Once



«Όσο περισσότερο μιλάς, τόσο λιγότερο ακούνε οι άνθρωποι».

Μεγκ Γουάιτ, συνέντευξη στο περιοδικό «Rolling Stone»

***


Όταν έγινε η απονομή των Όσκαρ το 2007, η ταινία Once δεν είχε βγει στους κινηματογράφους. Για την ακρίβεια οι παραγωγοί της είχαν κατορθώσει να κλείσουν μία θέση στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Σάντανς και στις 20 Ιανουαρίου 2007 είχε παιχθεί για πρώτη φορά σε κινηματογράφο. Η ταινία ήταν ανεξάρτητης παραγωγής, της «Samson films». Σκηνοθέτης και σεναριογράφος ήταν ο Τζον Κάρνεϊ και παραγωγός η Μαρτίνα Λίλαντ. Tον Φεβρουάριο του 2007 το Once παίχθηκε στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Δουβλίνου, μια και είναι ιρλανδική ταινία. Μόλις τρεις μέρες πριν, δύο περίεργοι τύποι, ο Γκλεν Χάνσαρντ και η Μαργκέτα Ιργκλόβα, ανέβηκαν στην κεντρική σκηνή του «Kodak Theatre» του Χόλιγουντ, για να πάρουν το Όσκαρ για το τραγούδι «Falling Slowly», που μπήκε στην ταινία. Το τραγούδι, πιθανότατα, δεν το είχε ακούσει κάποιος από τους παρευρισκόμενους, αλλά είχε μπει στο άλμπουμ «The Swell Season», το οποίο ήταν των δύο παιδιών. Στις 25 Φεβρουαρίου 2007, ο Γκλεν Χάνσαρντ ήταν 36 χρονών και η Ιργκλόβα άκλειστα 20. Το κορίτσι από το Βαλάσκε Μεζιρίτσι της Τσεχίας έκλεισε τα 20 χρόνια του στις 28 Φεβρουαρίου 2007, άρα αυτήν την Κυριακή, σχεδόν ανήμερα της απονομής των Όσκαρ, έχει τα γενέθλιά του. Κλείνει τα 28 χρόνια του και μάλλον αυτή η μέρα και οι ευχές που συνεπάγονται θα το βρουν στο Ρέικιαβικ*.

*Η χρήση του Ρέικιαβικ, όσο και αν είναι γεγονός, μοιάζει περισσότερο με αφηγηματικό κόλπο. Πώς διάολο πετάχθηκε το Ρέικιαβικ, η πρωτεύουσα της Ισλανδίας, ανάμεσα σε τραγούδι που πήρε το Όσκαρ, μία ανεξάρτητη παραγωγή από την Ιρλανδία και ένα κορίτσι από την Τσεχία που έχει τα γενέθλιά του; Δεν θα μπορούσατε να το γνωρίζετε, αλλά είμαι περήφανος για αυτό. Κυρίως για το πώς ταίριαξε. Την επόμενη φορά δε θα σας το πω.

***

Όταν ακούω «ανεξάρτητη παραγωγή», στο μυαλό μου έρχεται ο Τζιμ Τζάρμους. Και μετά ο Λαρς φον Τρίερ, όχι επειδή είναι όντως ανεξάρτητες οι παραγωγές του, αλλά διότι έχει κάλο στο μυαλό και δεν θέλει να κάνει εκπτώσεις στη δουλειά του. Το «Δόγμα 95», άλλωστε, το οποίο εγκαθίδρυσε με τον Τόμας Βίντεμπεργκ, είχε να κάνει με τη νοοτροπία της απαγόρευσης στην εξέλιξη (και όχι στην πρόοδο). Δηλαδή, την απέχθεια προς τις διαφημίσεις στο σινεμά και την αναρχία στην παράδοση και την πλοκή των έργων. O Φον Τρίερ θα κλείσει τα 60 του στις 30 Απριλίου και μυαλό δεν έχει βάλει, χωρίς να σημαίνει ότι δεν βοήθησε νεότερους σκηνοθέτες. Ο Κρίστοφερ Νόλαν, από την άλλη, με τη γνώση των δεδομένων που καταπιάνεται στις ταινίες του, έχει εκατομμύρια δολάρια προϋπολογισμό για να κάνει ό,τι γουστάρει. Και όποιος πιστεύει ότι δεν έριξε τις απαιτήσεις του για να βρίσκεται ακόμα στη βιομηχανία, ανήκει στην Αλ Κάιντα.



