Το στυλ που επαναφέρεται







Δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά η δεκαετία του ’80 ήταν σκατά. Ήταν σκατά, κατά τη γνώμη μου, πολύ πριν δω τον Κριστόφ Βαλτς να λέει στον Κίμελ ότι ήταν σκατά. Και ένιωσα περήφανος, τόσο για τον Κριστόφ όσο και για μένα, όταν ο Κίμελ του απάντησε ότι «είσαι ο μόνος που έχω ακούσει να μην του αρέσει η δεκαετία του ’80». Και ο Βαλτς απάντησε: «Διότι είμαι ο μόνος που ήμουν εκεί, για αυτό».

Ό,τι ωραιότερο συνέβαινε τη δεκαετία του ‘80, είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’70. Ελάχιστες καταστάσεις υπήρχαν που δημιουργήθηκαν το ’80 και ήταν υπέροχες. Ένα τοπ 10.

-Το ντραφτ του ΝΒΑ το 1984 και οι τελικοί του ίδιου έτους.

-Το γκρέμισμα του τείχους του Βερολίνου το 1989.

-Το πρωτάθλημα της Άρσεναλ το ίδιο έτος, όταν νίκησε 0-2 στο «Άνφιλντ» τη Λίβερπουλ και με νίκη ακόμα και με σκορ 0-1 έχανε το πρωτάθλημα. Όχι τόσο για τη συγκεκριμένη επιτυχία, όσο για το γεγονός ότι τρία χρόνια αργότερα ο κατά τη γνώμη μου σπουδαίος Νικ Χόρνμπι- ο συγγραφέας που περισσότερο από κάθε άλλον ακουμπάει το zeitgeist του παρόντος όταν γράφει- δημοσίευσε το «Fever Pitch», ένα από τα πιο όμορφα ποδοσφαιρικά βιβλία όλων των εποχών και η επιτυχία της Άρσεναλ αποτέλεσε έμπνευση.

-Ο πρώτος δίσκος του Φοίβου Δεληβοριά, «Παρέλαση», το 1989.

-Οι «ανθισμένες μανόλιες», ταινία του 1989, διότι όταν η Σίρλεϊ ΜακΛέιν, η Ντόλι Πάρτον, η Ντάριλ Χάνα και η Τζούλια Ρόμπερτς παίζουν μαζί σε μία ταινία, τότε μπαίνει κατευθείαν στις καλύτερες στιγμές μίας δεκαετίας.

-Οι Φατμέ.

-Το «Κάποτε στην Αμερική», του Σέρτζιο Λεόνε.

-H ταινία «Blues Brothers». Σε αυτήν, εκτός των Τζον Μπελούσι και Νταν Αϊκρόιντ, καταχωρείται όλη η κομπανία της δεκαετίας του ’80, όπως ο Μπιλ Μάρεϊ και ο Τζον Γκούντμαν. Και, σούπερ μπόνους, ο Ρόμπιν Γουίλιαμς.

-Η Νάπολι του Ντιέγκο Μαραντόνα.

-Το Ευρωμπάσκετ του 1987.

