«Συννεφιασμένη» προβολή…





Το properman.gr τα βάζει με τον Μανούσο Μανουσάκη και την προσπάθειά του, στο «Ουζερί Τσιτσάνης», να απεικονίσει τον «Θεό», μέσα από μία αγιογραφία ασεβή απέναντι στο όνομα του μεγάλου Βασίλη Τσιτσάνη

Έμαθα για το «Ουζερί Τσιτσάνης» το καλοκαίρι και χωρίς δεύτερη σκέψη μου γεννήθηκε η επιθυμία να δω την ταινία. Μόνο το όνομά του είναι ικανό να σε οδηγήσει στο βολικό κάθισμα οποιασδήποτε κινηματογραφικής αίθουσας, πόσο δε η μουσική του. Αυτό φυσικά το γνώριζε και ο Μανούσος Μανουσάκης όταν αποφάσισε να φέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.
Έφτασα στο δημοτικό σινεμά του Ρέντη γεμάτος προσμονή, ενώ στο σαλονάκι άκουγα από το τέλος της προηγούμενης προβολής τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και σιγοτραγουδούσα τους άγιους στίχους της. Δεν άργησε η ώρα που πήρα θέση μπροστά από το πανί, με την προβολή να ξεκινάει το ίδιο όμορφα όπως τελείωσε η προηγούμενη: με τη μουσική του Τσιτσάνη.


Τι έδειξε

Το έργο διαδραματίζεται, ως επί το πλείστον, στο μικρό ουζερί στη Θεσσαλονίκη στο οποίο τραγουδούσε ο Τσιτσάνης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Εκεί, μεταξύ φτωχών, χαφιέδων και αντιστασιακών συντελούνται οι σημαντικότερες πράξεις που δίνουν τροφή στο σενάριο για να προχωρήσει. Η ταινία έχει ως βασικό της θέμα την σκληρή πραγματικότητα στη ζωή των Εβραίων που κατοικούσαν τη νύφη του Θερμαϊκού και τις βαρβαρότητες που αργότερα οδήγησαν σε αυτό που αποκαλούμε ολοκαύτωμα. Μέσα από όλο αυτό το χάος ξεπετιέται ένας έρωτας, ενός Χριστιανού και μία Εβραίας. Είναι καταδικασμένος όμως να χαθεί στους πυκνούς καπνούς που αφήνει πίσω του το τραίνο για την Πολωνία, το οποίο οδηγεί τους Εβραίους της πόλης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Παράλληλα, προβάλλονται κάποιες αντιστασιακές πράξεις, πολλή ωμή βία και καθόλου Τσιτσάνης…
Ο Τσιτσάνης είναι ένας σιωπηρός παρατηρητής της σκληρής πραγματικότητας, από την οποία εμπνέεται με στόχο να γράψει τραγούδια που θα οδηγήσουν τους θαμώνες του μαγαζιού του όσο γίνεται πιο μακριά απ’ αυτήν. Βοηθάει τον νεαρό πρωταγωνιστή να βρει Χριστιανική ταυτότητα για την αγαπημένη του όταν αυτή το σκάει από το εβραϊκό γκέτο και προσπαθεί να τον διασκεδάσει με την «Συννεφιασμένη Κυριακή» στο τέλος της ταινίας, όταν αυτή αποφασίζει να τον αφήσει και να μπει στο τραίνο του θανάτου. Τον διασκεδάζει δηλαδή, με ένα τραγούδι που ολοκληρώθηκε στην Αθήνα, ένα χρόνο αφού ο Τσιτσάνης είχε κλείσει το ουζερί! 



Ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσάνης είπε στον Χατζηδουλή, το 1979 για το τραγούδι: «Κατά την περίοδο της κατοχής στη Θεσσαλονίκη εμπνεύστηκα και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Και μου έδωσε την αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μού ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη «συννεφιά» της κατοχής και την απελπισία που μας έδερνε όλους. Βασανίστηκα περίπου ένα χρόνο (κυρίως ως προς τη μελωδία τού τρίτου στίχου).» Στο θέμα της στιχουργικής δυστοκίας ο Τσιτσάνης επανέρχεται και στη συνέντευξή του προς τον Gauntlett: «Την πιο μεγάλη κούραση και στενοχώρια μού έδωσε η «Συννεφιασμένη Κυριακή». Δεν μπορούσα να βρω μια επαναληπτική λέξη τρισύλλαβο. Τελικά η λέξη βγήκε από το ίδιο το κείμενο: «που έχει πάντα συννεφιά – συννεφιά». Η υπογραμμισμένη λέξη είναι η ζητούμενη. Κάθε άλλη αντ’ αυτής ήταν αρνητική μουσικώς». Μάλιστα στην ταινία ακούγεται η τελική μορφή του τραγουδιού, που προέκυψε μετά την πρώτη φωνογράφησή του από τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τη Σωτηρία Μπέλου το 1948! Εκεί ο Τσαουσάκης, μπερδεύτηκε και αντί για «πλακώνει» που ανέφερε αρχικά ο στίχος, τραγούδησε «ματώνει» κάτι που άρεσε στον Τσιτσάνη και το κράτησε.



Τι θα έπρεπε να δείξει

Ούτε χασίσια, ούτε μόρτες να μανουριάζονται, ούτε ρεμπέτικο, ούτε, ούτε… Ένας Τσιτσάνης χωρίς Τσιτσάνη. Θα μου πείτε, άλλο είναι το θέμα της ταινίας. Ναι, αλλά φέρει το όνομα του Τσιτσάνη και θα έπρεπε να σεβαστεί τουλάχιστον τη μνήμη του, δείχνοντας αυτό που πραγματικά ήταν την εποχή εκείνη, πριν κάνει την επανάσταση και συνδέσει το ρεμπέτικο με τον δυτικό ήχο.
Να δείξει τον Τσιτσάνη που την εποχή εκείνη τραγουδούσε στα μεγάλα μαγαζιά που είχαν οι συνεργάτες των Γερμανών για να θρέψει το παιδί του και να συντηρήσει το μαγαζί του, κι ας μην είναι ωραία εικόνα. Να δείξει την κακόφημη πελατεία του, που στοιβαζόταν στο μαγαζάκι το οποίο μετά βίας χωρούσε δέκα τραπέζια και σέρβιρε μόνο τυρί και σαρδέλες, γιατί δεν υπήρχε τίποτε άλλο στην Κατοχή. Να δείξει τις γυναίκες που τον ξεμυάλισαν και παραλίγο να χαλάσει το γάμο του, πιο διεξοδικά και όχι επιφανειακά όπως το έκανε. Να τον δείξει στις περιοδείες που έκανε πριν την κατοχή για να διασκεδάσει τους πληγωμένους στρατιώτες στα νοσοκομεία, να πετάνε τις πατερίτσες και να χορεύουν στο άκουσμα του μπουζουκιού, μέχρι να τους διατάξει ο διοικητής τους να επιστρέψουν στα κρεβάτια τους. Να πει για την «Αρχόντισσα», που γράφτηκε από τον Τσιτσάνη στο πειθαρχείο του Τάγματος Τηλεγραφητών στη Θεσσαλονίκη, όπου τον έκλειναν συχνά επειδή παραβίαζε τις άδειες ως φαντάρος.
Αυτό ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης και αυτό έπρεπε να δείξει ο Μανούσος Μανουσάκης. Τον Τρικαλινό μάγκα, τον γιό του τσαρούχα, τον «Βλάχο» που κατάφερε να αλλάξει τη ιστορία της ελληνικής μουσικής. Δεν είχε ανάγκη από καμία αγιογραφία. Γιατί πώς να το κάνουμε διάολε, δεν αγιογραφείται ο ίδιος ο Θεός, ακόμα κι αυτός που ο λόγος του ακουγόταν σε σκοτεινά καταγώγια ή σε μεγάλες πίστες.

Υ.Γ.: Παρά τα όσα διαβάσατε παραπάνω, η ταινία είναι καλή, δεδομένου ότι μιλάμε για ελληνικό κινηματογράφο. Θα μπορούσε βεβαίως να είναι πολύ καλύτερη, αλλά...


«Συννεφιασμένη» προβολή… «Συννεφιασμένη» προβολή… Reviewed by Leonidas Boutivas on 1:58 PM Rating: 5
Powered by Blogger.