Οι σπασίκλες, η υποκρισία και η θεότητα


Ακολουθούμε τα Όσκαρ με τον ίδιο τρόπο που ακολουθούμε σχεδόν ό,τι γίνεται στις ΗΠΑ. Τα ακολουθούμε για να μπορούμε να υποβάλλουμε ενστάσεις.
Να μιλήσουμε για διαστρέβλωση αποτελεσμάτων όπως τότε που ο Ντενζέλ Ουάσινγκτον και η Χάλε Μπέρι κέρδισαν μαζί, σε μία τελείως υποκριτική αντιρατσιστική εκδήλωση: ο πρώτος στο «Μέρα Εκπαίδευσης» δεν ήταν κατά διάνοια το ίδιο καλός με τον «Τυφώνα», δηλαδή την ιστορία του πυγμάχου Ρούμπιν Κάρτερ. Και η δεύτερη ήταν απλώς ανεκτή.

Τα Όσκαρ, όμως, είναι αυτό που έχουμε. Φαντάζομαι ότι σε έναν κόσμο ποιότητας η Χρυσή Άρκτος, ο Χρυσός Λέοντας και ο Χρυσός Φοίνικας είναι πολύ ανώτερα βραβεία από το χρυσό αγαλματίδιο. Όμως απευθύνονται σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο σύνολο, που είτε βγάζει το ψωμί του καλύπτοντας τα φεστιβάλ του Βερολίνου, της Βενετίας και των Καννών, είτε έχει πάρει τον κινηματογράφο πολύ σοβαρά, θεωρώντας ότι παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην κουλτούρα του. Δεν είμαι έτοιμος να απορρίψω το γεγονός πως όντως παίζει, ωστόσο σε ό,τι αφορά την κοινωνική συναναστροφή, μία από τις πιο σημαντικές λειτουργίες που έχει το σινεμά, τα Όσκαρ είναι η πρώτιστη εκδήλωση και ο κριτής.

Ομολογώ ότι, μεγαλώνοντας, ο κινηματογράφος, περισσότερο ακόμα και από τα σπορ, με κάνει να μπερδεύω αυτό που είναι παραμύθι με την πραγματικότητα. Μπερδεύει την οπτική μου στις καταστάσεις και με κάνει να ασπάζομαι το φαντασιακό με το αληθινό. Έχω εύκολες τις λέξεις, τις οποίες και χρησιμοποιώ στο όριο του πομπώδους και έτοιμη την επιχειρηματολογία για το προφανές: το «υπερβάλλεις» είναι απλώς πλεονασμός. Όταν, όμως, χρησιμοποιούνται από κάποιον άλλο, προσπαθώ να τον επαναφέρω σε μία πραγματικότητα την οποία ούτως ή άλλως δεν πολυασπάζομαι ή, αν την ασπάζομαι, δεν μπορώ να δικαιολογήσω τη ροπή μου μέσα από τη συμπεριφορά. Το σινεμά και οι φαντασιώσεις που δημιουργεί- από ένα λεύκωμα όταν δεν είχα τη δυνατότητα της πρόσβασης ως μία ταινία που θεωρητικά ανακάλυψα, όπως το απίθανο «Dazed and Confused» του Ρικ Λίνκλεϊτερ του 1993, όταν έκθαμβος είδα τον Μπεν Άφλεκ να παίζει το ρόλο ενός αποφοίτου που ψαρώνει τους πιτσιρικάδες- με καθιστούν έναν μπερδεμένο άνθρωπο, διότι ο τρόπος που η πραγματικότητά μου σχετίζεται με αυτό, με μετατρέπει σε δοσίλογο. Ακόμα και ένα τελείως δραματικό σκηνικό μένει αστήριχτο μέσα από τον κυνισμό, που το τοποθετεί σε μία παράλογη βάση, όχι τόσο σε ό,τι έχει να κάνει με τα υλικά του, αλλά στη δική μου προδοσία απέναντι σε αυτό και τη μη διαθεσιμότητά μου στο ίδιο το παιχνίδι.

Στο «Dolby Theater», Δευτέρα ξημερώματα, γίνεται η απονομή των Όσκαρ. Ο Κρις Ροκ θα είναι ο παρουσιαστής, παρά το γεγονός ότι είναι μαύρος. Προφανώς είναι αστείο, επειδή η μαύρη κοινότητα διαμαρτυρήθηκε για το ότι δεν υπάρχει κάποιος υποψήφιος στα φετινά Όσκαρ. Μου θυμίζει εκείνο με τον τεμπέλη υπάλληλο, που όταν το αφεντικό τού λέει ότι απολύεται, του απαντά ότι είναι ρατσιστής. Η ίδια η απονομή των Όσκαρ έχει δώσει κάποιες όμορφες στιγμές και η επιλογή να δημοσιευθεί το κείμενο τη συγκεκριμένη μέρα και στιγμή είναι επιτηδευμένη, διότι το προσεχές κείμενο θα αφορά στην ταινία «Once», η οποία επίσης λογίζεται μία σπουδαία ανακάλυψη.

