Η μιζέρια ως ελιξίριο της ύπαρξης


Σε ένα κείμενο που δεν ξέρεις ακριβώς πώς να εκφράσεις αυτό που θέλεις να γράψεις, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έναρξή του. Όταν δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι αυτό που θέλεις να εκφράσεις, αν και γνωρίζεις πού θέλεις να καταλήξεις, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο ασφυκτική. Πώς να γράψεις μία αρχή για κάτι που δεν έχει αρχή; Το τέλος είναι, ούτως ή άλλως, μία σύνθεση καταστάσεων που η πλειοψηφία τους έρχεται και «δένει». Ουσιαστικά, δεν υπάρχει, απλώς είναι ένα σημείο πριν τη συνέχεια.
Αν δεν κατάλαβε κάποιος κάτι από τον πρόλογο, τότε βρίσκεται ακριβώς στο πνεύμα που χρειάζεται: ανάθεμα αν καταλάβαμε κάτι από αυτό το έτος που πέρασε. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κανένας έχει ζήσει πιο μπερδεμένο έτος από εκείνο που σε δέκα λεπτά μάς αφήνει χρόνους. Είναι παρανοϊκό. Και, για μία φορά, αυτή η παράνοια κρύβει μέσα της τη Μεγάλη Σύγχρονη Ελληνικότητα. 

Η γη των Ιώνων δέχθηκε πολλές φυλές που κατέβηκαν από τον βορρά, ως επί το πλείστον. Μερικές φορές μού αρέσει να φτύνω στην εθνική σούπα μου, σαν μεγάλος και τρανός νεστμπεσμίτσερ, αλλά με αυτεπίγνωση. Το γεγονός ότι δεν πείθομαι από την εθνική σούπα μου δεν αφορά σε κάποια εμπειρία, δεν έχω αφήσει κάποιο εγχειρίδιο στο Παρίσι και δεν έχω περάσει από κάποιο δρόμο στο Λονδίνο προσπαθώντας να θυμηθώ το εγχείρημα που έγραψα. Είναι, περισσότερο, η απώθηση μίας ματαιοδοξίας χωρίς επιχειρήματα. Πιο κοινότοπη εξέγερση, βεβαίως, είναι η επωδός για το γεγονός ότι είμαστε γόνοι ενός λαμπρού πολιτισμού. Αλλά, ασφαλώς, αυτή είναι η κορυφή του φλεγόβουνου. Η γκρίνια για οτιδήποτε, η αχαριστία για την εποχή που ζούμε, η επίδειξη χαρακτήρα και αμφιλεγόμενων ικανοτήτων, τα μοντέλα ζωής τα οποία εμπιστευόμαστε, οι ανόητοι καυγάδες για ηλιθιότητες, που κρατούν μέρες και μέρες- σαν να τσακώνεται ένα ζευγάρι για την κουβέρτα- φαίνεται ότι προκαλούν ως μονόδρομο την αποστασιοποίηση. Μαζί οι παιδιάστικες αντιφάσεις, η κριτική προς τη συμπεριφορά του Άλλου, ενώ λίγο αργότερα κάνεις ακριβώς το ίδιο και η επανάληψη στις λαμογιές. Είναι δύσκολο να έχεις δέρμα και να αντισταθείς στο να σιχαθείς τον εαυτό σου και τον περίγυρό σου, όταν πρόκειται κυρίως για ελληνοεβραίους, αμερικανιστές, που αποκαλούν «χοντρό» κάποιον στην τηλεόραση την ώρα που καταβροχθίζουν το τρίτο πλαστικό χάμπουργκέρ τους. 

Οπότε βρίσκομαι πριν λίγες μέρες σε ένα τραπέζι, πλούσιο σε σημείο ντροπής, μια και πρόκειται για τη μικροαστική τάξη και μιλάω με ανθρώπους μεγαλύτερους που έχουν το προσόν ότι ακούνε. Βρίσκεσαι, λοιπόν, ακόμα και εσύ που δεν έχεις το προσόν, να τους ακούς να μιλάνε, διότι έχουν περάσει τη μέση ηλικία και οδεύουν προς τα γεράματα. Και μιλάνε για τους πρόσφυγες που έρχονται και ουδείς θέλει και απλώς αρκεί να τους πεις ότι στη χώρα τους δεν θα επιβίωναν και εδώ μπορεί να επιβιώσουν λίγο περισσότερο και ότι ουδείς θέλει να πεθάνει και ότι δεν υπάρχει η έκφραση «πλήρης ημερών», για να πειστούν και να αλλάξουν πραγματικά άποψη. Και τότε σκέφτομαι ότι αυτή η χώρα είναι... Αυτή η χώρα, ένας τενεκές, με το χρώμα του αγάνωτου τέντζερη, είναι το τέλειο δείγμα της κατσαρίδας. Αυτού του εντόμου που λένε ότι θα επιβίωνε μετά από μία πυρηνική καταστροφή. 

Ούσα πιο όμορφη, βεβαίως, από μία κατσαρίδα, γίνεται ένα διαφορετικό είδος, αν και υπάγεται στον ίδιο ορισμό. Είναι περίεργο πώς όταν η παρομοίωση με την κατσαρίδα αφορά σε άσχετες καταστάσεις από την εξωτερική εμφάνιση, όπως είναι η μακροβιότητα σε αυτήν την περίπτωση, συνεχίζουμε να αναλογιζόμαστε το πόσο άσχημη είναι η κατσαρίδα, πόσο παράξενα άσχημη και πόσο γλοιώδης χωρίς ακριβή επιχειρήματα και άρα υποθέτουμε ότι όποιος κι αν είναι εκείνος που παρομοιάζεται με εκείνη, είναι πρώτιστα το ίδιο άσχημος. Είναι συνήθεια του μυαλού, βεβαίως, όπως επίσης και η παραλλαγή του αρχικού νοήματος των λέξεων επειδή η κοινωνική στατιστική αναφέρει ότι η έννοιά τους είναι αρνητική. 

