάποιος ότι ο Φαν Νίστελροϊ, με τη φανέλα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, έγινε ο παίκτης που σκόραρε τα πιο γρήγορα 50 γκολ στην ιστορία του αγγλικού πρωταθλήματος. Σύμφωνα με τη Wikipedia, τελείωσε την καριέρα του έχοντας 347 γκολ σε 589 διασυλλογικά ματς, ενώ ο Μπατιστούτα είχε 296 σε 528. Στην εθνική Ολλανδίας, με τα παραδοσιακά προβλήματα που πάντα έχει αυτή η ομάδα, κυρίως ρατσιστικά, έβαλε 35 γκολ σε 70 παιχνίδια και τα 2/3 των ομοσπονδιακών προπονητών δεν τον ήθελαν στην ομάδα τους. Ο «Μπατιγκόλ», παρατσούκλι που «κόλλησε» στον Αργεντινό κατευθείαν μετά τις πρώτες συμμετοχές του στην εθνική ομάδα, το 1991 στο Κόπα Αμέρικα, είχε 56 γκολ σε 70 παιχνίδια. Συν τοις άλλοις, σχεδόν όποτε σκόραρε με τους «μπιανκοσελέστε», νικούσαν. Για την ακρίβεια, έχουν χάσει μόνο δύο ματς όταν πέτυχε γκολ: εκείνο το 3-2 στη φάση των «16» του Μουντιάλ του 1994 (3 Ιουλίου) από τους Ρουμάνους, το «θαύμα του Ντουμιτρέσκου» και στα προημιτελικά του Κόπα Αμέρικα του 1995, στις 17 Ιουλίου, όταν η Αργεντινή έχασε στα πέναλτι από τη Βραζιλία, με κανονική διάρκεια παιχνιδιού 2-2.  

Θα το γράψω όσο πιο απλά γίνεται: ο Ρονάλντο είναι ο καλύτερος στράικερ από τότε που ο πρώτος Σουμέριος κλώτσησε μία ελαφρόπετρα σε μορφή σφαίρας και εγένετο ποδόσφαιρο. Ο Ρόναλντο δεν είναι απλώς ο καλύτερος στράικερ μετά τον Μάρκο (Φαν Μπάστεν): είναι ο καλύτερος στράικερ στην Ιστορία. Στην Ιστορία της Ανθρώποτητας. Από τη «δε μέρα την έκτη» και μετά.


Ο Ρονάλντο δεν ήταν αυτό που λέμε «εννιαμισάρι»: ο Ραούλ και ο Αλεσάντρο ντελ Πιέρο ήταν εννιαμισάρια. Ο Ρονάλντο ήταν στράικερ. Κανονικός φουνταριστός, με παιχνίδι στην πλάτη και μέτωπο στην εστία. Ήταν στράικερ τέτοιος, που στο Διαμέρισμα που Σχεδιάζονται οι Στράικερ, ο Ντα Βίντσι του σχεδιασμού δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα υπάρξει τέτοιος στράικερ. Μπορεί να μην είναι ο ορισμός του στράικερ, αλλά ο Ρονάλντο ως στράικερ μπορούσε να ντριμπλάρει μία αγέλη μυρμηγκιών σε διάνυσμα πατούσας μωρού 8 μηνών. Η μόνη φορά που ο Ρονάλντο έπαιξε, σε κάποια ομάδα, κάπως περιφερειακά, ήταν στη Βραζιλία του Κόπα Αμέρικα και του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών του 1997: έπαιξε εκεί διότι έπαιζε φορ ο δεύτερος καλύτερος στράικερ της 30ετίας, δηλαδή ο Ρομάριο. Με πληγώνει, αλλά έτσι είναι. Επίσης και ο Μπατιστούτα έχει παίξει κατά συνθήκη περιφερειακός φορ: το 1994, στο Μουντιάλ των ΗΠΑ, όταν τακίμιασε με τον Κανίγια.
Όλες οι θέσεις που υπάρχουν, κοινωνικές, πολιτικές, καλλιτεχνικές, είναι θεωρίες. Δεν είναι δόγματα. Έχουν κάποιους ορισμούς, αλλά πάντα επιδέχονται βελτίωσης. Το ίδιο και οι ποδοσφαιρικές. Ο Ρονάλντο μπορούσε να παίρνει την μπάλα από το κέντρο και να κάνει ένα απίστευτο σλάλομ, που κατέληγε σε γκολ ή ασίστ. Από τη στιγμή που μπορούσε να το κάνει, το έκανε. Οι υπόλοιποι στράικερ δεν το έκαναν, επειδή δεν μπορούσαν να το κάνουν. Ο Ρονάλντο ήταν το Φαινόμενο: ο πιο φαινομενικός φορ στο Σύμπαν. Μπορούσε να κάνει τα πάντα με την μπάλα και αμφιβάλλω αν ακόμα και σήμερα μπορεί κάποιος φορ να τρέξει τόσο γρήγορα με την μπάλα όσο ο Βραζιλιάνος το 1997. Επίσης, ενθυμούμενοι μόνο την τερατική ικανότητά του στο ανοικτό γήπεδο, ξεχνάμε πόσο καλός ήταν στο να «ξεκλειδώνει» άμυνες, στο παιχνίδι με την πλάτη μέσα στο μποτιλιάρισμα, στην εκτέλεση γυρίζοντας πρόσωπο προς το τέρμα, στην αντίληψη, που το επέτρεπε να παίζει χωρίς μπάλα και να κάνει απίστευτες κινήσεις. Αν ο Λιονέλ Μέσι, αυτήν τη στιγμή, είναι το παράδειγμα ότι μία «τελειωμένη» φάση μοιάζει με μία γάτα που απλώς έχασε τη μία από τις 7 ψυχές της και δεν πρέπει να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου διότι θα χάσεις τον τρόπο που ένας «εξασφαλισμένος» αμυντικός βρίσκεται να τον κυνηγάει σε μία φάση που είναι σίγουρος ότι η μπάλα θα βγει άουτ, έτσι και ο Ρονάλντο, που έβγαινε σπανίως οφσάιντ, γινόταν κάτοχος της μπάλας μετά από πάσες που ήταν αδύνατον να κυνηγηθούν με επιτυχία από οποιονδήποτε άλλο επιθετικό στον πλανήτη.

