Ένα ξεχασμένο αριστούργημα: True Romance

Κεφάλαιο πρώτο: η συνάντηση

Η έννοια του «κουλ» ξεφτίζει σιγά σιγά, όσο αναζητούνται χαλαροί τύποι που κινούνται, γύρω σε αυτήν τη χαλαρότητα, με επιτήδευση. Η λέξη «κουλ» αναφέρεται, πια, τόσο συχνά, που χάνει το νόημά της. Ο κόσμος δεν προστατεύεται από το τι θα έπρεπε να θεωρείται κουλ. Με αποτέλεσμα να μπερδεύεται με τον ωχαδελφισμό.
Κουλ είναι ο τύπος που δουλεύει για να τεμπελιάζει την επόμενη μέρα. Κουλ είναι ο Ρότζερ Φέντερερ όταν χαιρετάει τον κόσμο μετά από νίκη του σε Γκραν Σλαμ ή την ώρα ενός drop shot. Ο Μπιλ Μάρεϊ, σχεδόν παντού.

Και όποιος θέλει να δει κάτι κουλ στα Όσκαρ, ας παρακολουθήσει τον Κουέντιν Ταραντίνο να μιλάει στα Όσκαρ στις 27 Μάρτη του 1995 παρέα με τον Ρότζερ Έιβερι, αλλά και στις 24 Φεβρουαρίου 2013, όταν κέρδισε τα Όσκαρ σεναρίου για το «Pulp Fiction» και το «Django Unchained».

Με το «H8ful Eight» δεν ξέρω τι θα γίνει. Δεν γνωρίζω, καν, αν θα κερδίσει βραβεία. Αλλά αυτό που γνωρίζω είναι ότι, με συγκεχυμένη την ημερομηνία στην οποία θα πάω να το δω και με τη σιγουριά ότι βρίσκεται στους κινηματογράφους από τις 6 Ιανουαρίου, αποφάσισα να προβώ σε ένα… ταραντινικό flash back, λίγο ξεχωριστό. Να μην παρακολουθήσω, δηλαδή, τις πιο γνωστές ταινίες του, με τις οποίες, εξάλλου, δεν χρειάζεσαι ιδιαίτερη αφορμή για να συνδεθείς, αλλά με κάποιες λιγότερο γνωστές, που είναι περισσότερο καθοριστικές για το μύθο του. Τον οποίο δεν βρίσκω στον τρόπο που κρατάει, στο λυκαυγές της δημιουργίας μίας ταινίας του, τον κόσμο σε αναμονή, αλλά στο γεγονός ότι ανήκει σε μία σπάνια κατηγορία ανθρώπων. Ουφ. Θα είναι μακρύς ο δρόμος του word.

Το 1992 αποτελεί, για την καριέρα του, ένα χρόνο ορόσημο. Ο Ταραντίνο ήταν νεαρός, άκλειστα 30, είχε κάνει μία αποτυχημένη σκηνοθετική απόπειρα με τα «Γενέθλια του καλύτερού μου φίλου» και δεν τα είχε καταφέρει. Το 1992, όμως, είχε ήδη δύο έτοιμα σενάρια. Το πρώτο ήταν για μία ταινία με τίτλο «Reservoir Dogs». Το δεύτερο, για μία ταινία με τίτλο «True Romance». Και βρέθηκε σε στούντιο, την ώρα των γυρισμάτων μίας ταινίας του Τόνι Σκοτ, του Last Boy Scout, ενός σκηνοθέτη ταινιών δράσης, με σκοπό να του δώσει τα σενάρια για τα δύο επικείμενα έργα των οποίων τα σενάρια έγραψε. Ο Σκοτ ήταν πρώτο όνομα στον χώρο των ταινιών δράσης. Όταν ο Ταραντίνο, τον οποίο o Σκοτ περιέγραψε ως «ιδιότροπο», έφθασε στο στούντιο, είχε παρέα τον βοηθό σκηνοθέτη της ταινίας που γύριζε, ο οποίος του είπε, «πρέπει να διαβάσεις αυτά τα σενάρια». Ο Σκοτ απάντησε, «ναι καλά». Ο Ταραντίνο, που ήξερε ότι είναι έγκλημα να «είσαι κανένας και να δίνεις σενάρια για να τα διαβάζουν», είχε βάλει έντονους διαλόγους στις πρώτες σελίδες. Του είπε, «Τόνι, διάβασε τις τρεις πρώτες σελίδες και αν δεν σου αρέσουν, πέτα τις». Ο Σκοτ πήρε τα σενάρια μαζί του σε ένα ταξίδι στην Ευρώπη και, «ενώ είμαι κακός αναγνώστης, διάβασα και τα δύο. Όταν προσγειωθήκαμε, ήθελα να κάνω και τις δύο ταινίες».

