Το σπάνιο εφόδιο της χαράς

Είναι κανόνας να απομακρύνονται τα μέσα ψυχαγωγίας από την πραγματικότητα. Να δείχνουν έναν άλλο, άπιαστο, κόσμο. Μπορεί το κοινό να διαμαρτύρεται, ορισμένες φορές, για την απουσία ρεαλισμού, αλλά ο ρεαλισμός στη διασκέδαση μοιάζει λίγο με τα ντοκιμαντέρ του National Geographic: η γυμνή αλήθεια, την οποία κάποιος λαχταρά μία φορά, κάποιος άλλος την επόμενη, αλλά ποτέ όλοι μαζί. Το εμπόριο είναι μία από τις πιο παλιές καταστάσεις στον πλανήτη Γη και η τηλεόραση με τον κινηματογράφο προσπαθούν να πουλήσουν κάτι που ο άνθρωπος δεν διαθέτει. Δεν έχει σημασία αν η ύλη του είναι εικονική, διότι το προϊόν ούτως ή άλλως πωλείται.

Μπορεί να εξοργιστείς, λοιπόν, για το γεγονός ότι ο πλούτος στην τηλεόραση προκαλεί αδεξιότητα, αλλά αυτό συμβαίνει για ένα συγκεκριμένο λόγο: επειδή λείπει το ταλέντο. Το ταλέντο δεν έχει να κάνει μόνο με την υποκριτική δεινότητα, αλλά και με το γεγονός ότι επειδή τα μέσα ψυχαγωγίας έχουν ως προτεραιότητα τη σχέση πομπού-δέκτη, ο πρώτος πρέπει να σε κάνει να νιώθεις καλύτερα όταν τελειώσει η θέαση. Οι περισσότερες εκπομπές και οι περισσότεροι παρουσιαστές δεν μπορούν να καταφέρουν να περάσουν ευφορία στους θεατές και στο κοινό.  Το άγαρμπο αποτέλεσμα βάζει το θεατή στη διαδικασία ενός «σφιξίματος» και αυτό συνεπάγεται την κριτική από σκοπιά η οποία δεν έχει αντικειμενικότητα. Ωστόσο, ιστορικά, μόνο ελάχιστοι άνθρωποι- ως επί το πλείστον γυναίκες- καταφέρνουν να περάσουν το αίσθημα της άδολης χαράς, αυτό που οι Αμερικάνοι αποκαλούν «feelgood». Όσο πιο δύσκολη είναι η εποχή, τόσο πιο υψηλός είναι ο δείκτης δυσκολίας για τη μετάδοση της χαράς. Οι κατηγορίες των ψυχαγωγών που τα κατάφεραν και που με το χάρισμά τους προσέφεραν τουλάχιστον δύο ώρες ανεμελιάς στους θεατές, είναι λίγες, αλλά σημαίνουσες.


Κατηγορία «Αλίκη»:

