950 χρόνια από τον πληθυντικό ευγενείας




Πριν από όλα, ας εντρυφήσουμε λίγο στη διαδικασία των ευχών: εν προκειμένω, σε εκείνη που αφορά στην υγεία και γίνεται μόνιμη επωδός. 

Ο Αριστοτέλης είχε πει (κάπως παραφραστικά επειδή δεν το θυμάμαι ακριβώς) ότι «ασχολούμαι με τη φιλοσοφία για να κάνω συνειδητά τα πράγματα που οι άλλοι τα κάνουν επειδή φοβούνται». Βρίσκω στην πρόταση μία θαυμάσια ωμή αλήθεια. Ο φόβος είναι το πιο σημαντικό διεγερτικό που υπάρχει.

Και έτσι, στην ευχή της υγείας, βρίσκω έναν παγανιστικό φόβο. Πανάρχαιο. Δεν υπάρχει, στο 99,999999% των ευχών που χρησιμοποιούμε περίπτωση να μη βρίσκεται μέσα η υγεία. Ακόμα και αν δεν είναι άμεσο το νόημα («χρόνια πολλά», παραδείγματος χάρη, εκτός κι αν κάποιος κρετίνος σου εύχεται μεν χρόνια πολλά αλλά ελπίζει να ζήσεις τα επόμενα 60 με ακρωτηριασμένο χέρι), είναι έμμεσο. Όπως στην περίπτωση του «πολλά λεφτά», που φαντάζομαι ότι δεν εννοεί κάποιος πως πρέπει να τα «φας» στους γιατρούς ή να τα φυλάς στο σεντούκι, αλλά να τα ξοδεύεις για να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα. Οπότε όταν μία ευχή, λόγου χάρη, συντάσσεται ως εξής, «χρόνια πολλά, υγεία, ευτυχία, ό,τι επιθυμείς και πολλά λεφτά», μεταφράζεται ως εξής: «Να έχεις υγεία για να ζεις πολλά χρόνια, να έχεις υγεία, να έχεις υγεία και ταυτοχρόνως να βρίσκεσαι συνεχώς σε μία κατάσταση έκστασης και να έχεις υγεία για να μπορείς να ξοδεύεις». Και φυσικά, το κερασάκι σε αυτήν την τούρτα της εκφοβιστικής κατάστασης, είναι το «υγεία πάνω από όλα, είναι το πιο σημαντικό αγαθό». Αν δεν καταλάβαμε ότι κάποιος μας ευχήθηκε υγεία, τότε μας το υπερτονίζει. 

Μπορεί να είμαι εγώ ο παράξενος, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις διαπιστώνω ότι ο άνθρωπος που εύχεται υγεία παίρνει το ύφος εκείνου που γνωρίζει ότι διατυπώνει μία πρωτότυπη σοφία. Βεβαίως, είναι φόβος. Είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, ο απαραίτητος αρχαιοελληνικός οβολός στην εξευμένιση των Θεών. Ακόμα και στη μυθολογία και στο Δωδεκάθεο- που λογικά οι Θεοί ήταν την περισσότερη ώρα πίτα- μπορείς να παρατηρήσεις περιπτώσεις ανθρώπων που αναφέρονται σε αυτούς, όχι για να ζητήσουν κάτι (άνεμο ή συγχώρεση ή έμπνευση), αλλά διότι, για έναν αδιόρατο λόγο, είναι αναγκασμένοι να το κάνουν επειδή φοβούνται ότι αν δεν πουν τα ονόματά τους δυνατά, οι Θεοί θα θεωρήσουν ότι δεν τους σκέφτονται. Κάτι που μας δείχνει δύο συμπεράσματα: πρώτον, ότι όντως οι τύποι εκεί στον Όλυμπό ήταν μεγάλες αλκοόλες που είχαν βαρεθεί μέχρι και τις παρτούζες και, δεύτερον, ότι δεν ήξεραν τι σκέφτονται οι άνθρωποι- ή, έστω, έτσι μας παρουσιάζεται. Το ίδιο θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος και για τη μονοθεΐα, θου Κύριε. 

Αν διαβάζετε αυτό το κείμενο, σταματήστε να εύχεστε «υγεία». Εκτός αν το κάνετε ως έθιμο, όπως είναι, παραδείγματος χάρη, ο εκκλησιαστικός γάμος ή το κρέας τις Απόκριες. Το «χρόνια πολλά, ό,τι επιθυμείς» από μόνο του έχει τόση υγεία μέσα του που κανονικά, αν είχαμε το ένα πέμπτο ζωής από το χρονικό διάστημα που μας εύχονται να ζήσουμε χωρίς καν να πούμε υγεία, θα έπρεπε να φθάσουμε 120 χρονών. Κάτι που θα ήταν γαμάτο, διότι ουδείς θέλει να πεθάνει, φυσιολογικά.