Όταν αναφερόμαστε, ωστόσο, στη χώρα και στην τρέχουσα μορφή της, δεν στεκόμαστε στην αμορφία της κατσαρίδας, αλλά στον τρόπο που μερικές φορές μοιάζει αθάνατη. Και αν είναι παράξενο και λίγο ειρωνικό- όπως ο στίχος «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει»- έχω την αίσθηση ότι εξηγείται. Διότι, όπως αποδείχθηκε αυτήν τη χρονιά, η Ελλάδα είναι, στην πραγματικότητα, ένα σπασμένο παιχνίδι. 

Και εμείς είμαστε παιδιά. Όταν είσαι παιδί και σου βλέπεις τα καινούργια σερβίτσια που φέρνουν οι γονείς στο σπίτι, πόσο καθαρά είναι, το κρύσταλλο, αντιλαμβάνεσαι ένα μέρος από την ποιότητά τους. Θα περάσουν περίπου τρεις μέρες όταν θα βρεθείς, ως παιδί, αντιμέτωπος με την αδήριτη επιθυμία σου να σπάσεις ένα ή δύο από αυτά τα ποτήρια. Δύο χαρακτηριστικά έχουν τα παιδιά: το πρώτο είναι ότι τους αρέσουν να σπάνε τα όμορφα πράγματα. Και το δεύτερο, ότι ό,τι τους αρέσει να βλέπουν ή να παίζουν μαζί του, το βλέπουν και παίζουν ξανά και ξανά, χωρίς να νοιάζονται για οτιδήποτε άλλο. Αν τους αρέσει μία ταινία με τον Μίκι Μάους, θα δουν την ίδια ταινία. Και αν κάνεις το λάθος να τους προτείνεις μία άλλη ταινία, θα σε απορρίψουν και θα ζητήσουν την ίδια ταινία. 

Είναι μία καλή μεταφορά, αλλά δεν είναι η προτιμότερη. Το παιχνίδι, κατά πάσα πιθανότητα, θα καταστραφεί ολοσχερώς. Η Ελλάδα, για να ζήσει, βασίζεται στη φύση της παράνοιάς της. Στην γκρίνια και στον οδυρμό και στο Μεγάλο Εμφύλιο ή σε μίνι εμφυλίους, όπως αυτό που έγινε πριν το δημοψήφισμα. Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις αυτό, αλλά και η μεταφορά στη λογοτεχνία- όπως το παράδειγμα με τον Τούρκο και τους δύο Γραικούς από τον Νίκο Καζαντζάκη, τον τάφο του οποίου στην Κρήτη ουδείς περιποιείται- είναι τόσο διδακτικά όσο η πρωτεύουσα της Ουγκάντας σε πανεπιστημιακή διατριβή για τον Αλμπέρ Καμί. 

Δεν μπορώ να το αιτιολογήσω απολύτως, αλλά νομίζω ότι όλη αυτή η ανοργανωσιά είναι ευεργετική για τη συνέχιση της ύπαρξης ενός κράτους. Όταν έχεις δομή και βρεθείς προ εκπλήξεως, είναι δύσκολο να αποφύγεις την καταστροφή. Δε νομίζω ότι ποτέ η Ελλάδα είχε την ανάγκη, όπως η Γερμανία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, να φτιαχθεί ξανά από την αρχή. Πάντα δινόταν η εντύπωση ότι συνέχιζε από εκεί που βρισκόταν, χωρίς να ξέρει τι είναι. Όπως λέει και ο Τζάνι Μπρέρα για τους Ιταλούς, «είμαστε έθνος αμυντικό». Το λέει γνωρίζοντας ότι η μόνη φορά που η Ιταλία κινδύνεψε πραγματικά με εξαφάνιση, ήταν όταν είχε για δικτάτορα το μωροφιλόδοξο Μουσολίνι. 

Και, ειλικρινά, νιώθω πιο ανακουφισμένος. Ίσως διότι μπορεί να βρίσκομαι μπροστά σε μία θεωρία η οποία έχει κάθε δυνατότητα να γίνει δόγμα, που ως τέτοιο θα εξηγεί την κατάσταση και θα σε χαλαρώνει, θα προτάξεις την εθνική φύση αντί της ανοησίας, που θα περικλείει το αδύνατον της εφαρμογής απλώς καταστάσεων στη ζωή μας. 

Το 2015 για την Ελλάδα ήταν Ανάσταση, Επανάσταση, Διάσταση, Απόσταση. Ήταν ένα απίστευτο έτος και, αν δεν ήταν ευτυχές, της ταίριαζε γάντι. Δεν θα μπορούσε η Ελλάδα να είναι ευτυχισμένη. Θα έπληττε αφόρητα αν δεν ήταν αναγκάσμένη να βρίσει κάποιον. Στέκει εκεί, πάντα καλλονή και είναι ένα απεριόριστο ρόλερ κόστερ. Του 2016, του Δίσεκτου και Δυσοίωνου, εν προκειμένω.  Για την Ελλάδα, άλλη μια χρονιά στη δουλειά.


Στο ρόλο του properman 

ο Λευτέρης Ελευθερίου
Η μιζέρια ως ελιξίριο της ύπαρξης Η μιζέρια ως ελιξίριο της ύπαρξης Reviewed by Proper Man on 11:50 PM Rating: 5
Powered by Blogger.