Πέντε σπουδαίες στιγμές στις εκάστοτε απονομές είναι οι εξής:

5. Δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει κουλ σπασίκλας αν δεν παρακολουθήσεις αυτό το βίντεο. Οι νεαροί Κουέντιν Ταραντίνο και Ρότζερ Άβαρι λαμβάνουν το Όσκαρ σεναρίου για το «Pulp Fiction» και είναι σαν τους Doors όταν τάραξαν απροειδοποίητα το εντελώς ανυποψίαστο κοινό στο Σιάτλ το 1994. Είναι σαν μία υπολογισμένη παρωδία των Doors εν πάση περιπτώσει: και οι δύο είναι ψυχάκια του σινεμά και δείχνουν με ανάγλυφο τρόπο πόσο λίγο ρόλο παίζει η απονομή ενός βραβείου στην εμμονή τους με τον κινηματογράφο. Ο Ταραντίνο το έκανε, σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, με το «Ντζάνγκο». Δείγμα για το πόσο ελάχιστα άλλαξε η βιοθεωρία του με πυρήνα τον εαυτό του.


4. Ο Φρανσις Φορντ Κόπολα, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ και ο Τζορτζ Λούκας είναι μαζί στο «παλκοσένικο», επειδή έφθασε επιτέλους η ρημάδα η ώρα που ο Μάρτιν Σκορτσέζε θα πάρει το Όσκαρ σκηνοθεσίας για τον «Πληροφοριοδότη». Τόσα χρόνια το Χόλιγουντ αρνούνταν στους αριστερούς τις τιμές, οπότε είπαν να δώσουν στον Σκορτσέζε το Όσκαρ για μία ταινία η οποία, επί της ουσίας, δεν είναι δική του! Είναι απλώς η αμερικάνικη έκδοση του κινέζικου «Σατανικές Υποθέσεις», το οποίο είναι απλώς ένα απίθανο δημιούργημα.


3. Ο Τσάρλι Τσάπλιν τιμάται για την προσφορά του στον κινηματογράφο. Εξορίστηκε από τις συντηρητικές  ΗΠΑ ως κομμουνιστής και φιλοεβραίος, είναι ίσως ο μεγαλύτερος προφήτης στην ιστορία του σινεμά και το μόνο Όσκαρ που είχε πάρει ως τότε ήταν... μουσικής για τα «Φώτα της Πόλης». Επέστρεψε στις ΗΠΑ, 20 χρόνια μετά τον διωγμό του (1953-1972) για να πάρει το βραβείο και οι καλεσμένοι έγιναν μάρτυρες μίας εντυπωσιακής στιγμής.


2. Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς κερδίζει το Όσκαρ β’ ανδρικού για τον «Ξεχωριστό Γουίλ Χάρντινγκ». Πέρα από τη δικαίωση ενός σπουδαίου ηθοποιού, το ξεχωριστό στην περίπτωση είναι η αντίδραση των Μπεν Άφλεκ και Ματ Ντέιμον, οι οποίοι έκαναν μαζί την ταινία. Πριν τους απορροφήσει το «lifestyle», βλέπεις δύο κινηματογραφιστές στο ξεκίνημά τους. Για τον Μπεν Άφλεκ έχω την καλύτερη δυνατή γνώμη, αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.


1. Η Σοφία Λόρεν φωνάζει «Ρομπέεεεερτο, Ρομπέεεεερτο» και ο Μπενίνι ανεβαίνει σε καρέκλες και χοροπηδάει για να πάρει το Όσκαρ καλύτερης ταινίας για το «Η ζωή είναι ωραία», που κατά τη γνώμη μου ήταν η κορυφαία ταινία της χρονιάς. Είναι η ωδή στη χαρά, ό,τι θα μπορούσε να σου ισιώσει μία μέρα που ολοφάνερα πήγαινε άσχημα. Και που δείχνει αυτήν την ανισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους. Η Λόρεν, στα τελειώματα της μέσης ηλικίας της, παραμένει ένα θηλυκό ασκιαγράφητο και στηρίζει ακόμα και τον προσδιορισμό «θεότητα». Σε κάνει να πιστεύεις στην ελιτίστικη ύπαρξη των γαλαζοαίματων και των βασιλιάδων. 


Οι σπασίκλες, η υποκρισία και η θεότητα Οι σπασίκλες, η υποκρισία και η θεότητα Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:05 PM Rating: 5
Powered by Blogger.