Η νέα εποχή του Τζον ΜακΛέιν


Για να στήσεις έναν ανθρώπινο υπερήρωα, χρειάζεσαι μία ατάκα. Ένα σήμα κατατεθέν, το οποίο θα τον αφορά και θα τον θυμίζει στους ανθρώπους. Ή, τουλάχιστον, έτσι γινόταν έως ότου εμφανιστούν ο Ίθαν Χαντ και ο Τζέισον Μπορν.

Υπάρχει μία συγκεκριμένη κλιμάκωση με τον τρόπο που έχει φτιαχτεί το πρότυπο του «καλού ήρωα» στον κινηματογράφο. Ξεκινώντας από τον Τζέιμς Κάγκνεϊ και τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, η ίδια η δράση του προπολεμικού σινεμά καθοριζόταν από τη φιγούρα. Οι τύποι ήταν σκληροί, αλλά η βία ήταν κυρίως ψυχολογική.
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, από τη μεριά του, έδινε στις ταινίες του διαφορετική υπόσταση σε εκείνους που θα έβγαζαν το φίδι από την τρύπα. Ο Τζέιμς Στιούαρτ ήταν πάντα εκείνος ο γλυκομίλητος άνθρωπος, που απλώς δεν γινόταν να μην ανακατευθεί σε μία υπόθεση που θα τύχαινε, αλλά ήταν ένας χαρακτήρας που έκανε διαφορετικές δουλειές και απλώς βρισκόταν σε μία ασύμφορη χωροχρονική συγκυρία. Ο Κάρι Γκραντ, από τη μεριά του, ήταν περισσότερο λιγομίλητος, αλλά σχετιζόταν με την υπόθεση που συνέβαινε. Ο «Χιτσ» δεν άφηνε παρά το τέλος για να μάθουμε ποιος ήταν ο ρόλος του στο γαϊτανάκι. Αλλά ασφαλώς και οι δύο δεν μπορούν να μπουν σε αυτήν την κατηγορία.

Όταν ο Σέρτζιο Λεόνε έφτιαξε τα σπαγκέτι γουέστερν, έδωσε στον κόσμο δύο ήρωες: τον Κλιντ Ίστγουντ και τον Τσαρλς Μπρόνσον. Οι φιγούρες στο Χόλιγουντ ήταν μία τελειωμένη εποχή και ο Τζον Γουέιν ανέπνεε τη φορμόλη από τη λήθη. Ο κόσμος άλλαζε και οι ήρωες γίνονταν κατάτι πιο βίαιοι. Μία τάση απομυθοποίησης διαμορφώθηκε: όχι για το αν θα επιβίωνε ο καλός στο τέλος, αλλά για αυτό που πρέσβευε. Ο Ίστγουντ, ο Μπρόνσον, ο Τέλη Σαβάλας, έφερναν αρσενικούς όρους χωρίς χάρη και ταλέντο. Η ωμή πραγματικότητα παρουσιαζόταν στον κινηματογράφο, αν και το τέλος ήταν χαρούμενο.

Ήρθαν έπειτα ο Ράμπο, ο Κόναν ο Βάρβαρος, ο Τέρμινεϊτορ. Σάρκα, σάρκα και ακόμα περισσότερη σάρκα. Η βία γινόταν όλο και περισσότερο ένα ανακουφιστικό δρώμενο για τον θεατή. Ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, παραδείγματος χάρη, έλεγε το «Hasta La Vista Baby», ενώ η μεταφορά στην τηλεόραση έφερνε τύπους σαν τον Σλετζ Χάμερ, που έλεγε «Trust me, i know what i am doing» ή τον Μαγκάιβερ, που είναι ο πρόδρομος των Τζέισον Μπορν και Ίθαν Χαντ. Στη σειρά ήταν πραγματικά ειρωνικό να πέφτει ο ντετέκτιβ πάνω σε μία νταμιτζάνα πετρελαίου, ένα οδοντικό νήμα και μία σπάνια πέτρα, τρία συστατικά τα οποία θα έφτιαχναν μία βόμβα που θα έσκαγε ακριβώς σε μήκος τριών μέτρων, αλλά γινόταν. Ήταν, εν πάση περιπτώσει, μία αρχή.

Όμως η κατάσταση γινόταν όλο και πιο προσωπική. Αυτό αναδεικνύεται στην εξέλιξη του Τζέιμς Μποντ, αν και εδώ πρέπει να γίνει μία εξαίρεση: οι Βρετανοί ήρωες είναι ολότελα διαφορετική κατηγορία. Ο Μποντ, ωστόσο, σιγά σιγά μετατράπηκε σε Αμερικάνος. Ο Ίαν Φλέμινγκ, που πέθανε μόλις 56 χρονών, μόνο το «Δρ. Νο» πρόλαβε να δει στο σινεμά. Και δεν είμαι σίγουρος ότι θα ενέκρινε, εδώ και χρόνια, τις συναισθηματικές μετατροπές του ήρωά του. Όσο προχωρούν οι ταινίες Μποντ, τόσο ο Τζέιμς, ο 007, είναι όλο και περισσότερο ευάλωτος.