Ο Τζιμ Τζάρμους, βεβαίως, είναι επίσης ένας κορυφαίος σκηνοθέτης. Σε δύο ταινίες του έχει τύχει να πάθω πλάκα με ισάριθμα κορίτσια. Στην πρώτη, το «Καφές και τσιγάρα», με τη Μεγκ Γουάιτ. Στη δεύτερη, το «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί», με τη Μία Βασικόφσκα. Στο πρώτο, το σκετσάκι με τον Τζακ Γουάιτ και τη Μεγκ Γουάιτ μίλησε για τον πηνίο του Νίκολα Τέσλα πριν προλάβει ο Νόλαν να κάνει την υπερπαραγωγή στο «Prestige». Όταν είδα το έργο, τον Ιούνιο του 2007, δεν είχα ιδέα ποιοι είναι αυτοί οι τύποι. Αλλά με ξετρέλανε η ερωτική απάθεια της Μεγκ. Η οποία ήταν η ντράμερ των Whitestripes. Και όπως μου είπε προσφάτως και με έστειλε ο φίλος μου ο Σπύρος, ο Τζακ Γουάιτ δεν λεγόταν Τζακ Γουάιτ, αλλά Τζον Άντονι Γκίλις. Έκανε το επώνυμό του Γουάιτ, όταν παντρεύτηκε τη Μεγκ, το 1996. Και μετά η τύπισσα έμαθε να παίζει ντραμς με τον τρόπο που ενεργούσε σε όλη τη ζωή της. Απλά. Το αποτέλεσμα ήταν να περάσει από την αρνητική κριτική μουσικών περιοδικών για αυτήν την απλότητα. Αλλά δεν μπορείς να καταδικάσεις κάποιον που έχει στο μυαλό του το ροκ εν ρολ με ένα συγκεκριμένο τρόπο, εκτός αν αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος δεν αφορά στο ροκ εν ρολ. Εκεί η συζήτηση δεν βγάζει νόημα, εκτός κι αν είσαι πολύ τυχερός και, μέσα από την αθέλητη κωμωδία της, «φωτογραφίσει» ένα σουρεαλιστικό δρώμενο.

Ο όρος «ερωτική απάθεια» δεν είμαι σίγουρος ότι με ικανοποιεί. Στο μυαλό μου, η Μεγκ είναι ο ορισμός της femme fatale, με τρόπο που οι περισσότερες λαμπερές σταρ στα φιλμ νουάρ δεν μπορούν να γίνουν. Έχει μία ερωτική στωικότητα, την οποία αφήνει να ρέει μέσα στη σιωπή, αλλά δεν είναι ωχαδελφισμός ή αδιαφορία. Απλώς υπάρχει ως μέρος της επίγνωσης πως ό,τι πρόκειται να γίνει, θα γίνει αργά ή γρήγορα, χωρίς να μπορεί να το σταματήσει, αλλά και πως δεν είναι απαραιτήτως μέρος της μοίρας αλλά των πράξεων, μέσα στις τέσσερις διαστάσεις.
Ποιος, μέσα σε αυτήν την ερωτική παθητικότητά της, μέσα στη σιωπή της και στο χάρισμα της καλής ακρόασης που δεν θα έφερνε απαραιτήτως μία απάντηση ή κάποια συμβουλή, ποιος, μέσα στη συνολική εσωστρέφεια η οποία δεν ήταν αποτέλεσμα, ωστόσο, κλειστού νου αλλά της άποψης ότι αν δεν γίνεται κάτι σημαντικό, δεν χρειάζεται να το μοιράζεται, δεν θα ερωτευόταν με πάθος τη Μεγκ Γουάιτ; Και ποιος δεν θα τη χώριζε;

***

Είδα το Once λίγο πριν τις 14 Φλεβάρη του φετινού έτους και εξαιτίας του Gamato, που έβγαλε μία λίστα με τις 36 κορυφαίες ταινίες για ερωτικές ιστορίες. Η οροφή για μένα είναι η τριλογία των Ίθαν Χοκ και Τζούλι Ντελπί, έστω κι αν η πρώτη μοιάζει ωραιότερη επειδή ήταν κατά πολύ νεότεροι, λίγο πιο συναρπαστικοί και η ιστορία διαδραματιζόταν στη Βιέννη. Αυτό δεν είναι παρά κατάλοιπο της συμβολικότητας της ανδρικής κυριαρχίας, διότι η Ντελπί ήταν απίθανη και στα δύο υπόλοιπα μέρη- και ειδικά στο τρίτο, που με εντυπωσιακό τρόπο απεικονίζεται την κρίση της μέσης ηλικίας και γδύνεται μπροστά στην κάμερα για να αποτυπώσει τη ζοφερή πραγματικότητα της βαρύτητας.
Αλλά και το Once είναι σπουδαία ερωτική ιστορία. Με προϋπολογισμό 112.000 λιρών και με γύρισμα από δύο κάμερες χεριού. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ είπε, όταν την είδε, ότι «η θετική επιρροή που μου άσκησε η μικρή ταινία Once  με φθάνει ως το τέλος της χρονιάς», για να απαντήσει ο Κάρνεϊ ότι, «στο τέλος της μέρας, ο Σπίλμπεργκ είναι ένας άνδρας με γενειάδα». Και σπουδαία, την κάνει η παρουσία της Μαρκέτα Ιργκλόβα.



