The last Rickmanoff

Το βρετανικό φλέγμα, ως περίγραμμα ύπαρξης, δεν μπορεί να αφήσει κάποιον ασυγκίνητο. Πρόκειται για μία θεατρική πανδαισία, η οποία έχει μεταφερθεί στη ζωή. Και αφορά σε μία χώρα ή, έστω, συστάδα νησιών, η οποία ουδέποτε κάθισε ήσυχη.

Είναι η λογική του σαρκασμού, η οποία αφορά ακόμα και στα σκάνδαλά τους.
Οι Βρετανοί βασίζονται στην παράδοση και ασφαλώς της δίνουν δογματική διάσταση. Αυτό σημαίνει ότι αν ένας πολιτικός καταχραστεί 30 λίρες, θα παραιτηθεί την επόμενη μέρα για να ικανοποιηθεί η ευθιξία του κόσμου. Αλλά αν ένας τύπος γαμήσει τη γυναίκα του αδελφού του, το σοκ θα είναι μεγάλο, ωστόσο, στα πρότυπα της βικτωριανής εποχής και με βάση την τάση για συνωμοσία, οι κλυδωνισμοί θα είναι ανύπαρκτοι. Θα φαίνεται ότι κλονίζεται ο κόσμος, αλλά στην πραγματικότητα οι περιχαρείς συζητήσεις θα γίνονται, ξανά, στα τραπέζια των ελίτ. Εδώ, άλλωστε, σκιαγραφείται η εικόνα των κυριών να χαμογελούν σχεδόν σφυρίζοντας κάτω από τις βεντάλιες τους και τους συζύγους τους να τις αφήνουν να επιδίδονται σε αυτό το σπορ που, κακά τα ψέματα, μπορεί να δηλώνει ταραχή στο ήθος, αλλά είναι απολαυστικό. Το κουτσομπολιό, άλλωστε, δεν είναι αμαρτία θρησκευτική και, αν αναλογιστεί κάποιος πόσο μεγάλη γκάμα αμαρτιών έχουν οι θρησκείες, ειδικά ο χριστιανισμός, είναι σίγουρο πως, ό,τι δεν είναι αμαρτία για αυτές, δεν είναι αμαρτία γενικώς.

Οπότε το τοπ 10 των Βρετανών ηθοποιών που μου αρέσουν (update, καθώς υπάρχουν πια νέα δεδομένα στις πληροφορίες από την προηγούμενη φορά που έγραψα για τη λίστα κάπου αλλού) έχει ως εξής (τιμητική αναφορά Σον Κόνερι):

10. Στίβεν Φράι.
9. Ίαν ΜακΚέλεν.
8. Κίρα Νάιτλι.
7. Τζουντ Λο.
6. Κρίστιαν Μπέιλ.
5. Τζούντι Ντεντς.
4. Άλαν Ρίκμαν.
3. Τιμ Ροθ.
2. Έμμα Τόμπσον.
1. Μάικλ Κέιν.

Θαρρώ ότι έβαλα λίγο πιο ψηλά από ό,τι έπρεπε στη λίστα τον Άλαν Ρίκμαν. Αυτό που μεσολάβησε ήταν ο ρόλος του Χανς Γκρούμπερ στο πρώτο «Die Hard», που στα ελληνικά μεταφράζεται ως «Πολύ σκληρός για να πεθάνει». Επίσης, πέθανε. Αλλά, για την υπεράσπισή μου, έχω ψάξει δυο τρεις φορές να βρω βίντεο από συνεντεύξεις και τα αποδέλοιπα, πριν την προχθεσινή μέρα. Σε ό,τι αφορά τον Χανς Γκρούμπερ, ο Σπύρος έγραψε για την ταινία με τον Τζον ΜακΛέιν, οπότε υπάρχει ένα κείμενο που χρωστάω και θα αφορά, κυρίως, σε αυτήν την ταινία. Το πώς από το τουπέ κάποιου που έβλεπε τουλάχιστον Φελίνι έφτασα σε αυτό το σημείο, το θεωρώ εξαιρετικό παράσημο, αν και δεν έβλεπα ποτέ τουλάχιστον Φελίνι. Για να παρακολουθήσω μία ταινία του Μπέργκμαν πρέπει να διαπραγματευτώ με τον εαυτό μου για ώρες ολόκληρες και πάλι δεν θα έρθει το επιθυμητό αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι αποκλείεται να είναι τόσο άσχημο όσο φαντάζομαι.

Ο Άλαν Ρίκμαν κάνει μπαμ ότι είναι θεατρικός ηθοποιός. Η καριέρα του στον κινηματογράφο άρχισε αργά και πάντα, σε τέτοιες περιπτώσεις, θυμάμαι την ανάλυση που έκανε ο Αρβίντας Σαμπόνις, όταν έλεγε πως, «πρώτα παίζεις μπάσκετ για να παίζεις και μετά, όταν δείξεις διάρκεια, θα κάνεις το μεγάλο συμβόλαιό σου στη Δύση». Είναι παράφραση εκείνου που έλεγε ο Λιθουανός, αλλά είναι η αλήθεια της αρμονίας. Ουδείς κατάφερε να γίνει κάτι σπουδαίο όταν προσπάθησε να ερμηνεύσει τα καλούδια του πρωταθλητισμού από πολύ νωρίς. Όπως στην οικονομία στο σύνολό της, ο τύπος που γίνεται πλούσιος από μικρός επειδή καλοπληρώνεται το ταλέντο του, νομίζει ότι θα διαρκέσει για πάντα, διότι δεν μπορεί να εκτιμήσει την αξία της προσπάθειας που δεν αμείβεται άμεσα.Ακόμα και ο Μαρξ έγραψε για την τεμπελιά, η οποία προκύπτει ως αναφαίρετο δικαίωμα μεν, από το πόσο δουλεύεις δε.


