Σταγόνες στον (Ντάνι) Όσιαν

Ο Φρανκ Σινάτρα είχε κατακτήσει το Όσκαρ Β’ ανδρικού ρόλου για την ταινία «From here to eternity», που στα ελληνικά, επειδή ο Μαρκήσιος ντε Σαντ κάπου κάποτε πρέπει να έχει πάρει την υπηκοότητα, μεταφράζεται «Όσο υπάρχουν άνθρωποι», λες και το «Από εδώ προς την αιωνιότητα» ήταν κακός τίτλος. Μιλάμε για πολλά ναρκωτικά, εκτός κι αν προτίμησε τον τίτλο ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Οπότε, όλα εντάξει.

Ήταν το 1953 και ο Φράνκι σταμάτησε να είναι τελειωμένος. Μετά από 63 χρόνια ακούγονται ακόμα διάφορα για αυτόν. Το τελευταίο είναι ότι φορούσε προσθετικό πέους. Ο Ντιν Μάρτιν είχε πει ότι «το φερμουάρ του Φρανκ πρέπει να μπει στο Hall of Fame». Και ο Σάμι δεν είπε κάτι. Ό,τι ήθελε να πει, το χόρευε ή το τραγουδούσε.
Ο Φράνκι ήταν τελειωμένος. Είχε παντρευτεί την Άβα Γκάρντνερ, που μαζί με τη Σοφία Λόρεν και την Γκρέις Κέλι θεωρούνταν οι πιο όμορφες γυναίκες στον κόσμο. Η Άβα έβρισκε δουλειές για ταινίες, αλλά παρόλο που ο Φρανκ την έβαζε ως βύσμα, οι παραγωγοί και οι σκηνοθέτες δεν τον ήθελαν καν. Περνούσε και δεν ακουμπούσε. Και έπειτα ήρθε η ταινία του Φρεντ Ζίμερμαν και ο Σινάτρα χρωστάει αιώνια ευγνωμοσύνη στον Έρνεστ Μπόργκναϊν, που είναι η αμερικανική έκδοση του Σπύρου Καλογήρου, τουλάχιστον εντός ταινιών. Και επειδή θεωρούμε ότι αυτή η εποχή είναι μόνο σύνθετη για τις σχέσεις, αρκεί να μάθει κάποιος ότι παντρεύτηκε τη θρυλική Έθελ Μέρμαν (την τραγουδίστρια του «I got rythm») το 1964 και χώρισαν μετά από 32 μέρες, που για τη χρονιά ήταν παγκόσμια επίδοση. Ούτε η απίθανη Ζα Ζα Γκαμπόρ με τους 8 συζύγους- «είμαι η καλύτερη νοικοκυρά του κόσμου: όποτε χωρίζω, μου μένει το σπίτι»- δεν έχει καταφέρει να χωρίσει τόσο γρήγορα. Ο «μαύρος», πάντως, θα «θησαύριζε» στο Χόλιγουντ, όπως και ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Για αυτούς είμαι σίγουρος.

Ο Σινάτρα επέστρεψε. Το Λας Βέγκας έγινε ο τόπος του, όχι μόνο ο δικός του αλλά, και της παρέας του. Το 1960, που γυρίστηκε το «Oceans 11», οι περισσότεροι ήταν ήδη πρώτες μούρες. Ο Ντιν Μάρτιν είχε «απεξαρτηθεί» από την παρουσία του Τζέρι Λούις, ο Σάμι Ντέιβις είχε αρχίσει να κερδίζει, με κάποιον τρόπο, την αποδοχή και ήταν ένα από τα μοναδικά ταλέντα στον κόσμο της ψυχαγωγίας και η Σίρλεϊ ΜακΛέιν, η νεαρά αδελφή του «απίστευτου εραστή» κατά τη Λέσλι Καρόν, Γουόρεν Μπίτι, ήταν εκείνη που λέγοντάς τους, πριν από μία έξοδο, ότι «μοιάζετε με μία συμμορία αρουραίων», δημιούργησε τον όρο «Rat Pack», ο οποίος συμβολίζει μία ολόκληρη εποχή.