Το είπε στον Ταραντίνο. Και του απάντησε: «Μπορείς να κάνεις μόνο μία».

Διάλεξε το True Romance.


Κεφάλαιο δεύτερο: οι διαφορές

Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1993, το True Romance βγήκε στα σινεμά. Ο Ταραντίνο είχε ενστάσεις για διάφορα στην ταινία. Για τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους, αφού δεν είχε στο μυαλό του τον Κρίστιαν Σλέιτερ και την Πατρίτσια Αρκέτ. Αλλά η ταινία είναι του σκηνοθέτη και αυτός μπορούσε να κάνει τις αλλαγές που ήθελε. Ο Ταραντίνο σκεφτόταν την Τζόαν Κιούζακ ως Αλαμπάμα και τον Ρόμπερτ Κάρανταϊν ως Κλάρενς. Ο Σκοτ, δε, ήθελε την Ντρου Μπάριμορ για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Είχε φωτογραφίες της στο γραφείο του, στις οποίες φορούσε μίνι φούστες. Αλλά, σχεδόν 10 χρόνια μετά τον «Ε.Τ.», η Μπάριμορ δεν ήταν διαθέσιμη.

 Η μεγάλη διαφορά του σεναρίου και της ίδιας της ταινίας ήταν το τέλος. Εδώ, δυστυχώς, επειδή δεν γίνεται ο λόγος για το «Oceans 11», μία πολύ γνωστή ταινία, δεν γίνεται να αποκαλυφθεί η διαφορά του τέλους, αλλά υπήρχε. Ο Q το είχε αλλιώς στο μυαλό του, ως παιδί του, αλλά εδώ πρόκειται για τη διαλεκτική μέθοδο. Δηλαδή εκείνη που παράγεις έναν μονόλογο προς κάποιον, με την προϋπόθεση ότι εκείνος δεν θα μιλήσει καν. Το True Romance ήταν, τη στιγμή εκείνη, ένα εφόδιο για να μπει στη βιομηχανία του θεάματος, αλλά και, φυσικά, παρέμεινε ένα από τα εγχειρήματα που σίγουρα τον συγκινούσαν. Το θέμα με τον Q δεν έχει να κάνει μόνο με τις προοπτικές της καριέρας του. Οι φανατικοί θαυμαστές του δεν βλέπουν, μόνο, έναν αξιοσημείωτο σκηνοθέτη ο οποίος, στο μυαλό τους, βρίσκεται στο απυρόβλητο. Βλέπουν μία πορεία ενός παιδιού-θαύμα, το οποίο ζει στο δικό του κόσμο και προσπαθεί να ενσαρκώσει τις φαντασιώσεις του. 