Ο Ρονάλντο είναι, λοιπόν, ακόμα, η τελευταία λέξη της τεχνολογίας του στράικερ. Όπως ο Μότσαρτ μπορεί να μη θεωρούνταν κλασικός μουσικός στη ζωή του, επειδή οι προηγούμενοι μουσικοί, επειδή θεωρούσαν ότι η κλασική μουσική είναι συγκεκριμένη, ίσως να νόμιζαν ότι βεβήλωνε το πιάνο, όπως ο Βαν Γκογκ δεν θεωρούνταν σημαντικός ζωγράφος εν ζωή, όπως ο Σίγκμουντ Φρόιντ αποδείχθηκε τσαρλατάνος επειδή μίλησε για τη σεξουαλικότητα στην παιδική ηλικία, έτσι και ο Ρονάλντο μπορεί, για πολλούς, να μη λογίζεται ως στράικερ. Ο Ρονάλντο προ της κατάρρευσης του ’98 ασφαλώς και όχι μετά, διότι έπειτα φαινόταν, κιόλας, ότι έπαιζε ως καθαρός φορ και τότε ήταν ο καλύτερος στον κόσμο: οδήγησε τη Βραζιλία στην κατάκτηση του Μουντιάλ του 2002 και πέτυχε 83 γκολ σε 127 ματς με τη Ρεάλ Μαδρίτης! Σκεφτείτε το: 83 γκολ σε 127 ματς (μέσα σε αυτά, το υπέροχο χατ τρικ στο «Ολντ Τράφορντ», σε εποχή που, εμείς που τον είδαμε να ασελγεί κατά συρροήν σε άμυνες και αμυντικούς, να περνάει από μέσα τους από το 1995 έως το 1998, τον θεωρούσαμε αργό και όχι τόσο αποτελεσματικό.


Ήταν, λοιπόν και fox in the box και ένας μεταφορέας μπάλας. Υπερείχε, δηλαδή, από τους υπόλοιπους στράικερ στο κομμάτι της τεχνικής, την οποία είχε τόσο πλούσια και μαγευτική. Υπερείχε στην έκτη αίσθηση και μπορούσε να εκτελέσει με ακρίβεια τρέχοντας με την μπάλα. Ήξερε τι να κάνει ακόμα και όταν η μπάλα ήταν πίσω του. Ήταν ένας εκπληκτικός ποδοσφαιριστής ακόμα και με την κοιλιά του 50χρονου ταβερνιάρη. Ήταν τόσο σπουδαίος φορ, που είμαι βέβαιος ότι ακόμα δεν έχει επηρεάσει το ποδόσφαιρο.Θα περάσουν χρόνια μέχρι να το κάνει. Και, βέβαια, μπορεί να ζούμε όταν βγει ο διάδοχος του Μέσι ή του Κριστιάνο Ρονάλντο (που το μεγαλύτερο κατόρθωμά του είναι που κάνει την καριέρα που κάνει με αυτό το επώνυμο), όπως είδαμε διαδόχους και σωσίες όσων θεωρούμε τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών.

Αλλά είμαι σίγουρος ότι, όσο ζούμε εμείς, τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, δεν θα βγει ούτε ένας επιθετικός που να μοιάζει, κατά διάνοια, στον πιο απίστευτο, στον πιο θεσπέσιο και στον πιο μαγευτικό στράικερ που κλώτσησε ποτέ την πουτάνα την μπάλα. 
To Φαινόμενο To Φαινόμενο Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:46 PM Rating: 5
Powered by Blogger.