Πέρασαν 41 χρόνια από τότε. Μέχρι που ο Στίβεν Σόντενμπεργκ να αποφασίσει να αναβιώσει το θεσμό με τη σύγχρονη Rat PackΕίμαι ένας από τους πάρα πολλούς ανθρώπους που είδαν πρώτα τη σύγχρονη εποχή του Ντάνι Όσιαν και έπειτα το παλιό. Για την ακρίβεια, έχω δει και τα τρία τελευταία του Σόντεμπεργκ από τουλάχιστον τρεις φορές το καθένα. Και υπάρχουν αρκετοί λόγοι, ουδείς εκ των οποίων μοιάζει σημαντικός. Ωστόσο είναι. Ο Διονύσης Σαββόπουλος έγραψε ότι Ιστορία γράφουν οι παρέες. Είναι η αίσθηση που σου αφήνει η κομψότητα και η άνεσή τους. Ότι βρίσκονται όλοι μαζί χωρίς να ζορίζονται. Ότι είναι απλώς εκεί, χωρίς οποιαδήποτε μανία και δίχως στην ιστορία να υπάρχει μία μαύρη τρύπα που θα σε οδηγούσε στο τέλος.

Τις προάλλες, στο πρώτο κείμενο για τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα, έγραψα για τη δεκαετία του ’80 και τη διαφορά με τον Μάη του ’68. Αλλά είναι φανερό πως αυτό που κάνει τη διαφορά, είναι να σου πηγαίνει το κοστούμι. Το χιούμορ και το πόσο ερωτεύσιμος ή μαγνητιστικός (άρα και επικίνδυνος) είναι κάποιος, ενέχει μία υποκειμενικότητα. Αλλά αν σου πηγαίνει το κοστούμι, δεν υπάρχουν πολλές αντιδράσεις για αυτό. Ένα οποιοδήποτε ρούχο δείχνει καταπληκτικά πάνω σου, είναι, κατά τη γνώμη μου, το καλύτερο εφόδιο για αποδοχή. Έλεγα τις προάλλες σε μία φίλη πόσο καταπληκτικό θα είχα να μπορούσα να διαθέτω ένα δωμάτιο γεμάτο κοστούμια και να φοράω πουκάμισο και σακάκι για να μπορώ να πηγαίνω στη λαϊκή. Και όταν της μίλησα για τη ρηχότητά μου, δεν συμφώνησε ότι αυτή η επιθυμία και μία τέτοια κατάσταση καθίσταται ρηχή. 

Όπως και να έχει, νομίζω ότι είναι εφικτή μία σύγκριση ανάμεσα στις δύο ταινίες. Όποιος δεν έχει δει την πρώτη, ας μην επιχειρήσει να διαβάσει το κείμενο ή, εν πάση περιπτώσει, ας λάβει την ευθύνη, διότι θα έχει την ευθύνη για τα στοιχεία που θα διαβάσει. Μιλάω για την πρώτη επειδή θεωρώ πολύ πιθανότερο να έχει δει κάποιος τη δεύτερη και να μην έχει πετύχει το έργο του 1960, αλλά είναι αυτονόητο ότι το ίδιο ισχύει και από την ανάποδη.
Η σύγκριση, βεβαίως, είναι άδικη, αλλά θα την κάνω ούτως ή άλλως, αφού ουδείς μου την επιβάλλει.


Κατηγορία «Η Αίσθηση του Τέλους»: 

Αυτός είναι ο λόγος που γράφτηκε το κείμενο. Το τέλος των δύο ταινιών, όπως ξέρουν όσοι έχουν συνεχίσει έως αυτό το σημείο, είναι διαφορετικό. Αυτό της πρώτης ταινίας, με τους ήρωές μας να φεύγουν αποκαμωμένοι και στενοχωρημένοι μετά την αποτυχία τους να πάρουν τα χρήματα που έκλεψαν δεν έχει προφανή σχέση με το τέλος της άλλης, στην οποία τη φέρνουν στον Άντι Γκαρσία. Αλλά έχει περισσότερη σχέση- και αυτό είναι που μετράει στην περίπτωση- με την πραγματικότητα. Έχουμε ανάγκη οι κινηματογραφικοί αστέρες να νικούν στο τέλος, ως φιγούρες. Είναι μάλλον μία επιθυμία που μεταμφιέζεται σε ανάγκη. Βεβαίως, μετά από τη θέαση πάρα πολλών κινηματογραφικών ταινιών, γίνεσαι κριτής της ποιότητάς τους και του βάθους τους και οποιοδήποτε χωροχρονικό διάστημα μίας ταινίας πρέπει να υπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Ωστόσο, o Λούις Μάιλστοουν έκανε ένα έργο δίκην παιχνιδιού και... ξαμόλησε τους πρωταγωνιστές του. Το τέλος είναι μία θαυμάσια καζούρα και ο Σινάτρα είχε ήδη τέτοια εμβέλεια, ήταν, άλλωστε, ο πρωτεργάτης της εκστρατείας του Τζον Φίτζεραλντ Κένεντι, που μου ήταν αδύνατον να φανταστώ ότι δεν θα τη γλίτωνε. Δεν ξέρω αν το τέλος συνέβη επειδή έκαναν τη ζωή του σκηνοθέτη «κόλαση», από την άλλη, όμως, θα σκεφτόμουν ότι θα ήταν πολύ καλύτερο να την έχουν πατήσει άσχημα ο Τζορτζ Κλούνεϊ και ο Μπραντ Πιτ, από τη μεσοβέζικη λύση της σύλληψης του πρώτου και της επανασύνδεσης με την Τζούλια Ρόμπερτς. Οπότε...
Βαρύ προβάδισμα: «Oceans 11», 1960.