Κεφάλαιο τρίτο: Η παράνοια

Το θέμα, λοιπόν, δεν βρίσκεται στο πόσο καλός σκηνοθέτης είναι και πώς οι ταινίες του (από το Jackie Brown έως το Inglourious Basterds) αντανακλούν στο κοινό. Αλλά περισσότερο κάτι δυσεύρετο στην κοινωνία: δηλαδή πώς κάποιος που θέλει να κάνει κάτι συγκεκριμένο στη ζωή του από τότε που είναι 5 χρονών και όλες οι κινήσεις του μοιάζουν με υφάντρες που φτιάχνουν ένα όμορφο χράμι προκειμένου να το πετύχει, καταφέρνει και κάνει ακριβώς αυτό που θέλει, υπολογίζοντας και τους εξωγενείς παράγοντες, τους ανθρώπους που θα του ζητήσουν να συμβιβαστεί, τους ηθοποιούς που θα του πουν «όχι», σε ερώτηση για το αν θα συμμετάσχουν στις ταινίες του. Ολότελα διαφορετικός από κάθε άλλο κινηματογραφάνθρωπο, ο Ταραντίνο δεν έκανε προσπάθεια να κρύψει το σπασικλίστικο στυλ του, την περιθωριοποιημένη προσωπικότητά του. Το γεγονός ότι όλη τη ζωή του ήθελε να γίνει, όταν μεγαλώσει, ακριβώς αυτό που έγινε (χωρίς, καν, να μεγαλώσει εντελώς) και ότι μία από τις τρεις ταινίες που τον επηρέασαν περισσότερο για να γνωρίζει ακριβώς τι ήθελε να κάνει στα δικά του έργα από πολύ νεαρή ηλικία ήταν το «Abbott and Costello meet Frankenstein», παραγωγής 1948, επειδή συνδύαζε τον τρόμο με τη φυσική κωμωδία, δείχνει μία παράνοια.
Κοιτάξτε: δεν ξέρω τι γινόταν παλιά και δεν μπορείς ακριβώς να ακούς εκείνους που ζούσαν παλιά για να σου πουν τι γινόταν. Εδώ νομίζω ότι εμείς, παιδιά που περάσαμε ολόκληρη την εφηβεία τη δεκαετία του ’90, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι συνέβαινε τότε ακριβώς και να αποτυπώσουμε το zeitgeist με έναν τρόπο που δεν έχει συναισθηματισμό. Αλλά, πάλι, νομίζω ότι από πάντα (ή, εν πάση περιπτώσει, από τότε που υπήρχαν κοινωνίες) ο άνθρωπος δυσκολευόταν να αποφασίσει τι είναι εκείνο που θέλει να δημιουργήσει. Ο Ταραντίνο μιλάει γιατο παρελθόν σαν να ζούσε εντελώς μόνος του και αυτό ίσως έχει ακριβώς την ίδια πρακτικότητα με τον τρόπο που συνέβη: οι γονείς του τον έφεραν στον κόσμο και εκείνος βρέθηκε εδώ για να απολαμβάνει τον κόσμο των ταινιών ως αναγνώστης, ως θεατής, ως ακροατής και, φυσικά, ως δημιουργός. Και αυτό δεν έχει κάτι το ποιητικό, μέσα του, παρά το περισσότερο σαρκαστικό. Δεν χρησιμοποιεί τη μνήμη του και τις απέραντες κινηματογραφικές γνώσεις του με τον τρόπο που το έκανε ο Όρσον Γουέλς, μόνο και μόνο δηλαδή για να καθηλώσει το κοινό του, αλλά επειδή τον βοηθάει να συνεννοείται. Το ξέρω ότι πρόκειται για θεάματα και μονίμως την «πατάω» με τις λεπτές αποχρώσεις των ερμηνειών των καλεσμένων σε σόου και συνεντεύξεις, αλλά εδώ πρόκειται για μία διαφορετική ιστορία: δεν φοράει φούτερ με κουκούλα και δεν μοιάζει μονίμως αναμαλλιασμένος επειδή προσπαθεί να λανσάρει ένα στυλ. Το κάνει διότι δεν θέλει να χάσει περισσότερο χρόνο από αυτόν που πρέπει σε οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση πλην των απαραίτητων κινηματογραφικών, που χρησιμοποιεί.

Ο Ταραντίνο είναι παρανοϊκός, αν και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο, για το εξής: επειδή από πολύ μικρός ήξερε τι θέλει να κάνει, επειδή αυτή η επιθυμία δεν του έφυγε 10 χρόνια μετά και διότι το κατάφερε στο έπακρο. Μπαίνει σε μία πολύ εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων, διότι, εκτός των άλλων, έγινε κορυφή στο είδος του, έχει φανατικούς πιστούς που λατρεύουν το κάθε κόλπο: πήγαμε με τον φίλο μου τον Αντώνη και είδαμε τους H8ful και το πρώτο χάχανο ήρθε στους τίτλους της αρχής, όταν το όνομα «Μάικλ Μάντσεν» εμφανίστηκε στην οθόνη αμέσως μετά από εκείνο του Τιμ Ροθ. Είναι οι κωδικοί της επικοινωνίας μας με κάποιον που δεν γνωρίζουμε αλλά ξέρουμε ότι θέλει να μας πει κάτι. Με αυτά τα ονόματα δεν μας αναφέρει, μόνο, την ποιότητα της ταινίας του, αλλά μας ταξιδεύει πίσω σε ένα ταξίδι που, όταν φθάνεις στο έτος 2015, μοιάζει ατέλειωτο και, προφανώς, ανεπανάληπτο.


