Στον κόσμο του Ρέι Χάντσον


Το Κόπα Αμέρικα, μία διοργάνωση που έπρεπε να δείχνει η τηλεόραση ως εκπαιδευτικό ποδοσφαιρικό πρόγραμμα, διοργανώθηκε το καλοκαίρι του 2015 στη Χιλή. Τις προάλλες διαφωνούσα με το φίλο μου τον Αντώνη για το γεγονός ότι το χαρακτήρισα «το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Λατινικής Αμερικής». Ωστόσο, ανεξαρτήτως της ποιότητας και του βαρύτιμου του τίτλου, δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο. Αφορά σε μία ήπειρο, με τις ομάδες της, έστω και αν αυτές, στην τελική φάση, είναι μόνο 12.
Το δίκτυο BEin Sports έχει μεγάλη απήχηση στους στρίμερς. Καταρχάς, δεν έχεις δικαιολογία όταν υπάρχει ένα παιχνίδι που θέλεις να δεις, δεν το δείχνει η τηλεόραση και έχεις υπολογιστή και ίντερνετ: ο κόσμος του διαδικτύου στηρίζεται στην πειρατεία, για αυτό το να γραφτείς με συνδρομή στο Netflix δεν έχει νόημα, αφού μπορείς να δεις όποια σειρά του συγκεκριμένου δικτύου θέλεις. Όλα τα παιχνίδια που είδα από το Κόπα Αμέρικα, περιλαμβανομένου και του τελικού της διοργάνωσης, δεσμευόντουσαν από το BEin Sports. Και είχα την τύχη να τα απολαμβάνω με το σχολιασμό ενός παλιού Άγγλου ποδοσφαιριστή, του Ρέι Χάντσον, ο οποίος δεν έγινε κατά διάνοια σπουδαίος παίκτης όσο σημαντικός είναι ως σχολιαστής.

Ένα μείζον ζήτημα είναι η γλώσσα. Και ένα άλλο η ταυτότητα. Όσο είμαστε υπήκοοι ενός κράτους ή δεσμευόμαστε σε μία πατρίδα, τόσο σε κάποιο νοητικό βάθος σιχτιρίζουμε τα κακώς καμωμένα μέσα στην πατρίδα. Τώρα, αν κάποιος που έρχεται έξω από αυτή διατυπώσει ακριβώς την ίδια γνώμη με εμάς, γινόμαστε έξαλλοι. Και αυτό περισσότερο αφορά σε θέμα ιδιοκτησίας, παρά σε κάποια ακαμουφλάριστη αγάπη.

Όταν, ωστόσο, απολαμβάνεις κάποιον Άγγλο σχολιαστή ή έναν δημοσιογράφο που βρίσκεται στην περιγραφή ενός παιχνιδιού, ίσως να μην μπορείς να αναλογιστείς ότι στην Ελλάδα υπάρχει κάτι πανομοιότυπο, κάτι που δεν αποδέχεσαι. Αποδίδεις στον ξένο τα μυστικά της τεχνοκρατίας και το γεγονός ότι σε κάνει να αισθάνεσαι όμορφα, περισσότερο από ό,τι στον συντοπίτη. Ένα από τα μυστικά της ελληνικότητας είναι η έλλειψη παραδοχής για το γεγονός ότι κάποιος, που μιλάει την ίδια γλώσσα με σένα, ξέρει περισσότερα πράγματα από σένα ή είναι κατάτι πιο ικανός.