Η Τσέχα προσγειώνεται περίεργα μέσα στην ταινία στο μάτι του θεατή. Έχει περίεργη μύτη και κυρίως ό,τι είχε πει ο Τζακ Λέμον στη Σίρλεϊ ΜακΛέιν στην «Ίρμα»: «Νόμιζα ότι είσαι γλυκιά, αλλά έκανα λάθος: είσαι όμορφη». Όσο περνάει η ώρα, η Μαρκέτα γίνεται όλο και πιο όμορφη. Αδύνατον να φανταστείς ότι με τον Γκλεν έχουν 15 χρόνια διαφορά. Χωρίς βιασύνη, η ίδια παραθέτει όλο το ρεπερτόριο και η σκηνή που τραγουδάει στο δρόμο με τις πιτζάμες είναι φανταστική. Στα μάτια της βλέπεις τη μελαγχολία όλου του ανατολικού μπλοκ, σαν η μέρα που γεννήθηκε να σηματοδότησε την αρχή του τέλους του. Νιώθεις ότι έρχεται από κάπου μακριά και, παρ’ όλα αυτά, δε χρειάζεται να μας συστηθεί. Στα Όσκαρ, όταν ο Γκλεν Χάνσαρντ τελείωσε το λόγο του, ευχαριστώντας για την τιμή που έγινε σε εκείνους και σε όλους τους ανεξάρτητους μουσικούς, το μουσικό σήμα έπεσε πριν προλάβει να μιλήσει η Μαρκέτα. Φεύγοντας έκανε μία χειρονομία με αποδοχής, του στυλ, «έτσι είναι η ζωή». Λίγη ώρα αργότερα ο Τζον Στούαρτ την παρουσίασε, ώστε να πει εκείνα που ήθελε. Ίσως να μην ήθελε να πει κάτι, αλλά η Ακαδημία ούτως ή άλλως θα βρισκόταν εκτεθειμένη. Η Μαρκέτα μίλησε για τον δρόμο που άνοιξε σε όλους τους ανεξάρτητους μουσικούς. Η Ακαδημία χώρεσε αυτό το επιπλέον λιγότερο από λεπτό στο πρόγραμμά της.

***

Καλοκαίρι του 2007 στο Σάουχεϊβεν του Μισισιπί και η Μεγκ Γουάιτ πλησίασε τον Μπεν Μπλάουκγουελ, ανιψιό του Τζακ Γουάιτ και βιβλιοθηκαρίου του συγκροτήματος «Whitestripes» και του είπε: «Αυτή είναι η τελευταία παράσταση των “Whitestripes”». Τη ρώτησε αν εννοεί στην περιοδεία και του απάντησε: «Όχι, νομίζω ότι αυτή είναι η τελευταία παράσταση, οριστικά». Στις 11 Σεπτεμβρίου του 2007 η επίσημη ιστοσελίδα του συγκροτήματος έβγαλε ανακοίνωση με την οποία ακύρωνε 18 παραστάσεις σε περιοδεία λόγω «κρίσης πανικού που έπαθε η Μεγκ Γουάιτ». Την επόμενη μέρα, ακυρώθηκε και η περιοδεία στο Ηνωμένο Βασίλειο.



Τον επόμενο Ιούνιο η Μεγκ Γουάιτ εμφανίστηκε με τους «Ρακοντέρς», μία από τις μπάντες που συμμετείχε ο Τζακ Γουάιτ, στο Ντιτρόιτ, όπου και μεγάλωσε. Στις 20 Φεβρουαρίου 2009, στο τελευταίο «Late Night Show» του Κόναν Ο’ Μπράιεν, τραγούδησαν το «We Are Going to Be Friends», που αποδείχθηκε το τελευταίο λάιβ των «Whitestripes». Η Μεγκ έπαιξε κιθάρα και έκανε σεκόντο στο ρεφραίν.