Μπορεί στις ταινίες της οι από 30 χρονών και πάνω, πλέον, να αντικρίζουν την έλλειψη του υποκριτικού ταλέντου, μπορεί να σημάδεψε με τέτοιο τρόπο τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, που ουσιαστικά τα κατέστησε σαρκασμό στα χείλη των μαθητών των επόμενων γενεών- αν κάποιος θέλει να μάθει πόσο ωραίο τραγούδι είναι το «γκρίζο γατί», το μόνο που έχει να κάνει είναι να το ακούσει από την Τζένη Βάνου ή την Αλίκη Καγιαλόγλου- αλλά η λάμψη της είναι ανεπανάληπτη στα ελληνικά χρονικά. Η Αλίκη είναι μία κατηγορία μόνη της: εμφανίστηκε σε μία φτωχή χώρα και έκανε, μέσα σε οκτώ χρόνια, εννιά ταινίες που κατέστησαν το μύθο ανεπανάληπτο. Από το «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» έως το «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» μεσολάβησαν: «Το Κλωτσοσκούφι», «Η Αλίκη στο ναυτικό», «η Λίζα και η Άλλη», «Η Ψεύτρα», «Χτυποκάρδια στο Θρανίο», «Η σωφερίνα», «Μοντέρνα Σταχτοπούτα».  Μπορεί η Τζένη Καρέζη να ήταν καλύτερη ηθοποιός, ανώτερη κωμικός, πιο έντονη σε ρόλους για δραματικές ταινίες, όμως η Αλίκη έκανε τον κόσμο μίας χώρας η οποίο βρισκόταν ήδη ή, πιο μετά, προερχόταν από εμφύλιο, πιο ευτυχισμένο. Δεν είναι τυχαίο που, σε ό,τι αφορά τη διάσταση της ηθοποιίας, το μόνο βραβείο που πήρε για γυναικείο ρόλο ήρθε για τη «Μανταλένα», το 1960. Ο μύθος ήταν μακριά από υποκριτικό ταλέντο, αλλά ήταν το όνειρο των τρικ χωρίς οπτικά εφέ στο σινεμά, όπως το φανταζόταν ο μάγος Ζορζ Μελιέ, ένας από τους πιονέρους του κινηματογράφου. Θα μπορούσε να είναι και η Ελένη Ανουσάκη σε αυτήν την κατηγορία, αλλά η κάθε κορυφή έχει χώρο για έναν και, στο κάτω κάτω, επέλεξε να μείνει μελαχρινή. Ολέθριο λάθος.


Κατηγορία «Americas sweetheart»:

Έχει συμπληρωθεί πάνω από ένας αιώνας από τότε που αποδόθηκε ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός. Το 1914 η Μαίρη Πίκφορντ ήταν εκείνη που πρώτη αποδέχθηκε το γεγονός ότι ήταν «η γλυκιά καρδιά» μίας ολόκληρης χώρας. Ο Τσάρλι Τσάπλιν δεν τη συμπαθούσε καθόλου και έκανε... κόλαση τη ζωή του Έρολ Φλιν, αλλά ήταν αυτό που χρειάζονταν οι Αμερικάνοι. Ακολούθησε η Σίρλεϊ Τεμπλ, στην οποία καταλογίζεται ο απόλυτος αφορισμός των Χριστουγέννων: «Κατάλαβα ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, όταν πήγα να τον δω σε εμπορικό κέντρο και μου ζήτησε αυτόγραφο». Η Τζούντι Γκάρλαντ που από πολύ μικρή μάγεψε τις ΗΠΑ, κυρίως με το «Μάγο του Οζ», το χριστουγεννιάτικο «Meet me in Saint Louis» και το «Ένα αστέρι γεννιέται», το 1954, μία ταινία που συμπύκνωσε το μύθο της ακριβώς την εποχή που βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση, με ακατάπαυστη χρήση φαρμάκων και αλκοόλ. Ως προγενέστερη Λίντσεϊ Λόχαν, ήταν δύσκολο να φανταστεί κάποιος ότι σε εκείνη την ταινία ήταν μόλις 32 χρονών και ότι θα πέθαινε, τελικά, μόλις στα 47 της, το 1969. Η Μέριλιν Μονρόε μπαίνει, φυσικά, στην κατηγορία, αλλά το υπόβαθρο στη σχέση με το κοινό, που κορυφώθηκε όταν τραγούδησε το «Happy Birthday Mr. President», ήταν ερωτικό. Η Ανέτ Φουνιτσέλο, επίσης, που από πολύ μικρή βγήκε στην τηλεόραση και συμμετείχε στο σόου «M-I-C-K-E-Y M-O-U-S-E», πριν απογειωθεί με το «Beach Party», μία σειρά έργων από το 1963 έως το 1968. Η Όντρεϊ Χέπμπορν είχε αιθέρια ομορφιά, αλλά ποτέ δεν ταίριαξε με αυτό που ήθελε το σύνολο. Ωστόσο, η εποχή των «Americas sweetheart» έφθανε στο τέλος της, τουλάχιστον στο σινεμά.  Η Ντρου Μπάριμορ, που ήταν το κοριτσάκι στο «Ε.Τ.», απέτυχε πολύ γρήγορα να κρατηθεί μακριά από τους πειρασμούς της δόξας. Τόση ήταν η έλλειψη από κορίτσια που θα μπορούσαν να ενθουσιάσουν τον κόσμο- διότι η πρόοδος της ηθοποιίας την κατέστησε γεγονός- που οι ΗΠΑ άρχισαν να απευθύνονται σε αθλήτριες: στη γυμνάστρια Μέρι Λου Ρέτον, που κέρδισε το πρώτο χρυσό μετάλλιο στο σύνολο του ατομικού στο αγώνισμα το 1984, στους Ολυμπιακούς του Λος Άντζελες και το πρόσωπό της μπήκε στα κουτιά των κορν φλέικς της Kellogs, κάνοντας τη συγκεκριμένη αμοιβή θεσμό, αλλά και στις πατινέρ, δηλαδή την Τόνια Χάρντινγκ και τη Νάνσι Κέριγκαν. Εκτός από δύο λαμπρές εξαιρέσεις.