Τώρα, επειδή η λίστα είναι πρόχειρη, προφανώς δεν ενέχει ουσιαστικά σπουδαίες στιγμές. Αλλά δεν θα μπορούσες να βρεις κάποια που να «γεννήθηκε» το ’80. Ακόμα και οι ίδιες οι στιγμές, αν τις αναλύσεις, προέρχονται από τα προηγούμενα χρόνια. Ασφαλώς, σε αυτήν την περίπτωση, το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το χρονικό διάστημα μίας δεκαετίας είναι μικρό για να δημιουργήσει κάτι και αυτό απευθείας να μεσουρανήσει. Ας πούμε, η περίπτωση του τραγουδιού «The Wall», των Pink Floyd, θα μπορούσε να καταχωρηθεί ως η κορυφαία, αλλά ο ομώνυμος δίσκος κυκλοφόρησε στις 30 Νοεμβρίου του 1979. Σόρι Ρότζερ Γουότερς.
Η δεκαετία του ’80 ήταν μουντή και είχε το AIDS, είχε Ψυχρό Πόλεμο, το Χέιζελ, γελοιογραφίες Ολυμπιακών Αγώνων με μποϊκοτάζ, τον Ρόναλντ Ρήγκαν και τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ως κυβερνητών των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης, τον Ροκ Χάτσον να πεθαίνει από AIDS και να σοκάρει τον κόσμο, το Τσέρνομπιλ και φυσικά το ΠΑΣΟΚ και τη νέα κατάσταση στα μπουζούκια επί ΠΑΣΟΚ. Είχε το Χέιζελ και το Χίλσμπορο και το στυλ ως περίγραμμα ύπαρξης ήταν αποκαρδιωτικό. Είχε και αρκετά ωραία πράγματα, αλλά ελάχιστα, για να επαναλάβω, κύησε. Οι πρωταγωνιστές που έβγαλε, οι μέγκα σταρ, ήταν πολύ λίγοι.
Το ’80 ήταν τόσο γάμησέ τα, διότι ήταν το απότοκο του Μάη του ’68. Ο Μάης του ’68 ήταν απίστευτος. Το Γούντστοκ, το 1969, ήταν μυθικό. Οι άνθρωποι περπατούσαν με στόχο να απολαύσουν τη ζωή. Και μετά ήρθε το ’70 και οι χίπις ήταν γραφικοί και δεν έμοιαζαν επικίνδυνοι, αλλά ήταν επικίνδυνοι. Και μετά ήρθε το 1980 και ο Μαρκ Ντέιβις Τσάπμαν σκότωσε τον Τζον Λένον και ξαφνικά (όπως έγραψε ο Ντον ΜακΛιν στο «American Pie» μετά το αεροπορικό δυστύχημα του 1959 που πήρε τη ζωή του Μπάντι Χόλι, του Ρίτσι Βάλες και του Big Bopper Τζιλ Ρίτσαρντσον) η μουσική πέθανε.
Ήταν, απλώς, το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Ένα δεδομένο (;) είναι ότι έχουμε μέσα μας γενεαλογικά στοιχεία του μακρινού παρελθόντος. Αυτό που αποκαλείται προγονική μνήμη και μπορεί να δημιουργεί έλξη και τα τοιαύτα ή να μας κάνει να ενεργούμε με μαεστρία σε καταστάσεις που δεν έχουμε ζήσει ξανά. Το 1968 ήταν επανάσταση και αν η επιτυχημένη επανάσταση δεν φθάσει σε όριο να γίνει γραφική και να μιζεριάσει τόσο πολύ από την κατάχρηση ώστε να γίνει ένα ηλίθιο καθεστώς, δεν είναι επανάσταση. Τα ρούχα του ’80, τα μαλλιά, το στυλ κουρέματος, η γκόθικ μόδα, οι γερμανικές μπότες, τα «σκληρά» συγκροτήματα, το μοντέλο της γυναίκας που με ακρίβεια πήγαινε προς την ανορεξία, τα προφυλακτικά... Το μαύρο χρώμα μπήκε παντού και ανάγκασε τα υπέροχα σακάκια και το κλασικό ντύσιμο να περάσουν σε δεύτερη μοίρα. Δεν υπήρχε κάτι καλό στη δεκαετία του ’80, εκτός ότι τη ζήσαμε. Τα σύνορα ήταν κλειστά, άνθρωποι δραπέτευαν για να ζητήσουν άσυλο και στο τείχος υπήρχαν ακόμα φρουροί. Η αποτυχία να προελαύνει το ωραίο ήταν το σήμα κατατεθέν αυτής της δεκαετίας σε όλο τον κόσμο. Υπήρχαν, ασφαλώς και λαμπερές στιγμές, όπως η βρετανική ποπ κουλτούρα και ο πρίγκιπας της μελαγχολίας, Μόρισεϊ, πάντως ακόμα και με αυτές στο παλίμψηστο δεν αλλάζει το περίγραμμα: the 80’s sucked.