Για αυτό και ο Τζον ΜακΛέιν, ο ήρωας δηλαδή που έπαιξε ο Μπρους Γουίλις σε πέντε ταινίες με βασικό τίτλο «Die Hard», που στα ελληνικά μεταφράστηκε ως «Πολύ σκληρός για να πεθάνει», ήταν ένας στο είδος του. Και έκανε μία αρχή για τους σημερινούς ήρωες, αν και η τεχνολογία και η τερατική ανάπτυξή της, δεν επιτρέπει να τη δούμε.


Τα σημαντικά προβλήματα

Ο κινηματογραφικός μύθος αναφέρει ότι τόσο ο Σβαρτσενέγκερ όσο και ο Σταλόνε αρνήθηκαν να παίξουν το ρόλο του ΜακΛέιν. Ο Γουίλις, από τη μεριά του, έψαχνε έναν μεγάλο ρόλο που θα τον έβαζε για τα καλά στα κινηματογραφικά δρώμενα. Ο ΜακΛέιν ήρθε και στάθηκε μπροστά του όπως το μπαστούνι μπροστά στον «Αλητάκο» και το πούρο στον Φιντέλ.

Το θέμα ήταν, εν προκειμένω, ένας νέος ήρωας. Ένας τύπος που δεν είχε όρεξη να αντιμετωπίσει καθάρματα και ληστές, αλλά που είχε πιο σοβαρά προβλήματα με τα οποία έπρεπε να πραγματευτεί: τη χειραφετημένη γυναίκα του, παραδείγματος χάρη, η οποία δεν βρισκόταν ακριβώς στο πλευρό του. Η ίδια πήρε την απόφαση να μετακομίσει στο Λος Άντζελες για να φροντίσει για τη δική της καριέρα και ο Τζον δεν το είχε πάρει καλά. Το πρώτο μέρος της πρώτης ταινίας μάς κάνει μία εισαγωγή σε αυτό και στη λύπη του ΜακΛέιν, όχι για έναν κακό που δεν έπιασε ή για ένα θύμα που δεν γλίτωσε, αλλά για το σημείο που βρίσκεται ο γάμος του και το γεγονός ότι του λείπουν τα παιδιά του. Αυτή η πρωτοτυπία δεν είναι ασύμβατη με την ανθρωπότητα: η Ιστορία δεν είναι μία κατάσταση η οποία επιδέχεται ανυπομονησία, για αυτό και στα 1988 ο κόσμος βρίσκεται σε ένα σημείο που πραγματικά οι σχέσεις μεταξύ ζευγαριών είναι προβληματικές. Και αυτό είναι δίκαιο: οι γυναίκες κερδίζουν χώρο και γίνονται δύναμη, ένας αληθινός πόλος επιρροής και διαδραμάτισης γεγονότων, οπότε αυτός ο χώρος είναι ουσιαστικά ένα κερδισμένο κομμάτι από την ανδροκρατία.Το να είσαι μπάτσος και να μπλέκεις σε επικίνδυνες υποθέσεις, είναι ένα έξτρα πρόβλημα.

Ο ΜακΛέιν δεν έχει μόνο πρόβλημα με τη γυναίκα του, αλλά και με τον εαυτό του. Είναι ένας αστυνομικός που προσπαθεί να πείσει τις μυστικές υπηρεσίες ότι έχει μπλέξει αληθινά σε μία επικίνδυνη κατάσταση και ότι στο σημείο που βρίσκεται υπάρχουν κακοποιοί που θέλουν να διαλύσουν την ανθρωπότητα όπως τη γνωρίζουμε. Αλλά το κυριότερο είναι ότι το καθήκον του και η επιβίωση πάνε χέρι χέρι. Δεν είναι κάποιος που έχει αποσυρθεί και τον φέρνουν ξανά στη δράση, για να λύσει μία υπόθεση. Ουσιαστικά, δεν τον θέλουν. Και σημαντικό είναι πως ούτε ο ίδιος θέλει να μπλέκει. Έχει αλλεργία στα παπούτσια και δεν αντέχει την γκαντεμιά του. Σε όλες τις περιπτώσεις εμφανίζεται με την γκρίνια στο πρόσωπο και στα λόγια του, για το πού έμπλεξε. Σε αυτό βοηθάει το υποκριτικό ταλέντο και ο Μπρους Γουίλις έχει κωμική φλέβα. Είναι πολύ καλύτερος ηθοποιός από τη συγκεχυμένη γνώμη που είχα, αλλά ένας άντρας πρέπει να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει.