Κατηγορία «σύγχρονη Rom-Com»:

Η ρομαντική κωμωδία είναι ένα από τα πιο παλιά κινηματογραφικά είδη, άλλωστε η πρώτη ταινία που κέρδισε τα 5 βασικά Όσκαρ (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, πρώτου ανδρικού και πρώτου γυναικείου ρόλου) ήταν το «It Happened one Night», του Φρανκ Κάπρα, με τους Κλοντέτ Κολμπέρ και Κλαρκ Γκέιμπλ, που έγινε το 1934. Ωστόσο το είδος «έσβησε» για περίπου 20 χρόνια: η ένταση με τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ταραχώδης εποχή του Ψυχρού Πολέμου, που κλιμακώθηκε τις δεκαετίες του ‘60 και του ’70 αναγκαστικά απομάκρυνε το παραμύθι. Μέχρι το 1989. Πέρυσι το καλοκαίρι γιορτάστηκαν τα 25 χρόνια από την πρώτη σύγχρονη ρομαντική κωμωδία, το «Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι», με τον Μπίλι Κρίσταλ και τη Μεγκ Ράιαν. Η δεύτερη έγινε η «Americas sweetheart», ειδικά στα μέσα της δεκαετίας του ’90, παίζοντας με τον Τομ Χανκς (ίσως τον μόνο αρσενικό ηθοποιό που μπορεί να υπαχθεί στην κατηγορία) το «Άγρυπνος στο Σιάτλ» και το «You got mail». Ωστόσο έρχεται δεύτερη στον ανταγωνισμό. Πρώτη είναι, ξεκάθαρα, η Τζούλια Ρόμπερτς. Το 1990 βγήκε στους κινηματογράφους το «Pretty Woman», μία από τις πέντε πιο «feelgood» ταινίες όλων των εποχών. Η αμοιβή της, τότε, ήταν 300.000 δολάρια. Το έργο έγινε οικουμενικό και το χαμόγελό της έμοιαζε ικανό να λιώσει τους πάγους της Σιβηρίας. Η Ρόμπερτς εκτοξεύθηκε στο διάστημα: το 2003, για το «Χαμόγελο της Μόνα Λίζα», η αμοιβή της ήταν 25 εκατομμύρια δολάρια. Εν τω μεταξύ, είχε σπάσει τα κοντέρ. Έπαιξε την Τίνκερμπελ στο «Χουκ» και έπειτα, σε μία τριετία, έκανε «τριλογία» από ρομαντικές κωμωδίες, πρωταγωνιστώντας στο «Ο γάμος του καλύτερού μου φίλου», στο «Η νύφη το ‘σκασε» και, φυσικά, στο «Μια βραδιά στο Νότινγκ Χιλ».