Και, ναι, αυτό ήταν η παρένθεση.  
Ο λόγος εδώ γίνεται για αυτό που αναφέρει ο τίτλος- και ο οποίος είναι κυριολεκτικός και όχι ένα λεκτικό τρικ, όπως μέχρι τώρα νόμιζε ο Σπύρος. Στο πώς δημιουργήθηκε ο πληθυντικός ευγενείας. Ο οποίος φέτος γιορτάζει την 950η επέτειό του και μας ήρθε από τους Άγγλους και τους Σκωτσέζους. Τώρα, είναι καταπληκτικό να βλέπεις τον Άλεξ Φέργκιουσον να μασάει την τσίχλα του και να σκέφτεσαι ότι ο great great great great grandfather του έφερε τον πληθυντικό ευγενείας (ή ακόμα και ο ίδιος ο Σερ Άλεξ, είναι εξωγήινος άλλωστε) ή κάτι αντίστοιχο όταν αντικρίζεις τον Άντι Μάρεϊ να χώνει μπινελίκια μετά από ένα χαμένο βόλεϊ στον φιλέ, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Οι Άγγλοι και οι Σκωτσέζοι το δημιούργησαν  κατά λάθος ή, για την ακρίβεια, οι Γάλλοι ήταν που κατάλαβαν λάθος. 

Το 1066 οι Νορμανδοί Γάλλοι του Γουλιέλμου του καταχτητή περνούν στη Μεγάλη Βρετανία (το μεγαλύτερο νησί από τα περίπου 5.000 που υπήρχαν απέναντι από τη γαλλική Βρετάνη, το οποίο έτσι ονόμασαν οι Ρωμαίοι) με στόχο την κατάκτηση. Οι περισσότεροι Γάλλοι έμειναν στη Μεγάλη Βρετανία και αφομοιώθηκαν με τους κατοίκους, οπότε οι Αγγλοσάξωνες έπρεπε να καταφύγουν στα σκωτικά όρη, εκεί που ζούσαν οι Χάιλαντερς. Τώρα, βεβαίως, σχεδόν 950 χρόνια μετά, στη Σκωτία ακόμα τίθεται θέμα ανεξαρτησίας από τους κατοίκους των Χάιλαντς, οι οποίοι θεωρούν πως πως είναι αυθεντικοί Σκωτσέζοι, φορούν κιλτ και παίζουν γκάιντα και θεωρούν ότι δεν έχει υπάρξει κάποια πρόσμιξη, αν και είναι τουλάχιστον στο μισό και Αγγλοσάξωνες. Αλλά η πετριά του καθενός είναι δικό του πρόβλημα και, προφανώς, δεν έχει να κάνει μόνο στην πατριδική αξιοπρέπεια και στον εγωισμό, αλλά στον πλούτο. Και επειδή όπως είναι η κοινωνία μας είναι αδύνατον να πλουτίζουν πολλοί άνθρωποι μαζί, θα πλούτιζαν λίγοι και πολλοί θα ήταν ευχαριστημένοι μέχρι να σταματήσουν να έχουν να τρώνε. Διότι αν είναι να πεθάνεις της πείνας στο Ντίσελντορφ ως Έλλην και να σου πει κάποιος ότι θα σου δώσει να φας αν δηλώσεις Γερμανός, εσύ θα δηλώσεις Γερμανός και θα πεις και το Λιλί Μαρλέν. 

Τώρα, εκείνη την περίοδο των Νορμανδών Γάλλων, οι κατακτητές διαπίστωσαν έκπληκτοι ότι οι Αγγλοσάξωνες φεουδάρχες μιλούσαν στους κολλήγους τους στον πληθυντικό και οι κολλήγοι τους απαντούσαν επίσης στον πληθυντικό. Οι Νορμανδοί Γάλλοι μπορεί να μπήκαν στη Μεγάλη Βρετανία με σκοπό την κατάκτηση, αλλά το γνώριζαν ότι οι Αγγλοσάξωνες ήταν πιο πολιτισμένοι από εκείνους. Το πρόβλημα ήταν ότι κατάλαβαν λάθος. Εκείνη την εποχή τόσο οι φεουδάρχες όσο και οι κολλήγοι μιλούσαν ως εκπρόσωποι ομάδων, οι μεν της φαμίλιας τους, οι δε των υποταχτικών. Αυτή η παρεξήγηση ήταν αργά για να λυθεί. Όταν οι Γάλλοι έφυγαν από τη Μεγάλη Βρετανιά και επέστρεψαν στη Γαλατία μέσα από τη Βρετάνη, έφεραν δύο πράγματα: τον θαυμασμό τους για τους Άγγλους φεουδάρχες και τον πληθυντικό ευγενείας. Ξεκινώντας από μία παρεξήγηση, πέρασε και καθιερώθηκε σε όλο τον κόσμο. 

Και όποιος θυμάται τα αγγλικά, θα ξέρει ότι το δεύτερο ενικό και το δεύτερο πληθυντικό είναι ίδια. Αυτό συνέβη στη γλώσσα, για να καταργηθεί ο πληθυντικός ευγενείας, που τον θεωρούν ανόητο. Και κατά βάση είναι. 