Δεν μου κάνει εντυπωση λοιπόν- ίσα ίσα, φέρνει αχτίδες ελπίδας- πόσο αργά τα «κατάφερε» ο Ρίκμαν, παίρνοντας τον πρώτο ρόλο του στην τηλεόραση στα 36 χρόνια του. Βγαίνοντας από τη Royal Shakespeare Company, επρόκειτο να χτίσει τη δομή του πάνω στο επιβλητικό σουλούπι του και το υπνωτιστικό χάρισμά του, που η φωνή του δεν αποτέλεσε την αιτία για αυτό, παρά την αφορμή. Με αυτή μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει, αλλά δεν θα ήταν τόσο σαγηνευτική η παρουσία της αν δεν κολυμπούσε μέσα στους υμένες της παραδοξολογίας, που είχαν να κάνουν με τη σταθερή παρουσία του. Με λίγες εξαιρέσεις, οι Βρετανοί ηθοποιοί παίρνουν στάσεις που παραπέμπουν σε τενόρους και σοπράνο και η άπλετη σάρκα, το πλάτος και το ύψος, βοηθούν στο δραματικό στοιχείο, για να μην πούμε ότι, τελικώς, το δημιουργούν.

Ο Ρίκμαν ήταν υποψήφιος για ένα βραβείο Τόνι πριν τα 40, όταν το 1985 ερμήνευσε τον ρόλο του θαυμάσιου χειραγωγού Vicomte de Valmont στην τηλεοπτική σειρά «Les Liaisons Dangereuses». Όταν ο Στίβεν Φρίαρς αποφάσισε, το 1987, να το κάνει ταινία, ο Ρίκμαν «έπαιξε» ξανά για αυτόν τον ρόλο, ο οποίος δόθηκε, εντέλει, στον Τζον Μάλκοβιτς. Είναι, ξέρετε, από τις ελάχιστες περιπτώσεις που και οι δύο που θα μπορούσαν να παίξουν το ρόλο, νιώθεις ότι θα ήταν εκπληκτικοί σε αυτόν. Μπορείς να δεις τον Ρίκμαν, ακροβατώντας στους λεπτούς τρόπους συμπεριφοράς και, παρ’ όλα αυτά, αφήνοντας ένα τυραννικό βλέμμα ή κρατώντας ένα σύμφωνο στην άκρη των χειλιών του πριν το αποδεσμεύει, δημιουργώντας μία μαύρη κωμική κατάσταση με ολίγον από φόβο, να αποπλανεί την παιδίσκη, σε σαρκικό ερωτισμό, Μισέλ Φάιφερ, έως ότου ερωτευθεί την αγνότητά της.
Στα 41 του έφθασε στο Λος Άντζελες και δύο μέρες μετά την άφιξή του, του προτάθηκε ο ρόλος του Χανς Γκρούμπερ.

Δεν είναι τυχαίο ότι βρέθηκε να παίζει ό,τι αποκαλείται villain, δηλαδή τον θύτη, ή τον ελεγχόμενο θύτη, όπως έγινε στην περίπτωση του Σέβερους Σνέιπ. Είναι βέβαιο ότι παρά τη σιγουριά ότι επρόκειτο για έναν αγαθό άνθρωπο, πολλά πιτσιρίκια φοβόντουσαν το απόκοσμό του, το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί με τη μοντεσσοριανή μέθοδο, με την οποία έμαθε να σπουδάζει. Αύτη ήταν που τον έκανε να φωλιάζει αυτήν την περίφημη φωνή μέσα του, εκείνη που έκανε τον Τζίμι Φάλον και τον Μπένεντικτ Κάμπερμπατς να τον μιμηθούν ένα βράδυ, επιδιδόμενοι σε ένα, τρόπον τινά, Rickmanoff.

Έμοιαζε, πραγματικά, με ζωντανό οργανισμό, ανεκτικό. Μπορεί να είμαστε κριτικοί ταινιών, αλλά ήταν πολυτέλεια για τα μάτια μας να τους βλέπουμε παντρεμένο ζευγάρι με την Έμα Τόμπσον στο «Love Actually» και να παρατηρήσουμε πόσο υποτονικά μετανιώνει για την αμαρτία του και πόσο φυσικά παίζει τον αμήχανο σύζυγο, όταν βρίσκονται ξανά στο αεροδρόμιο. Δύο απίθανοι κινηματογραφάνθρωποι, ηθοποιοί θεατρικοί, γεννημένοι Βρετανοί με μία παραπανίσια πρέζα γοητείας, είναι καλύτεροι από έναν.


Επειδή είμαστε υποκριτές: δεν θρηνούμε πραγματικά για τη χαμένη παρουσία, όσο για τα οφέλη που χάνουμε. Η αναφορά στον Χανς Γκρούμπερ, σύντομα, θα είναι ενδελεχής, όσο γίνεται. Ο Άλαν Ρίκμαν, βεβαίως, ήταν κάτι παραπάνω από τον Χανς, τον Σέβερους, τον Μπράντον της «Λογικής και Ευαισθησίας». Είχε το υπνωτιστικό χάρισμα που το συνδύαζε με το δράμα της απαλής κίνησης. Και αυτό δεν τον έκανε σταρ, αλλά ηθοποιό γαργαντουικής εμβέλειας.

Στο ρόλο του properman 
ο Λευτέρης Ελευθερίου
The last Rickmanoff The last Rickmanoff Reviewed by Proper Man on 8:30 PM Rating: 5
Powered by Blogger.