Μία βραδιά του 2003 στην Πύλη Αξιού



Παρακολούθησα το δράμα της Πύλης Αξιού που εκτυλίχθηκε το Σαββατοκύριακο κυρίως μέσω των social media, μετά την ανάρτηση της φωτογραφίας-μνημείο του Παντελή Παντελίδη στο Facebook, με το βουνό από γαρύφαλλα δίπλα του. Και ενώ ευθύς εξαρχής μου προκάλεσε μία τάση για εμετό, όπως και σε χιλιάδες άλλους, θυμήθηκα τα φοιτητικά μου χρόνια και την εποχή που βρέθηκα κι εγώ στην Πύλη Αξιού. Και μιλάω για μία άλλη εποχή, αυτή του 2003, όταν ο Βασίλης Καρράς έβγαινε στην πίστα, καθόταν στα στοιβαγμένα, εν είδει καναπέ πανέρια και τραγουδούσε το «Πάρε το δρόμο κι έλα».



Τότε, την εποχή του ζεστού χρήματος και της αναμονής των Ολυμπιακών Αγώνων, η Θεσσαλονίκη αποτελούσε hot προορισμό για την παρέα μου, που απαρτίζονταν από καλούς φίλους που μεγάλωσαν στη Βόρειο Ελλάδα και φυσικά όλους τους φίλους τους (φοιτητές ήμασταν, διάολε). Παίρναμε το τρένο Παρασκευή βράδυ μετά το κλείσιμο της εφημερίδας και φτάναμε ξημερώματα να πίνουμε καφεδάκι απέναντι από τον «Τερκενλή», αγναντεύοντας τα ζόμπι που επιστρέφοντας από τα ξενύχτια έψαχναν κάτι να βάλουν στο στομάχι τους, με την μυρωδιά του φρεσκοψημένου τσουρεκιού στη μύτη μας. Ένα τέτοιο ξημέρωμα, κι αφού λίγρς μόλις ώρες πριν είχαμε πάρει το τρένο από τον Σταθμό Λαρίσης, βρεθήκαμε στην Πύλη Αξιού. 

Τι κι αν ο πρότερος βίος μας δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί και έντιμος, δεδομένου ότι δεν υπήρχε μεγάλη πίστα της Αθήνας που δεν είχαμε πάει, έστω και στο μπαρ, εκείνη η βραδιά θα μου μείνει αξέχαστη. Αυτή και μία ακόμα στη Λάρισα, που αν με προκαλέσει ο Παντελίδης άλλη φορά, θα γράψω για τα «Χίλια Χείλια» ή «Χίλια Χίλια», δεν ξέρω, και θα τον ισοπεδώσω με post στον τοίχο του! 

Εκεί λοιπόν, ακόμα και για τους πιο περπατημένους, το σκηνικό δεν ήταν εύκολο και γνώριμο. Φτάσαμε στο μαγαζί γύρω στις 3, περιμένοντας ότι και εύκολα θα μπούμε και δεν θα έχει κόσμο. Και φυσικά κάναμε λάθος, καθώς η ουρά ήταν γύρω στα 100 μέτρα. Ο πορτιέρης ήταν αυστηρός γαρ. Και όταν λέμε αυστηρός, εννοούμε αυστηρός. Όταν φτάσαμε μπροστά του μετά από 20 λεπτά αναμονής, στράβωσε πολύ που στην παρέα δεν είχαμε κορίτσια και αφού έκανε δύο τρεις ερωτήσεις στο ενσύρματο handsfree του, μας παρέδωσε στον μαιτρ, ο οποίος μας οδήγησε με τη σειρά του σε ένα όχι και τόσο καλό τραπέζι και μας ανάγκασε να προπληρώσουμε!