Ο Ρέι Χάντσον είναι ένας τύπος που δεν κάθεται στα αυγά του. Αφορμή για αυτό το κείμενο αποτέλεσε ένα βίντεο που πέτυχα στο youtube (στην κυριολεξία, διότι ήρθε και εγκαταστάθηκε στο λογαριασμό μου σαν περιστέρι στα κάγκελα του μπαλκονιού του σπιτιού μου), στο οποίο ακούγεται, σε διάφορα παιχνίδια της Μπαρτσελόνα, να αποθεώνει τον Λιονέλ Μέσι. Υπήρχαν και άλλα, περισσότερα, βίντεο, που εστίαζαν στη σχέση του με τον Μέσι και τους απίθανους, πομπώδεις, χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιεί όταν ο Αργεντινός κάνει θαύματα στον αγωνιστικό χώρο- κάτι που συμβαίνει παραπάνω από πολύ συχνά. Είναι άδικο, για τον ίδιο, να συνδέεται με αυτόν τον τρόπο με τον Μέσι, διότι ο άνθρωπος, είτε δοξάζεται για το πάθος του είτε γελοιοποιείται για τον ίδιο ακριβώς λόγο (και αφού ο κόσμος έχει μάθει να διαφωνεί με την οπτική που χρησιμοποιούσε ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στις ταινίες του, εννοείται ότι θα είναι επικριτικός με κάτι ευκολότερο, που του δίνει τροφή), δεν κάνει διαχωρισμούς. Δεν είναι ένας ιεροκήρυκας των κατορθωμάτων του Μέσι- αν και αυτή μοιάζει να είναι ιδέα εκπληκτική- στον αγωνιστικό χώρο. Κάθε φάση η οποία θα έχει ένα συνδυασμό, μία προσωπική ντρίμπλα, μία κίνηση χωρίς την μπάλα, θα ανεβάσει τα ντεσιμπέλ της φωνής του, η οποία είναι λεπτή και μόνο η δύναμή της την κάνει να ξεχωρίζει από εκείνη ενός ανθρώπου που πέρασε βήχα.

Ζήλεψα από τις περιγραφές του σε παιχνίδια όπως το Χιλή-Κολομβία, την Ουρουγουάη: ο άνθρωπος απλώς δεν έχει ανεβάσει καθόλου τον πήχη σε αυτό που τον ευχαριστεί.

Να βλέπεις εξαιρετικά συχνά ένα θέαμα, κάτι δηλαδή που γίνεται να τεθεί υπό την εποπτεία σου ή ακόμα και από το βλέμμα σου, σημαίνει ότι παίρνεις το ρίσκο να το βαριέσαι κάπου κάπου. Σημαίνει, επίσης, ότι αλλάζεις κατάτι την οπτική της θέασης απέναντι στο εμφανιζόμενο.



Παρακολούθησα, λόγου χάρη, το τελευταίο ματς του Στέφεν Κάρι ως sophomore (δηλαδή τη δεύτερη χρονιά του) στο Ντέιβιντσον απέναντι στο Τζόρτζταουν. «Παρακολούθησα» σημαίνει ότι το είδα σε live χρόνο, την ώρα που γινόταν, μέσα από την επίσημη ιστοσελίδα του NCAA και πριν βάλει η συγκεκριμένη ιστοσελίδα αυτήν την αστεία απαγόρευση για προβολή στην Ελλάδα (πιθανότατα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Αλβανία, Γεωργία, Καζακστάν, Αζερμπαϊτζάν, δηλαδή σε σύνορα Ευρώπης και Ασίας). Ήταν ένα θαύμα για τον θεατή. Διάβασα ό,τι μπορούσα για τη Cinderella της τελικής φάσης της διοργάνωσης και τον επόμενο χρόνο δεν αντάμωσα ξανά με τον Κάρι, διότι αν θέλω να ρίξω ένα βλέφαρο στο κολεγιακό πρωτάθλημα, θα ρίξω στη March Madness, όπως αν θέλω να δω μπέιζμπολ, θα δω ταινίες που βασίζονται στο μπέιζμπολ, διότι το μπέιζμπολ δεν βλέπεται.

Και έπειτα, τον πέτυχα στο ΝΒΑ. Παρακολούθησα καμιά τριανταριά φορές ένα ξέσπασμα στα play off με τους Ντένβερ Νάγκετς, το 2013 κι άλλες τόσες στιγμιότυπα από ένα σπουδαίο σόλο με τους Σαν Αντόνιο Σπερς. Πέρυσι και φέτος, όπως όλοι γνωρίζουμε, ο Κάρι σηκώνει όλο τον κόσμο στο πόδι με αυτά που κάνει. Μπορείς να τον δεις να σκοράρει από το λόγκο του γηπέδου, λίγο μετά το κέντρο του ή να βάζει τρίποντα από τα 8 και τα 9 μέτρα μετά από ντρίμπλα πίσω από την πλάτη. Αυτά που κάνει, είναι εκπληκτικά.