***

Η Μαρκέτα Ιργκλόβα γνώρισε τον Γκλεν Χάνσαρντ στα 13 της. Ο πατέρας της οργάνωσε ένα φεστιβάλ μουσικής στην Τσεχία και είχε κλείσει τους «Frames», στους οποίους ο Χάνσαρντ ήταν μέλος. Τη βοήθησε πολύ, για να αναδειχθεί ως μουσικός και στιχουργός. Αλλά ρομαντικά δεν ήρθαν κοντά, παρά μόνο στα γυρίσματα του Once. Η ερωτική ιστορία τους άρχισε το 2006. Και θα μπορούσε να ζήσει εις το διηνεκές, αφού τον Φεβρουάριο του 2007 κέρδισαν το Όσκαρ. Μόνο που η εξιδανίκευση είναι, συνήθως, το πρώτο σημάδι του χωρισμού. Το 2009 χώρισαν. Το 2011 η Ιργκλόβα παντρεύτηκε τον Τιμ Ίσελερ και το 2012 πήραν διαζύγιο. Ήταν τότε που γνώρισε το νυν σύντροφό της, τον Ισλανδό Στούρλα Μίο Πόρισον, με τον οποίο ζουν στο Ρέικιαβικ, παρέα με τα δύο παιδιά τους, την Αρβάιγκ των 2,5 ετών και τον Έιβιντουρ, που γεννήθηκε τον προηγούμενο Αύγουστο.
Η Μεγκ Γουάιτ ήταν 21 όταν παντρεύτηκε τον Τζακ Γουάιτ. Το ζευγάρι χώρισε το 2000, δηλαδή μετά από 4 χρόνια γάμου, λίγο πριν οι Whitestripes γνωρίσουν επιτυχία διεθνώς. Ο Τζακ Γουάιτ την υπερασπίζεται κάθε ώρα της κάθε μέρας και το τραγούδι που επέλεξαν στον Κόναν δεν ήταν τυχαίο: τον Μάιο του 2009 η Μεγκ Γουάιτ παντρεύτηκε τον Τζάκσον Σμιθ, γιο της θηλυκής Πάτι Σμιθ, στο Νάσβιλ, στην αυλή του σπιτιού του Τζακ. Χώρισαν τον Ιούλιο του 2013.

Η Μαρκέτα Ιργκλόβα και η Μεγκ Γουάιτ είναι από το ίδιο υλικό. Ο κίνδυνος που υπάρχει, όταν πας να μπλέξεις μαζί τους, δεν γίνεται εύκολα αναγνωρίσιμος, διότι ο ενθουσιασμός σου για τις παρουσίες τους σπάει όλα τα κοντέρ. Δεν σε προκαλούν ούτε σε προσκαλούν, αλλά εσύ ξέρεις ότι κάνουν λάθος, ότι είσαι ο κατάλληλος για αυτές. Και μετά προσπαθείς να διεισδύσεις στην προσωπικότητά σου και αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό για το οποίο τρελαινόσουν είναι εκείνο που πια σε ενοχλεί. Θέλεις να σταματήσει, να μιλήσετε σαν άνθρωποι. Είσαι άδικος, όμως και στο τέλος αντιλαμβάνεστε και οι δύο πως δεν πάει άλλο. Η Μεγκ και η Μαρκέτα δεν θα σου κρατήσουν κακία. Θα φύγουν με τον ίδιο τρόπο που σε άφησαν να έρθεις: με την εκφραστικότητα στο βλέμμα και όχι στην ομιλία τους. Μέσα στη δημιουργική σιωπή που πάντα υπήρχε (και απλώς δεν μπόρεσες να έχεις επαφή μαζί της συνεχώς). Και θα τις αναζητήσεις, διότι μπορεί να μη δούλεψε η σχέση μεταξύ σας, αλλά είναι τα πιο σημαντικά κομμάτια για τη ζωή σου. Αυτό είναι κάτι που δεν πρόκειται να σου πει κάποιο λεξικό σχέσεων, το οποίο προσδιορίζει τη «μοιραία γυναίκα» με τρόπο λανθασμένο, απλώς επειδή στο λήμμα δεν αναγνωρίζει το αληθινό μοιραίο μίας Τσέχας και ενός κοριτσιού από το Ντιτρόιτ. Κακό δικό του.
Once Once Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:03 PM Rating: 5
Powered by Blogger.