Η ιστορία έχει ληφθεί από το βιβλίο του υπέροχου σύγχρονου νεοέλληνα Γίγαντα, του Βασίλη Ραφαηλίδη, «Λαοί της Ευρώπης Καταγωγή και χαρακτηριστικά». Ως συμπέρασμα αυτής της ιστορίας, γράφει: «Οι άλλες γλώσσες όμως συνεχίζουν να είναι ηλιθιωδώς ευγενικές, μετατρέποντας την ευγένεια, ένα πρόβλημα ήθους, σε γλωσσικό πρόβλημα. Αδυνατούμε να καταλάβουμε πως η ανθρώπινη λαλιά δεν κάνει ποτέ λογικά σφάλματα, εκτός κι αν είναι παράλογος αυτός που μιλάει. Είναι αδύνατο να εκλάβεις τον έναν για πολλούς, εκτός κι αν είσαι μεθυσμένος. Αλλωστε, αν η ευγένεια ήταν πρόβλημα γραμματικής, αγενείς θα ήταν μόνο οι αγράμματοι». 

Αδυνατούμε να καταλάβουμε πως η ανθρώπινη λαλιά δεν κάνει ποτέ λογικά σφάλματα, εκτός κι αν είναι παράλογος αυτός που μιλάει. Πράγματι, η έφεση στον ενικό είναι ακαταμάχητη. Δυστυχώς, μαθαίνουμε από πολύ μικρά παιδιά να μιλάμε στους μεγαλύτερους στον πληθυντικό και αυτό να είναι ένδειξη σεβασμού. Η ευγένεια, αντί να ισχύει χωρίς τη γλωσσική τυμπανοκρουσία, εξαρτάται από αυτήν. Λίγο καιρό αφού ξεκίνησα αυτήν την αναθεματισμένη δουλειά, ήρθε ένας πιτσιρικάς που μιλούσε σε όλους στον πληθυντικό ευγενείας, κάτι που δεν ενστερνιζόμουν. Το πρόβλημα, ωστόσο, ήταν το θράσος του- το οποίο είναι απαραίτητο για τη συγκεκριμένη δουλειά- το οποίο υπήρχε και απλώς ο ενικός ήταν το κερασάκι στην τούρτα του. Ήταν λάθος, ωστόσο, να πιστεύω ότι το να μιλάει σε όλους στον ενικό, τον έκανε θρασύ. Ήταν ορμέμφυτος, επειδή ήταν πιτσιρικάς και πάντα πιστεύεις ότι οι πιτσιρικάδες πρέπει να μαθαίνουν να φέρονται. Διαιωνίζοντας, έτσι, το λάθος του ανθρώπινου είδους που θέλει από τους μικρούς ανθρώπους να μοιάζουν στους μεγάλους, ακολουθώντας τις ίδιες δεξιότητες. 

Ομολογώ ότι είμαι από εκείνους που χρησιμοποιούν τον πληθυντικό ευγενείας πολύ συχνά. Όπως πολλοί, δεν το κάνω από σεβασμό, αλλά για να αποφύγω την παρεξήγηση που θα μπορούσε να φέρει η ερμηνεία του μη σεβασμού. Δεν έχω σεβαστεί, άλλωστε, άνθρωπο που του μιλάω στον πληθυντικό- τον οποίο γνωρίζω και δεν υπάρχει απλώς λεπτή αβρότητα- περισσότερο από κάποιον που του μιλάω στον ενικό. Το αντίθετο, μάλιστα. Ωστόσο, έπειτα συμβαίνει το άλλο παράδοξο: θέλεις να κόψεις τον πληθυντικό και δεν μπορείς. Διότι μπορεί να νιώθεις ότι αυτό θα κάνει τον άλλο να πιστέψει ότι έπαψες να τον σέβεσαι. Κυκεώνας. 

Υπάρχει, ωστόσο, ένας πληθυντικός ευγενείας που μου αρέσει πολύ: αυτός που χρησιμοποιείται για να μιλήσεις σε ένα κορίτσι. Μπορεί να είναι της ιδέας μου, αλλά εγκολπίζει κάτι εξαιρετικά ερωτικό και ελκτικό, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της λεκτικής απόστασης. Αλλά αυτό συμβαίνει αναγκαστικά, όταν οι λέξεις δημιουργούν αυταξία. Δεν μου έχει τύχει, ωστόσο, να υπάρχει αμοιβαίος ερωτισμός στην εκατέρωθεν χρήση του πληθυντικού ευγενείας, ενός λάθους που αυτό το έτος «γιορτάζει» τα 950 χρόνια από τη γέννησή του.

Στο ρόλο του properman 
ο Λευτέρης Ελευθερίου
950 χρόνια από τον πληθυντικό ευγενείας 950 χρόνια από τον πληθυντικό ευγενείας Reviewed by Proper Man on 7:13 PM Rating: 5
Powered by Blogger.