Δίνει ένα νέο ύφος στον άτεγκτο υπερασπιστή του νόμου. Τσαλακώνεται με έναν τρόπο ευρωπαϊκό, κάτι που οι Βρετανοί αναγνώρισαν πολύ πρωτύτερα, από τον 19ο αιώνα κιόλας, όταν ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ έγραψε για τον Σέρλοκ Χολμς. Ο Γουίλις παίζει ξύλο του δρόμου, μακριά από τις σίγουρες κινήσεις του «Βρώμικου Χάρι», αλλά και τις πολεμικές τέχνες του Τσακ Νόρις ή του Ρόμπερτ Κάρανταϊν και του Στίβεν Σιγκάλ. Τρώει μάπες και επιστρέφει με ορμή, σαν τον Τζο Φρέιζερ στον αγώνα με τον Αλί στη Μανίλλα. Φυσικά έχει τη χάρη του σκηνοθέτη, αλλά είναι ο ήρωας μίας σειράς ταινιών.


Για τα φράγκα

Δεν είναι τυχαίο που τόσο ο Χανς Γκρούμπερ όσο και ο Σιμόν Γκρούμπερ, δηλαδή οι «κακοί» στην πρώτη και στην τρίτη ταινία της σειράς, ερμηνεύονται από δύο απίθανους Βρετανούς ηθοποιούς. Για τον Άλαν Ρίκμαν ο ρόλος προϋποθέτει λιγότερη κίνηση, αλλά τόσο εκείνος όσο και ο Τζέρεμι Άιρονς έχουν σαιξπηρικό βάθος στις ερμηνείες τους, αν και μοιάζει λίγο υπερβολικό να το λέει κάποιος για μία ταινία δράσης. Ο Άιρονς θα μπορούσε να μην εμφανιστεί καν στην ταινία και μόνο από το τηλέφωνο να έχει πετύχει μία αξιοπρόσεκτη ερμηνεία. Το τρίτο μέρος, ελέω και... ρόστερ, είναι το κορυφαίο στη σειρά, αλλά όταν πέθανε ο Ρίκμαν υπήρξαν πολλοί θαυμαστές που τον χαιρέτισαν και τον αποχαιρέτησαν με έναν δικό τους τρόπο: «Μακάρι να έπαιρνες τα 640 εκατομμύρια δολάρια».

Εδώ υπάρχει μία λεπτή απόχρωση στον τρόπο που ειδικά ο Ρίκμαν παίζει το κακοποιό στοιχείο. Σύμφωνα με τη μυθιστορία, έφθασε στο Λος Άντζελες Τρίτη και του προτάθηκε ο ρόλος Πέμπτη. Αλλά ο «κακός» τόσο σε αυτήν την ταινία, όσο και στο τρίτο μέρος, δεν είναι ένας ψυχασθενής που ψάχνει το μεγαλείο, αλλά ένας τύπος που είναι αρκετά έξυπνος ώστε να θέλει να κλέψει τα έσοδα μίας ολόκληρης βιομηχανίας. Ο Χανς Γκρούμπερ μας συστήνει σε έναν κόσμο που ο τρόμος, που αποτελεί μία φυσική εξέλιξη, δεν προκύπτει από τα θολωμένα μάτια του, αλλά από τα όπλα που έχει. Συμπεριφέρεται με διακριτικότητα και μπορεί να θυμάται και να απαγγείλει εδάφια του Πλούταρχου, παρ’ όλα αυτά η γνώση του δεν έχει να κάνει με τον θρησκευτικό παράφρονα, παρά με την παιδεία που έλαβε με βάση την καταγωγή του. Ο Σιμόν Γκρούμπερ πρέπει να κάνει λίγο περισσότερο κόπο για να πείσει ότι δεν πηγαίνει για τα χρήματα, για αυτό και μία σειρά από πράξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι σχιζοφρενής. Η ερμηνεία των ρόλων τους βγάζει μία σειρά από θεσπέσιες σκέψεις. Υπάρχει μία συγκεκριμένη σκηνή που ο Χανς ζητάει την απελευθέρωση διάφορων πολιτικών κρατουμένων από φυλακές και, όταν τον ρωτάει ένα μέλος της συμμορίας του αν πιστεύει ότι θα το κάνουν, απαντά, «ποιος νοιάζεται;». Όλα γίνονται για τον αποπροσανατολισμό, αλλά αυτή η ατάκα αναδεικνύει και το βρετανικό φλέγμα, εκείνο που οδηγεί σε αστεία του στυλ, «πολύ ωραίος ο καιρός σήμερα;», την ώρα που οι κρουνοί του ουρανού έχουν ανοίξει για τα καλά. Από την αρχή ως το τέλος ο Χανς δεν αφήνει κάποιον να θεωρεί ότι έχει άλλο σκοπό από τα χρήματα και το γεγονός ότι παρουσιάζει μία τόσο σαγηνευτική προσωπικότητα είναι μέρος της μόρφωσής του και όχι κάποιου άλλου σχεδίου.