Κεφάλαιο τέταρτο: Η Αλαμπάμα

Η Πατρίτσια Αρκέτ είναι κόρη του Λιούις Αρκέτ και της Μπρέντα Ντενό και εγγονή του Κλιφ Αρκέτ. Έχει τέσσερα αδέλφια: δύο αδελφούς, τον Ρίτσμοντ και τον Ντέιβιντ Αρκέτ και δύο αδελφές, τη Ροζάνα και την Αλέξις Αρκέτ. Η μητέρα της, Μπρέντα Ντενό, ήταν θεραπεύτρια σε κινηματογραφικά στούντιο του Χόλιγουντ. Οι υπόλοιποι ήταν ή είναι όλοι ηθοποιοί. Η Πατρίτσια κέρδισε το Όσκαρ Β΄γυναικείου ρόλου για την ταινία Boyhood ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη, του Ρικ Λινκλέιτερ, η οποία έκανε 12 χρόνια να γυριστεί. Ίσως εκείνοι που ασχολούνται με τα Όσκαρ να θυμούνται τον «πύρινο» λόγο της στη βράβευσή της για τις κακοπληρωμένες γυναίκες του Χόλιγουντ, που έκανε τη Μέριλ Στριπ και τη Τζένιφερ Λόπες να σηκωθούν από τη θέση τους (χμμμ, χμμμ) για να την αποθεώσουν.

Οι υδρατμοί από την έξαψη που ένιωσα βλέποντάς τη να παίζει την Αλαμπάμα- και αυτό έγινε πριν σχεδόν μια εβδομάδα, που μοιάζει με μήνα, αν παρακολουθούσα, π.χ., την ταινία το 1996, διότι από τότε έχουν μεσολαβήσει πάρα πολλές πληροφορίες και θεάματα, πολύ περισσότερα από ό,τι θα είχαν 20 χρόνια πριν- δεν έχουν απορροφηθεί από το έδαφος.

Δεν μπορώ να γνωρίζω ακριβώς από πού προερχόταν η σαγήνη, μια και δεν μοιάζει με την κλασική μπίμπο μίας ταινίας και την παρτενέρ. Τα χαρακτηριστικά της είναι και παραμένουν λίγο περίεργα, αν νομίζεις ότι θα παρακολουθήσεις την ιστορία δύο ανθρώπων. Ο Κρίστιαν Σλέιτερ, που έπαιξε τον Κλάρενς, ομολόγησε 15 χρόνια μετά ότι δεν μπορούσε να παραβλέψει τη χημεία μεταξύ των δύο τους στα γυρίσματα, αφού ήταν πολύ δύσκολο να αντισταθεί. Η Αρκέτ είναι τόσο χαρούμενη στην ταινία, αλλά όχι με την έννοια μίας sweetheart, που κάνει τον κόσμο ευτυχισμένο. Ήταν δοτική προς τον θεατή, αλλά όχι υπό την έννοια της θυσίας. Το γέλιο ξεμυτούσε με τα αστεία σαν χάχανο, κάτι που ήταν συνωμοτικό. Σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι την έννοια του χρόνου που γίνεται η ταινία: είναι το 1992, η δεκαετία του ’80 δεν έχει φύγει και ακόμα και τότε οι χαρακτήρες που είναι έτοιμοι να συμμετάσχουν σε μία ταινία δρόμου, σε στυλ Τζακ Κέρουακ, δεν είναι ακόμα παράξενοι. Η κλεψύδρα για έναν κόσμο που ο άνθρωπος αποτελεί τέχνη ως ύπαρξη δεν έχει ακόμα αδειάσει. Η Αρκέτ, είμαι αρκετά γενναιόδωρος, αλλά έχω ακολουθήσει την ιατρική συνταγή με τα αντί-υπερβολικά χάπια, ως Αλαμπάμα είναι μέσα στους 5 κορυφαίους γυναικείους ρόλους για την αύρα που δίνουν. Το σάστισμα που προκαλεί, θα μπορούσα να το αποκαλέσω γενναιόδωρο. Θα μπορούσες να τη γνωρίσεις και απλώς να είσαι ειλικρινής με τους προβληματισμούς σου και μετά από τρεις μήνες (ας το ομολογήσουμε) θα ήθελες να καταστρέψεις αυτήν την εφορία που σου δημιουργεί. Μόνη της, στο δωμάτιο με τον μπράβο ή δίπλα στον Κλάρενς, φιλώντας τον μπαμπά του, η Αλαμπάμα ήταν περίπτωση.