Κατηγορία «Ευρώπη»:

Η ευρωπαϊκή κουλτούρα, μαζί με τη συναίσθηση της προστασίας σε ό,τι αφορά τους έμψυχους «θησαυρούς» της ψυχαγωγίας, δεν επέτρεψε στις σπουδαίες πρωταγωνίστριες να δοκιμάσουν, ταυτοχρόνως, να ενθουσιάσουν με νάζι το κοινό. Μπορεί, κάποιος, να βρει στη Σοφία Λόρεν τη γυναίκα που ταίριαζε ακριβώς στο ιταλικό ταμπεραμέντο, που η δήλωση «ό,τι είμαι, το οφείλω στη σπαγκέτι», σημαίνει κάτι παραπάνω από ένα αστείο, αλλά για τον υπόλοιπο κόσμο ήταν μία σεξοβόμβα. Όπως εξάλλου έγινε και με την Μπριζίτ Μπαρντό στη Γαλλία. Όσο για το ανατολικό μπλοκ και για τη Σκανδιναβία, ούτε λόγος να γίνεται. Οι Σοβιετικοί θα αντιμετώπιζαν την άδολη χαρά που προσέφερε στους Έλληνες η Αλίκη με την ίδια περιέργεια που θα αντιμετώπιζαν την κάθοδο ενός εξωγήινου στη στέπα.


Κατηγορία «Ελένη»:

Η Αλίκη της ελληνικής τηλεόρασης είναι η Ελένη Μενεγάκη. Οι αυτοκρατορίες ζυμώνονται από τα χρονικά διαστήματα που κρατάνε και η Μενεγάκη συμπλήρωσε, από το «Κοκτέιλ» το 1992, 23 χρόνια παρουσίας. Είτε πρωινή, είτε μεσημεριανή η εκάστοτε εκπομπή της, κανένα φρέσκο πρόσωπο και καμία παρουσία πορούσε να συγκριθεί μαζί της. Μπορεί να γίνει, αλλά μέχρι τότε... Η αφέλεια και ο αυθορμητισμός, ακομα και τώρα, όταν πιάνει το κινητό για να μιλήσει στην κόρη της, ακόμα και οι λεκτικές «γκάφες», σε κάνουν να θέλεις να την παρηγορήσεις, με χάδι πατρικό, χωρίς υφέρποντα ερωτισμό. Η Μενεγάκη δεν είναι μόνο η κυρίαρχη περσόνα της ελληνικής τηλεόρασης εδώ και μισό αιώνα, είναι και μία παρουσιάστρια που παρακολουθώντας τη, μπαίνεις σε μία συναισθηματική κατάσταση και σε γεμίζει με λεπτή χαρά. Δεν είναι τυχαίο που κλήθηκε να κάνει σόου παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1999, όταν ο κόσμος έμπαινε σε άλλο αιώνα. Στις ΗΠΑ, πλέον, συμβαίνει το ίδιο με τον Τζίμι Φάλον, τον ψυχαγωγό που άρχισε από το Saturday Night Live και έφθασε να παρουσιάζει το «The tonight Show», δηλαδή την κληρονομιά του Τζόνι Κάρσον, ο οποίος το έκανε για 30 χρόνια και που ήταν, για σχεδόν τρεις δεκαετίες, ο απόλυτος τηλεοπτικής «αυτοκράτορας». Το λαμπερό χαμόγελο και ο κάθε πειραματισμός, με αρωγό την τεχνολογία (αλλά όχι άβατο), έχουν καταστήσει τον Φάλον τον πιο σημαντικό παρουσιαστή στις ΗΠΑ.

Στο ρόλο του properman 
ο Λευτέρης Ελευθερίου
Το σπάνιο εφόδιο της χαράς Το σπάνιο εφόδιο της χαράς Reviewed by Proper Man on 8:43 PM Rating: 5
Powered by Blogger.