Όμως, πιάνω τον εαυτό μου να μην ενθουσιάζεται (πέραν αριστουργηματικών περιπτώσεων που θα έπρεπε να διδάσκονται στις σχολές καλών τεχνών, όπως τις δύο ντρίμπλες πίσω από την πλάτη που έριξαν τον Κρις Πολ κάτω ή το σλάλομ ανάμεσα σε όλη την άμυνα των Κλίπερς). Ο λόγος είναι ότι το φωτοστέφανο, το οποίο αναμφισβήτητα φωτίζει αυτόν τον παικταρά, απορροφήθηκε πρωτίστως και έπειτα έγινε συνήθεια για τον εγκέφαλό μου. Το ίδιο συνέβη και με τον Μπλέικ Γκρίφιν και τη «Lob City» των Κλίπερς. Πλέον, στη δεύτερη back door στην οποία καρφώνει ο ΝτεΆντρε Τζόρνταν, όχι μόνο βαριέμαι αλλά, αναρωτιέμαι αν αυτό ήταν κάτι που ήθελα να συμβεί.

Όταν ακούω τον 60χρονο (πολύ μακριά από παλιμπαιδισμούς και με το μυαλό του να δουλεύει) Χάντσον, που για να παίξει μπάλα έπρεπε να φύγει για τις ΗΠΑ, να αποθεώνει τον Βολιβιανό επιθετικό που έκανε ποδιά στον Περουβιανό αμυντικό με τον ακριβώς ίδιο τρόπο που αποθεώνει τον Μέσι, τότε ζηλεύω. Θέλω και εγώ αυτήν την ανεπηρέαστη αθωότητα, που κάνει τον συγκεκριμένο σχολιαστή να μπορεί, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, να δίνει τον ίδιο τόνο σε ένα ματς της πρώτης αγωνιστικής του Κόπα Αμέρικα και στον τελικό της ίδιας διοργάνωσης και να επαινεί παίκτες ακόμα και για τις εκτελέσεις πέναλτι. Βεβαίως, υπάρχουμε ολοι εμείς που, προς χάρη της αξιολόγησης, θα τον επικρίνουμε, αλλά όταν διαθέτεις κάτι τέτοιο, όταν μπορείς να αποκαλείς «magisteeerial» μία ντρίμπλα και μυθοποιείς μία πολύ καλή σέντρα, δείχνοντάς μας με αυτόν τον τρόπο ότι υπάρχει κάτι που δεν βλέπουμε ή που δεν βλέπουμε πια, τότε έχεις ακόμα μία σχετική σύνδεση με τα παιδικά χρόνια σου και τον τρόπο που τότε ενθουσιαζόσουν από το ποδόσφαιρο.

Κι ενώ δεν υπάρχει αμφισβήτηση στο γεγονός ότι μέχρι να πεθάνουμε τα ματς θα μας έχουν στα αίματα με τον ίδιο τρόπο που θα μας έχει μία 20χρονη λίγο μετά τα 40, δεν θα μπορούμε να βρίσκουμε αυτό που βρίσκει ο Ρέι Χάντσον κάθε μέρα: τη «μαγευτική» οπτική γωνία που τον κάνει να χαρακτηρίζει θεσπέσια μία ραμπόνα. Όταν αποκαλείς υψηλές λέξεις τις ευτελίζεις μέσω της τριβής, αλλά όχι ο Άγγλος σχολιαστής: δεν υπάρχει κάποια όχληση για κάποιον που το δώρο του προς εσένα είναι να σε γυρίζει χρόνια πίσω, όταν αρκούσουν στο τίποτα για να χάσκεις επειδή γνώριζες ότι το τίποτα είναι κάτι.

Στο ρόλο του properman
ο Λευτέρης Ελευθερίου
Στον κόσμο του Ρέι Χάντσον Στον κόσμο του Ρέι Χάντσον Reviewed by Proper Man on 1:30 PM Rating: 5
Powered by Blogger.