Βεβαίως, το πρόβλημα είναι τι κάνεις όταν τελειώσει μία τέτοια ταινία. Κάποτε ο Μπράντο είχε στείλει μία Ινδιάνα να παραπονεθεί για τα δικαιώματα της φυλής της, όταν βραβεύτηκε με το Όσκαρ α’ ανδρικού παίζοντας τον Βίτο Κορλεόνε στον «Νονό», αλλά δεν ήταν ο Μπράντο αυτός που το έκανε: ήταν ο Στάνλεϊ Κοβάλσκι, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα, ο Τέρι Μαλόι, ο Βίτο Κορλεόνε, πιο μετά ο Πολ, έπειτα ο Βάλτερ Κουρτς: χαμένος μέσα στην κινηματογραφική χρυσόσκονη, επιδόθηκε σε ένα φεστιβάλ διαμαρτυρίας ως ρόλος και όχι ως φυσικό πρόσωπο, ως σκαπανέας της τέχνης του. Νομίζω ότι η φάση άρχισε από πιο πριν, αλλά μπορώ να συμπεράνω ότι η Αρκέτ χάθηκε με τον ίδιο τρόπο όταν έπαιξε την Αλαμπάμα, έναν ρόλο που σου δίνει την αίσθηση ότι σε κάποιο σημείο που δεν έβλεπες έκανε χρήση απαγορευμένων ουσιών. Η ίδια είδε τον κόσμο μέσα από τα μάτια της ηρωίδας της και αποφάσισε να κάνει τη ζωή της μία ταινία δρόμου, είτε ως σύζυγος του Νίκολας Κέιτζ, ενός άλλου πασιφανώς τρελού ηθοποιού είτε μόνη της. «Στο Boyhood ήταν θαυμάσια, αποδεικνύοντας ότι υπάρχουν ρόλοι για γυναίκες άνω των 40, αρκεί να την ακούνε πολύ όταν είναι κάτω από 40», ήταν το αστείο που της έκανε η Έιμι Πόουλερ στις περυσινές Χρυσές Σφαίρες. 


Τελευταίο κεφάλαιο: οι Μαυριτανοί στη Σικελία

Όπως εξήγησα και πριν, η ταινία έμαθα ότι υπάρχει μόλις προσφάτως. Δεν τη γνώριζα καν και ακόμα και αν την προσπέρασα, κατεβάζοντας τον κέρσορα στο βιογραφικό του Κουέντιν Ταραντίνο, δεν πολυασχολήθηκα, διότι δεν ήταν ο σκηνοθέτης της. Στην πραγματικότητα και παρά τις διαφορές με τον Σκοτ, μοιάζει πολύ με το να είναι δική του ταινία. Ο Σκοτ άργησε να τη γυρίσει και μέχρι να το κάνει, είχαν βγει ήδη τα Reservoir Dogs και ο κόσμος, μαζί με τους ηθοποιούς, είχε σοκαριστεί. Ο Ταραντίνο ήταν αρκετά τυχερός για έναν συγκεκριμένο λόγο: επειδή στην πρώτη του αληθινή απόπειρα ως σκηνοθέτη στον κινηματογράφο, του είπε «ναι», στην πρόταση που του έκανε να παίξει στην ταινία του, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ.

