Ο θάνατος σου πάει πολύ


Κοιτάξτε τι έπαθα: περιπλανιόμουν στο facebook (και αυτό δεν είναι μόνο δόκιμο, είναι και ακριβές) και είδα το κείμενο που έγραψε η Δέσποινα σε μία ιστοσελίδα, με τίτλο «RIP Παντελής Παντελίδης» και με έζωσαν τα μαύρα φίδια.

Θεώρησα, σχεδόν αμέσως, ότι το κείμενο αναφέρεται σε εκείνο που συνέβη προ διημέρου, το οποίο προέκυψε με την εμπλοκή σε ένα στίχο τη λέξη «γκόμενα» και τη λέξη «Κατεχόμενα», ένα θέμα για το οποίο έγινε ψιλοχαμός, επειδή ουσιαστικά δεν έχουμε κάτι άλλο να ασχολούμαστε- και δεν κάνω πλάκα*. Μπήκα στο link με φούρια και το έκανα skimming, δηλαδή τη διαγώνια μέθοδο του διαβάσματος, αλλά χωρίς να διαβάσω ουσιαστικά. Κάτω από τον τίτλο υπήρχε η ημερομηνία γέννησής του και η 18η Φλεβάρη, που νόμιζα ότι η Δέσποινα την έβαλε για να δείξει πότε απομυθοποιήθηκε, λόγω αυτού που συνέβη στην Κύπρο. Και της έστειλα ότι με αυτόν τον τίτλο θα μπορούσε ο Παντελίδης να τους κάνει μήνυση και να τους πάρει την εταιρεία. Μετά είδα τα tweets, που είχαν παρατεθεί από κάτω. Και διαπίστωσα ότι το κείμενο γράφτηκε κυριολεκτικά. Ο Παντελίδης σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα.

*Θα έλεγα ότι είναι μία ευκαιρία να μην ασχολούμαστε με μαλακίες, αλλά η ανθρώπινη μνήμη, όταν πρόκειται να κατακρίνεις, είναι εξαιρετικά ασθενής. 

Πέρασαν δεν πέρασαν 5 λεπτά, κατεβαίνοντας το feed για να δω τους επικηδείους, και έπεσα πάνω σε ένα κείμενο για τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, που γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου του 1967. Πάτησα το λινκ επειδή υπέθεσα ότι θα είχε ένα αφιερωματικό βίντεο, το οποίο θα συνόδευε το ευχολόγιο. Υπήρχε, όντως, ένα βίντεο με τίτλο «Fantasista». Το παρακολούθησα. Και γύρω στο δεύτερο λεπτό άρχισα να αναρωτιέμαι αν έκανα σωστά που το παρακολουθούσα. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το συγκεκριμένο ζήτημα έγινε υπαρξιακό.