Κατηγορία «Το Κορίτσι»: 

Συγγνώμη, Άντζι Ντίκινσον. Με εφόδιο την ομορφιά της έκανε κάποια καριέρα και έβγαλε ικανοποιητικά χρήματα από την τηλεόραση. Σε εκείνη την ταινία ήταν πολύ νέα, για την ακρίβεια έμοιαζε τέτοια. Ήταν 29 ετών, ωστόσο, άρα έγινε περιζήτητη, παίζοντας την αστυνόμο Πέπερ, προς τα τέλη της τέταρτης δεκαετίας της ζωής της. Αλλά δεν συγκρίνεται με την Τζούλια Ρόμπερτς, η οποία είναι η κορυφαία κινηματογραφική σταρ των τελευταίων 30 ετών. Συν τοις άλλοις, η Άντζι Ντίκινσον (η οποία γεννήθηκε Άντζι Μπράουν και κράτησε το επώνυμο του πρώτου συζύγου της) έχει τρεις σκηνές στην ταινία. Σεβασμός σε όλες τις γυναίκες που ήταν αρκετά κουλ ώστε να τις σέβεται η Rat Pack, αλλά....
Βαρύ προβάδισμα: «Oceans 11», 2001.

Κατηγορία «Ντάνι Όσιαν»:  

Ο Φρανκ Σινάτρα είναι ένας θρύλος: στην ταινία κάνει φάρσες από τηλεφώνου, είναι, προφανώς, κομψός, αλλά μόνο ο Ντιν Μάρτιν καλείται να τραγουδίσει, λόγω του ρόλου του, κάτι που, ωστόσο, είναι αρκετό. Ο Κλούνεϊ παίζει χωρίς να νιώσει ότι καλείται να κουβαλήσει κάποιο κληροδότημα και έχει κάτι το αυτόφωτο. Ο Σινάτρα είναι λίγο πιο νευρικός, έστω και αν ψυχαγωγικά απέχει παρασάγγας από τον Κλούνεϊ. Στο τέλος, μου φαίνεται ότι ο Κλούνεϊ μοιάζει γεννημένος για να παίξει ένα ρόλο που φτιάχθηκε για τον «Ol Blue Eyes».
Ελαφρύ προβάδισμα: «Oceans 11», 2001.

Κατηγορία «Η Έκπληξη»: 

Είμαι ερωτευμένος με τη νεαρή Σίρλεϊ ΜακΛέιν και ειδικά με τη νεαρή Σίρλεϊ ΜακΛέιν του διαμερίσματος. Και, εννοείται, της αποτίνω τα δέοντα διότι ήταν από τις πιονέρους σε ό,τι αφορά τις Αμερικανίδες ηθοποιούς πάνω από τα 50 που κατάφερε να διατηρήσει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της και να βρίσκεται ακόμα στο επίκεντρο. Και μόνο που βγαίνει από το ταξί μεθυσμένη και φιλιέται με πάθος με τον Ντιν Μάρτιν, μου αρκεί για να τη διαχωρίσω από τον Τζόσουα Τζάκσον. Για να βρει κάποιος έκπληξη στη σύγχρονη βερσιόν, πρέπει να πάει στο τρίτο μέρος της και τον Μπρους Γουίλις.
Πολύ βαρύ προβάδισμα: «Oceans 11», 1960.