Ο Μάικλ Μπούμπλε είναι ένας Καναδός τραγουδιστής, ο οποίος έκλεισε τα 40 χρόνια του τον Σεπτέμβρη του 2015. Το 2011 έκανε ένα άλμπουμ ονόματι «Χριστούγεννα», το οποίο βρέθηκε στην πρώτη θέση του Billboard 200 τις τέσσερις τελευταίες εβδομάδες του έτους και την πρώτη του 2012. Ο Μπούμπλε λέει τα κλασικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια και συμπεριφέρεται με βάση το πρωτόκολλο των διασκεδαστών της δεκαετίας του ’60. Έχει μπει και επισήμως στην κατηγορία εκείνων που έχουν πει χριστουγεννιάτικα, όπως είναι ο Μπινγκ Κρόσμπι, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Ντιν Μάρτιν, ο Σάμι Ντέιβις τζούνιορ. Πλην του πρώτου, οι άλλοι τρεις είναι μέλη της Rat Pack*, η οποία διαμόρφωσε την περιοχή Λας Βέγκας. Στις 14 Μαΐου του 1998, όταν ο Σινάτρα πέθανε, τα φώτα στο Βέγκας έσβησαν. Το Βέγκας, μία περιοχή που δημιουργήθηκε για να ξεκουράζονται οι στρατιώτες που διέσχιζαν την έρημο της Νεβάδας, είναι ο μόνος τόπος της ιστορίας που υπάρχει και εφημερεύει χωρίς να παράγει κάτι. Είναι σαν να εμφανίστηκε από μόνος του και κάπου πρέπει να υπάρχει μία προφητεία που να αναφέρει ότι με τον ίδιο τρόπο θα εξαφανιστεί.
Η κομψότητα δεν είναι άβατο. Κάνει τον κόσμο ωραιότερο και ίσως, μέσα από αυτήν την τεχνική, να γίνεται και καλύτερος. Για αυτό ο ψυχαγωγός είναι ανάγκη, ανάμεσα στον αυτοσαρκασμό και τη γελοιοποίησή του, την προσπάθειά του να βγάλει γέλιο και το συνολικό δράμα, να είναι κομψός. Να υπηρετεί μία θεατρικότητα, εκείνη της απλότητας.Αν αυτή βγάλει αθέλητη κωμωδία, ακόμα καλύτερα.
Και ενώ ο Μπούμπλε, παρά την επιτυχία του- η οποία είναι μία σήμανση που δείχνει ότι ο κόσμος βαρέθηκε από τη συνολική εκκεντρικότητα και την τάση της μικρομεσαίας τάξης να θέλει αποτελεί ένα πνευματικό σύνολο- δεν μπορεί να επαναφέρει το στυλ του Βέγκας, αυτό πάει πια, δεν μπορεί να πει κάποιος το ίδιο για τον Τζίμι Φάλον.
Ο οποίος έχει πάει το The Tonight Show, την εκπομπή που παρουσίαζε για 30 χρόνια ο δεύτερος Mr TV (με πρώτο τον πολυτάλαντο Μίλτον Μπερλ), Τζόνι Κάρσον.
Το κόλπο είναι ότι κάνει τα πάντα να μοιάζουν ανεπιτήδευτα. Το γέλιο του είναι πηγαίο, όταν ο καλεσμένος του κάνει χιούμορ σκύβει στην καρέκλα του. Και δεν εξαρτάται από την τεχνολογία, αλλά τη χρησιμοποιεί προς όφελός του. Ειδικά σε δύο περιπτώσεις, σε εκείνη που οι Roots παίζουν κομμάτια με σχολικά μουσικά όργανα, αλλά και σε αυτή που όλοι μαζί τραγουδούν α καπέλα, ο Φάλον στοχεύει στα views, αλλά δεν φαίνεται να νιώθει κάποια πίεση. Η δημιουργικότητα της στιγμής- ακόμα και αν δε μιλάμε για την ανακάλυψη της πενικιλίνης- είναι ασύγκριτη. Το Hello της Αντέλ, με τα σχολικά όργανα, έχει 24,5 εκατομμύρια views και ανέβηκε πριν 36 μέρες.
Ο Φάλον είναι ο Νέος Άνδρας, με τρόπο που θα μπορούσε να είναι ο Ντιν Μάρτιν στη δική του εποχή, αν δεν αγαπούσε τόσο πολύ το ποτό, που παρεισέφρυε στη μελιστάλακτη φωνή του. Αφήνει τη θηλυκή πλευρά του να ξεχειλίσει και είναι δοτικός, ένας man’s man, χωρίς να χάνει από τον πρωταγωνιστικό ρόλο του. Αν η τηλεόραση φτιάχνει role models, ο Φάλον είναι εκείνος που αξίζει να παρακολουθήσει κάποιος, για να διαπιστώσει την έλλειψη κόμπλεξ ή το ταλέντο με το οποίο κρύβει τα συμπλέγματά του. Φυσικά, είναι μόνο μια μικρογραφία, αλλά βάλτε να δείτε το «All i want from Christmas is you» που τραγουδάει με τη Μαράια Κάρεϊ ή τον Μάικλ Μπούμπλε να τραγουδάει χριστουγεννιάτικα με την αχαρακτήριστα χαρισματική Αριάνα Γκράντε.
Και όπως θεωρώ ότι οι πατάτες με τα τηγανητά αυγά είναι το αγαπημένο φαγητό μου, εκθρονίζοντας τη σπαγκέτι μετά από δεκαετίες κυριαρχίας, έτσι νομίζω ότι χρειάζεται να βλέπουμε απλούς ανθρώπους με ταλέντο, που φορούν πουλόβερ με πουκάμισο. Κάνουν τον κόσμο ωραιότερο και όταν είναι ωραίος, μέχρι να βάλουμε τα άσχημα αποτυπώματά μας για να τον μουτζουρώσουμε, είναι και καλύτερος.


Στο ρόλο του properman 
ο Λευτέρης Ελευθερίου
Το στυλ που επαναφέρεται Το στυλ που επαναφέρεται Reviewed by Proper Man on 3:38 PM Rating: 5
Powered by Blogger.