Για ποιο λόγο μπορούμε να θρηνήσουμε; Για τον καλλιτέχνη; Παρά το γεγονός ότι αν βρισκόσουν φτιαγμένος σε ένα μπαράκι που βασίζεται στα νεοελληνικά λαϊκοτράγουδα για να επιβιώσει, το να ακούσεις Παντελίδη θα σε απογείωνε, νομίζω ότι, όταν ξυπνούσες το επόμενο μεσημέρι, αυτή η ανάμνηση θα αναγόταν στην κατηγορία εκείνου του μηνύματος που έστειλες και δεν ήθελες ή δεν έπρεπε να στείλεις, αν και δεν θα είχε το ίδιο ποινικό υπόβαθρο. Όμως το ξέρεις ότι, σε μία ορισμένη στιγμή, ενδεχομένως να ούρλιαζες τους στίχους συντροφεύοντας τον ερμηνευτή. Για τον νέο άνθρωπο; Συγγνώμη, αλλά αυτό περιέχει ακόμα μεγαλύτερη υποκρισία από το να θρηνήσεις για τον καλλιτέχνη. Ο Μολώχ της ασφάλτου αδιαφορεί για ηλικίες, το ίδιο και το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενειών που σε στέλνουν στο νεκροτομείο. Φυσικά υπάρχει αρμονία και πολλοί άνθρωποι μεγαλώνουν φυσιολογικά, κάποιοι πεθαίνουν από γεράματα, παρόλα αυτά δεν νομίζω ότι θα θρηνούσες διαδηλώνοντας για τον 24χρονο Ν.Π. που σκοτώθηκε στο Αδράνιο, αφήνοντας πίσω την έγκυο γυναίκα του και το τριών μηνών παιδάκι του. Υπό την έννοια της στενοχώριας, δεν θα σου έκανε κάποια διαφορά εκτός από τον προβληματισμό του να μη συμβεί σε σένα, να είσαι προσεκτικός στο τιμόνι και να φοβηθείς λιγάκι. Προφανώς, ο θρήνος, στις μέρες μας, έχει τη μορφή της ανακοίνωσης ή, σε αρκετές περιπτώσεις, της γραφής ενός κειμένου. Είμαστε ακόμα στο σημείο που, λόγω της κοινωνικής αυθαιρεσίας και των σχηματισμών της, θεωρούμε το θάνατο ως τυχαίο γεγονός και όχι ως, όπως συμβαίνει στα αυτοκινητικά δυστυχήματα, έλλειψη χώρου σε συνδυασμό με την όξυνση των αισθήσεων.


Νομίζω ότι η επιθυμία να γράψεις κάτι στον προσωπικό λογαριασμό σου έχει να κάνει πρωτίστως με τη διασημότητα την οποία, επειδή δεν σεβόσουν καλλιτεχνικά, αναγόρευσες σε νέο παιδί και ξεμπέρδεψες. Χαίρομαι εκείνους που, αποστασιοποιημένοι από τα social media ή, ακόμα καλύτερα, βουτηγμένοι σε αυτά, παραδέχονται ότι τους αρέσει η μουσική και οι στίχοι του, η ιστορία της σύγχρονης Σταχτοπούτας, που κατάφερε να κάνει καριέρα με αφορμή την ερωτική απογοήτευση και με αιτία την ανάδειξη μέσα από ιστοσελίδα και που αμειβόταν αδρά στα κέντρα που τραγουδούσε και τα οποία ήταν πάντα γεμάτα. Τα ξημερώματα της 26ης Απριλίου ήμαστε εκεί, μαζί με τον Αντώνη- ήταν και η Κατερίνα κάπου- και θυμάμαι τον φίλο να με παρακινεί να προσέξω την είσοδό του, ώστε να αρχίσει το πρόγραμμά του. Έγινε της πουτάνας. Τα κορίτσια, με το τρόπαιο στο τραπέζι, τραγουδούσαν και χόρευαν και εμείς ήπιαμε βότκα με πορτοκάλι προς τιμήν τους. Είμαι αντίθετος στο να γιορτάζει μία ομάδα στα μπουζούκια, αλλά ξέρω ότι όταν έχεις καταθέσει ακούραστα την ψυχή σου στην προπόνηση για ένα μήνα και θέλεις να ξεσκάσεις, το να πας και να κάνεις τζέρτζελο εκεί που έχει πολύ κόσμο είναι αρκετά σημαντικό. Και, έπειτα, είναι η φάση που βρίσκεσαι. Πάντα μου άρεσαν τα καψουροτράγουδα ή εκείνα που μιλάνε για χωρισμούς και τα λοιπά. Υπάρχουν και κάποια, όπως το «Σώσε με» της σπουδαίας Ρίτας Σακελλαρίου, που έχουν «αποποινικοποιηθεί» στον κόσμο των κουλτουριάρηδων ή ακόμα και των ρεκτών του παλιού καλού ελληνικού τραγουδιού. 