Κατηγορία «Βαθμολογία στο IMDB»: 

Τώρα, η σύγχρονη εκτέλεση έχει βαθμολογία 7,8 στα 10 σε 380.439 ψήφους, ενώ εκείνη προ 56ετίας έχει 6,6 στα 10 σε 14.709 ψήφους. Θα το δώσω στην πρώτη, μόνο και μόνο επειδή είναι πολύ μεγαλύτερη η συμμετοχή. Αυτό που φαίνεται από την πρώτη βερσιόν της ταινίας, είναι ότι έγινε στο πόδι.Δηλαδή κάνα μεσημέρι, μετά από ύπνο, αν δεν είχαν παράσταση. Νομίζω, κιόλας, ότι η ΜακΛέιν και η Ντίκινσόν ήταν εθελόντριες στην ταινία, λόγω του γενικότερου zeitgeist που υπήρχε στο Βέγκας. Ή ακόμα και ο Ακίμ Ταμίροφ και ο Ρεντ Σκέλτον, ένας κωμικός που φαίνεται σε μία σκηνή λίγη ώρα πριν το νούμερό του, το οποίο πιθανώς έγινε σε αληθινό χρόνο από εκείνη τη σκηνή με τον Σινάτρα και έπειτα.Η άλλη είναι κανονική ταινία. Η οποιαδήποτε διασκέδαση περιορίζεται στα γυρίσματα και δεν συνέβη στο πλαίσιο ενός άλλου εγχειρήματος. Διάβασα, μάλιστα, ότι οι ηθοποιοί μείωσαν κατά πολύ τους μισθούς τους και η Τζούλια Ρόμπερτς πήρε τα μισά χρήματα, δηλαδή... 5 εκατομμύρια δολάρια. Αλίμονο αν υπήρχε η αίσθηση ότι θα το έκαναν όποτε μπορούσαν. Παρ’ όλα αυτά...
Ελαφρύ προβάδισμα: «Oceans 11», 2001.

Κατηγορία «Mans man»: 

Η αγαπημένη μου, διότι είναι ο Ντιν Μάρτιν απέναντι στον Μπραντ Πιτ. Για μένα, ο Ντιν Μάρτιν ήταν κατάτι ανώτερος από τον Σινάτρα σε ψυχαγωγία (και μόνο ότι η Ολίβιους δεν τρελαίνεται με κλονίζει), διότι μπορούσες να δεις το μέλι να ρέει από τη φωνή του, το χιούμορ του ήταν κατά πολύ ανώτερο, ήταν το ίδιο όμορφος και λίγο πιο ψηλός, αλλά είχε και περισσότερες αδυναμίες και ροπή στην κατάχρηση, ενώ ο Σινάτρα ήταν ο πρώτος διασκεδαστής που κατάφερε να γεννηθεί στο Νιου Τζέρσεϊ και να γίνει όνομα στη Νέα Υόρκη λίγο μετά το κραχ, κάτι που τον κάνει μύθο για πάντα. Στην ταινία ο Μάρτιν τραγουδάει το «Aint that a kick in the head», που είναι κλασικό κομμάτι, με τρεις ωραίες κυρίες να τον παρακολουθούν ξελιγωμένες από το μπαρ, αλλά λείπει σε μεγάλο βαθμό από το κόλπο. Ο αυτοσαρκασμός είναι επίσης σπουδαίο κόλπο εδώ, διότι είναι εκείνος που έχει την ιδέα να φορτώσουν τα χρήματα στην κάσα του νεκρού. Ο Πιτ, ωστόσο, είναι τόσο όμορφος, που καθίσταται άφυλος. Έχει πιάσει την υποτονικότητα του στυλ που πρέπει να διαθέτει ως «Mans man» και υπάρχουν δύο τρεις σκηνές που κάνει αυτό που βάζει τα διαόλια μέσα μου και με καθιστά υπεύθυνο στο να του δώσω ελαφρύ προβάδισμα: τρώει. Μία φορά ντορίτος, την άλλη χοτ ντογκ. Αυτό συμβαίνει ενώ φοράει τα υπέροχα σακάκια με τα πουκάμισα και πρέπει να προστατευθεί από το να λερωθεί, ενώ έπειτα σκουπίζει τα χέρια του. Το βρίσκω γλυκό και χαριτωμένο και εξαιρετικά αρρενωπό και τίμιο. Με στενοχωρεί που είναι παντρεμένος με την Αντζελίνα Τζολί. Έχω την αίσθηση ότι τον ρίχνει στη σούμα, για το ποιος είναι ο πιο τυχερός από τους δύο και δεν τίθεται καν θέμα σύγκρισης. Αλήθεια.
Ελαφρύ προβάδισμα: «Oceans 11», 2001.


Κατηγορία «Έμψυχο Δυναμικό»: 

Από τη μία μεριά παίζουν ο Φράνκι, ο Ντιν, ο Σάμι Ντέιβις, ο Πίτερ Λόφορντ, ο Τζόι Μπίσοπ και η Άντζι Ντίκινσον. Από την άλλη, ο Κλούνεϊ, ο Πιτ, ο Ματ Ντέιμον, ο Έλιοτ Γκουλντ, ο Κέισι Άφλεκ και η Τζούλια Ρόμπερτς. Θα πάω με τους πρώτους, για τον απλούστατο λόγο ότι ουδείς εξ αυτών με την εξαίρεση της Ντίκινσον είναι κανονικός ηθοποιός, ο Λόφορντ ήταν ο σύζυγος της Πατρίσια Κένεντι, αδελφής του JFK, ενώ διαφορά κάνει και η φυσιογνωμία του Τζόι Μπίσοπ, ενός πολύ ιδιαίτερου κωμικού.
Ελαφρύ προβάδισμα: «Oceans 11», 1960.