Η έκπληξη ολοκληρώθηκε όταν καθήσαμε και βγήκε ο Βασιλάκης ο Καρράς για να κάνει δεύτερο πρόγραμμα. Δεκάδες λουλουδούδες στοίβαξαν στην πίστα εκατοντάδες πανέρια γαρύφαλλα για να κάτσει ο λαϊκός βάρδος και να πει με την χαρακτηριστική φωνή το «Πάρε το δρόμο κι έλα». Η κουβέντα «πάρε» ακούστηκε σαν πολεμική ιαχή στρατηγού του 1940 που φώναζε «αέρα», για να ξεκινήσει ένας ακήρυχτος πόλεμος λουλουδιών που σταμάτησε μετά από 2 λεπτά και 44 δευτερόλεπτα, όταν το μπουζούκι κατέθεσε την τελευταία του νότα στα μικρόφωνα. 

Η «ζημιά» έμοιαζε να έχει πάρει γιγάντιες διαστάσεις, με τους θαμώνες των πρώτων τραπεζιών να κάθονται εξουθενωμένοι από την μάχη στις καρέκλες τους για να απολαύσουν περήφανα το καλοστριμμένο χειροποίητο πούρο Αβάνας και το δωδεκάρι ουίσκι, απόσταγμα κάποιας ακριβής μάρκας που αντέγραψε πρόχειρα το παράνομο εργαστήρι παρασκευής ποτών που εξιχνίασε λίγους μήνες αργότερα η Αστυνομία στον Εύοσμο. 

Εμείς παρακολουθούσαμε αποσβολωμένοι τη μάχη των χρηματιστών και των μεγαλοεργολάβων από το αμφιθεατρικό, κακό τραπέζι που μας είχε κληρώσει η τύχη και τα λιγοστά ευρώ που είχαμε στην τσέπη μας. Και για να λέω την αλήθεια, παρόμοιά της δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου. Όταν μάλιστα το ανέφερα στην παρέα με κοίταξαν σα να ήμουν εξωγήινος, λέγοντάς μου μονότονα: «Έτσι γίνεται πάντα στη Θεσσαλονίκη».

Αυτό λοιπόν θυμήθηκα όταν διάβασα τα ασυνάρτητα σχόλια των ειδικών του twitter για Μνημόνια μέχρι το 2055, κατάπτωση των ηθών, υποκουλτούρα και για τις δεκάδες χιλιάδες των ευρώ που πετάχτηκαν σε μορφή γαρυφάλλου στον Παντέλο. Και αναρωτιέμαι: Όλοι αυτοί δεν έχουν βρεθεί ποτέ μπροστά σε κάποιο παρόμοιο σκηνικό; Δεν διασκέδασαν ποτέ πετώντας γαρύφαλλα; Δεν έχουν κάποιον στην παρέα τους που να έχει μία αντίστοιχη ιστορία; 

Όχι πως είμαι υπέρμαχος των ανθρώπων και των πράξεων που οδήγησαν στο βουνό των λουλουδιών. Αλλά αν με ρωτούσε κάποιος τι πιστεύω, θα του έλεγα αυτή την ιστορία και θα απαντούσα μονότονα όπως μου απάντησε τότε εκείνη η παρέα. «Έτσι γίνεται πάντα στη Θεσσαλονίκη» και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ, είτε μας αρέσει είτε όχι! Είτε έχουμε ανάπτυξη είτε Μνημόνιο! Και παρά το γεγονός ότι με θλίβει, δεν κρίνω ότι μπορεί να αλλάξει από μία ανάρτηση σε κάποιο social media, ειδικά αν αυτή είναι με την μορφή όσων διαβάσαμε τις τελευταίες μέρες.

@ Το τραγούδι που ακολουθεί είναι ηχογραφημένο μία νύχτα σαν κι αυτή που σας περιέγραψα παραπάνω. Αν σας αρέσει ο Καρράς, πατήστε το play. 

Μία βραδιά του 2003 στην Πύλη Αξιού Μία βραδιά του 2003 στην Πύλη Αξιού Reviewed by Leonidas Boutivas on 7:30 PM Rating: 5
Powered by Blogger.