Υπάρχει και μία άλλη ιστορία για τον Ρίκμαν: η σκηνή που τελικά πέφτει, γίνεται σε αληθινό χρόνο και χώρο. Λέγεται ότι, επειδή θα κατέβαινε από μεγάλο ύψος, είχαν συνεννοηθεί να μετρήσουν ως το τρία για να τον αφήσουν, ώστε όλα να είναι έτοιμα να τον υποδεχθούν. Έγινε ένα γύρισμα, αυτό που φαίνεται και στην ταινία, ωστόσο ο Χανς Γκρούμπερ αποδεσμεύεται από τη γυναίκα του Γουίλις στο δύο και όχι στο τρία, για αυτό και, χαριτολογώντας, λέγεται ότι το βλέμμα του τρόμου στην πτώση έγινε επειδή συνέβη πιο νωρίς από το προβλεπόμενο.


Τα παραπεταμένα

Το κείμενο, ούτως ή άλλως κουραστικό, έπρεπε να τελειώσει εδώ, αν ο φίλος μου ο Σπύρος, τις προάλλες, δεν έγραφε ότι δεν χρειαζόταν να γίνουν τα δύο τελευταία μέρη των ταινιών, δηλαδή το τέταρτο και το πέμπτο.

Προς υπεράσπισή του, έγραψε ότι τα έργα βλέπονται, απλώς δεν ήταν αναγκαία. Σε αυτό διαφωνούμε. Διότι με όλη την τεχνολογική ανάπτυξη και τους διαφορετικούς βιορυθμούς, με όλους τους «κακούς» της τελευταίας τεχνολογίας, που παρουσιάζονται, τους χάκερ, τα νέα όπλα, ο Τζον ΜακΛέιν είναι εκτός εποχής. Ξεπερνώντας αν θα σκοτωνόταν κάπου κάπως σε κανονικό χρόνο (αυτό έπρεπε να γίνει από το πρώτο μέρος στην τελική, όπως και με όλους τους ανθρώπινους υπερήρωες που εμφανίζονται σε ταινίες), ο ΜακΛέιν είναι παράταιρος, σε σημείο που να δημιουργεί αμηχανία. Στην τελική, όμως, είναι μία νίκη η αληθοφάνεια της παρουσίας του, για να υπενθυμίζει καμιά φορά ότι με όλα τα ποδοσφαιρικά στατιστικά και τους νέους δρόμους στο τραπέζι, ένας Ρεχάγκελ μπορεί να νικήσει στο τέλος και με όλα τα βαράκια, τα εργομετρικά, τις αλτικές δυνατότητες και την κτηνώδη δύναμη, οι Σπερς του Τιμ Ντάνκαν, του Τόνι Πάρκερ και του Μάνου Τζινόμπιλι μπορούν ακόμα να είναι φαβορί για τον τίτλο, η Μέριλ Στριπ υποψήφια για τα Όσκαρ, ο Τζακ Νικλάους να νικήσει στην Αουγκούστα στην ηλικία των 46, ο Άλαν Ρίκμαν να παίξει τον πρώτο κινηματογραφικό ρόλο του στα 41. Να υπενθυμίζει ότι το ταξίδι προς τα χρόνια, που κάνουν οι άνθρωποι, έχει νόημα μόνο αν αντιλαμβάνεσαι ότι οδεύεις ταχέως προς τις προηγούμενες γενιές και ότι θα γίνεις ο μεσήλικας που κατά κόρον συνάντησες ή αμφισβήτησες στα νιάτα σου. Και ότι, μάλλον, θα χρησιμοποιείς την ίδια σκωπτική διαδικασία για να αντιμετωπίζεις προβλήματα και καταστάσεις, διότι ο παλιός τρόπος είναι ο σωστός τρόπος.

Επίσης, καλό θα ήταν να ξέρει ο φίλος μου ο Σπύρος ότι το 2017 έρχεται το «Die Hard 6». Και πρωταγωνιστής είναι ο Γίπικαιε, κατά κόσμον Μπρους Γουίλις. 

Στο ρόλο του properman 
ο Λευτέρης Ελευθερίου
Η νέα εποχή του Τζον ΜακΛέιν Η νέα εποχή του Τζον ΜακΛέιν Reviewed by Proper Man on 6:00 PM Rating: 5
Powered by Blogger.