Κατηγορία «Κοστούμια»: 

Το ντύσιμο της Rat Pack θεωρήθηκε η επιτομή του στυλ, αλλά μου αρέσει περισσότερο ο τρόπος που παίζουν με τα ρούχα τους ο Ντάνι Όσιαν με τον Ράστι Ράιαν και, συνολικά, όλοι οι συνδυασμοί του Μπραντ Πιτ και στις τρεις ταινίες.
Βαρύ προβάδισμα: «Oceans 11», 2001.

Κατηγορία «Ο Τρίτος Άνθρωπος»: 

Το τρίο που αποτελεί τους πιο κύριους πρωταγωνιστές στην πρώτη ταινία είναι ο Σινάτρα, ο Λόφορντ και ο Μάρτιν, αλλά θα αφήσω τον δεύτερο έξω και θα χρησιμοποιήσω τον Σάμι Ντέιβις τζούνιορ απέναντι από τον Ματ Ντέιμον. Εξάλλου είναι δύσκολο, διότι αν ρωτήσεις κάποιον που έχει δει την ταινία για το ποιοι παίζουν, θα σου απαντήσει τον Φρανκ, τον Ντιν και τον Σάμι. Ο Ντέιμον είναι από τους καλούς κινηματογραφιστές, με το πασαπόρτι που έδωσε σε εκείνον και τον Μπεν Άφλεκ ως μείρακες το «Ο ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ», αλλά ο Σάμι είναι κάτι άλλο, όταν οδηγάει το σκουπιδιάρικο και τραγουδάει στην ταινία. Το πρόσωπό του, με μία εντυπωσιακή γκριμάτσα που δείχνει εκείνον που την πάτησε και είναι αρκετά κουρασμένος, είναι η τελευταία σκηνή της ταινίας και είναι δίκαιο.
Βαρύ προβάδισμα: «Oceans 11», 1960.

Κατηγορία «Ψευδαίσθηση»: 

Αυτή είναι η τελευταία κατηγορία, που αναιρεί όλες τις προηγούμενες. Διότι μπορεί να μην είναι αδύνατον να συγκρίνεις δύο ταινίες όταν η δεύτερη είναι η αρχή μίας τριλογίας. Η πρώτη, πάντως, δεν δείχνει, επίσης, το πνεύμα μίας εποχής, αν δεν γνωρίζεις την ιστορία και τη γενικότερη dolce vita που θα μετατοπιζόταν πρώτα 4 χρόνια αργότερα, όταν οι Beatles έγιναν διάσημοι, αλλά κυρίως το Μάη του ’68. Νομίζω ότι η εποχή και οι πρωταγωνιστές της πρώτης ταινίας έχουν μείζονα σημασία για το πνεύμα ολόκληρης της εποχής. Όταν πέθανε, στις 14 Μαΐου του 1998, τα φώτα στη λεωφόρο Στριπ, του Λας Βέγκας, έσβησαν: κι αυτό έχει γίνει για ανθρώπους μετρημένους στα δάχτυλα ενός χεριού, αν βάλεις στη λίστα και τον προπονητή του UNLV, Τζέρι Ταρκάνιαν, που πέθανε πέρυσι, στις 11 Φεβρουαρίου. Δε χρειάζεται να μου πει κάποιος ότι η προσαρμογή της πρώτης ταινίας είναι κατά πολύ καλύτερη. Ωστόσο θα δώσω αυτήν την κατηγορία στο έργο του Μάιλστοουν, διότι θα αδικούσα τον Φράνκι και τον Ντιν αν δεν τους έδινα τουλάχιστον την ισοπαλία. Αυτό το κακό έχουν οι θρύλοι: σου ασκούν ψυχολογική βία, ειδικά όταν δεν ζει κάποιος από αυτούς.
Ελαφρύ προβάδισμα: «Ocean’ s 11», 1960. 


Στο ρόλο του properman 
ο Λευτέρης Ελευθερίου
Σταγόνες στον (Ντάνι) Όσιαν Σταγόνες στον (Ντάνι) Όσιαν Reviewed by Proper Man on 8:30 PM Rating: 5
Powered by Blogger.