Εμένα μου αρέσει το «Χειρότερα», το «Βρήκα το κλειδί» και, όταν το πρωτάκουσα, έπαθα πλάκα με το «Γυφτισσα μέρα». Αλλά, Θεέ μου: αυτό έγινε το 1997 και δεν ήξερα καν, ούτε με ενδιέφερε, τι τύπος ήταν ο Νότης Σφακιανάκης. Τώρα πρώτα μαθαίνεις τι πιστεύει για το παστίτσιο ο κάθε τραγουδιστής και έπειτα ακούς τη μουσική του. Και επειδή θέλεις να κρατήσεις το δικαίωμα στην πνευματικότητά σου, όταν συμβαίνει ένα αυτοκινητικό δυστύχημα όπως αυτό, αναφέρεσαι στην ηλικία. Είναι πράγματι σοκαριστικό: πριν ενάμιση μήνα έγινε χαμός για τα λουλούδια που έπεσαν στο μαγαζί που τραγούδησε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν τόση η ενέργεια των γεγονότων στα οποία συμμετείχε, που το σοκ για το θάνατό του έχει να κάνει κυρίως με αυτά. Όχι μόνο δεν ήταν απόμαχος ή συνταξιούχος, αλλά ήταν στο επίκεντρο των γεγονότων ενεργά, ένα από τα ονόματα που απασχόλησαν την ελληνική πραγματικότητα (η οποία είναι η πιο σπουδαία αθέλητη κωμωδία στον κόσμο) ακριβώς το τελευταίο διήμερο. Το σοκ έχει να κάνει με τις τελευταίες εξισώσεις.

Και πάλι, έχει αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει θάνατος που να κλονίσει σοβαρά τον κόσμο. Δηλαδή, εκείνη η Παρασκευή που πυροβόλησαν στο Τέξας τον Τζον Φίτζεραλντ Κένεντι, δεν επαναλαμβάνεται. Ο λόγος είναι απλός: σε εκείνη την περίπτωση οι άνθρωποι ξαμολήθηκαν στα μπαρ και στα μαγαζιά των συναθροίσεων, παρακολουθώντας τηλεόραση. Τώρα, η τηλεόραση δεν θα πει τίποτα: όταν βγει προς τα έξω ένας σοκαριστικός θάνατος, οι λεπτομέρειες δεν θα μας ενδιαφέρουν τόσο όσο το να γράψουμε τον δικό μας επικήδειο. Ο κόσμος, στη σύγχρονη μορφή του, που μετράει σχεδόν μία δεκαετία, λειτουργεί τελείως διαφορετικά σε τέτοια γεγονότα. Ασφαλώς μοιάζει λυπηρή η προσέγγιση, αλλά η σύγκριση είναι ανεπαρκής: η αθωότητα των Sixties είναι αναπόδεικτη. Διότι δεν πρόκειται για επιλογή, αλλά για ανεπάρκεια στα μέσα. Μας έλαχε να βρισκόμαστε εδώ που να μπορούμε να γινόμαστε το γραφείο Τύπου του εαυτού μας. Αυτό δεν είναι καλό, ούτε κακό (αν και μπορεί να είναι πρόστυχο και χυδαίο, υπό μία, όμως, έννοια· εκείνη της ανάδειξης, διότι δεν λυπούνται όλοι με το θάνατο κάποιου): είναι διαφορετικό. Και μία συνήθεια που, όταν την ασπαστείς, δε σε προβληματίζει, πια, κοινωνικά. Γκελάρει, απλώς, στα συναισθήματά σου, που ήταν πιο έντονα όταν δεν υπήρχαν όλα αυτά, αλλά που πρόκειται για καθαρή τύχη. Η διαφορετικότητα των συναισθημάτων και της απόδοσης τιμής έχει να κάνει, ξεκάθαρα, με το γεγονός ότι όταν μεγάλωνες δεν υπήρχαν τα μέσα που υπάρχουν τώρα. Αν υπήρχαν, ό,τι συμβαίνει τώρα, θα συνέβαινε και πριν από μισό αιώνα.
Ο θάνατος σου πάει πολύ Ο θάνατος σου πάει πολύ Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:28 PM Rating: 5
Powered by Blogger.