Ως αποτέλεσμα είχε να μη γίνει ακόμα το κάστινγκ. Όταν ολοκληρώθηκε, εμφανίστηκε στην οθόνη, στους τίτλους της αρχής, το ίσως κορυφαίο καστ σε μία ταινία στην ιστορία του σινεμά: Ντένις Χόπερ, Κρίστοφερ Γουόκεν, Κρίστιαν Σλέιτερ, Πατρίτσια Αρκέτ, Μπραντ Πιτ, Βαλ Κίλμερ, Γκάρι Όλντμαν,  Τζέιμς Γκαντολφίνι (ακα Τόνι Σοπράνο), Σάμιουελ Τζάκσον, έστω για ένα πέρασμα. Και μουσική, ο Χανς Ζίμερ. Ο Πιτ και ο Κίλμερ, που είχαν ήδη φτιάξει ένα σχετικό όνομα, ειδικά ο πρώτος με το «Θέλμα και Λουίζ», παρακάλεσαν να μπουν στο καστ. Επίσης, έπαιξε και ο Ρόμπιν Πεν, λίγο καιρό μετά την ερμηνεία του στους Reservoir. Ο αδελφός του Σον Πεν, που έγινε διάσημος πριν τον αδελφό του και κατρακύλησε στα ναρκωτικά. Αν το καλοσκεφτείς μεταφυσικά, η πτώση του και ο θάνατός του στα 39 χρόνια ζωής, το 2006, είναι ο λόγος που κάνει τη δική του καριέρα ο Τζόνα Χιλ.

Επίσης, έχει τουλάχιστον τρεις θεσπέσιες στιγμές. Μία νωρίς, με την Αλαμπάμα να λέει την αλήθεια στον Κλάρενς, μία με τον Ντένις Χόπερ απέναντι στον Κρίστοφερ Γουόκεν, με σούπερ μπόνους έναν καταπληκτικό μονόλογο και μία με την Αρκέτ και τον Γκαντολφίνι, η οποία είναι ένα σχιζοφρενικό έπος. Και αυτές, ξέχωρα από την προτελευταία σκηνή, του μακελειού.

Το «True Romance» δεν συμβολίζει κάτι, υπό την έννοια ότι ούτε οι ταινίες των Κοέν έχουν αυτή τη λειτουργία. Πέρα από το πώς υποδεικνύει το χρόνο, είναι μία ιστορία παλαβού έρωτα, ο οποίος στο τέλος έχεις πιστέψει ότι υπάρχει. Στο σινεμά «πάτωσε», κάνοντας μόλις 11,5 εκατομμύρια δολάρια από εισιτήρια, αλλά όταν βγήκε σε βίντεο γνώρισε την αληθινή νεότητά της. Ίσως να φταίει που είχε γίνει, πια και το Pulp Fiction και για αυτό, στα Τέσσερα Δωμάτια, ο Q λέει στον Ροθ για την ταινία που έκανε ο ρόλος του, «δεν πειράζει που δεν την είδες. Για αυτό υπάρχει το βίντεο».

Όποιος έφτασε μέχρι εδώ, λογικά πρέπει να ψάχνει τώρα να δει αν υπάρχει κάποιο stream για το έργο με ελληνικούς υπότιτλους. Μπορεί η διάρκεια για να διαβάσει το κείμενο- ακόμα και με την πρέπουσα μέθοδο του skimming- να μοιάζει μεγαλύτερη από όση πραγματικά ήταν, αλλά πίστεψέ με εξαντλημένε αναγνώστη: ό,τι χρόνο έχασες με τη σχετικότητα εδώ, θα τον κερδίσεις στο έργο, που κρατάει 120 λεπτά και θα νομίζεις ότι πέρασαν βαριά 100. 

Στο ρόλο του properman 
ο Λευτέρης Ελευθερίου
Ένα ξεχασμένο αριστούργημα: True Romance Ένα ξεχασμένο αριστούργημα: True Romance Reviewed by Proper Man on 6:00 PM Rating: 5
Powered by Blogger.